• Αναζήτηση
  • Λεϊλά Σλιμανί: Φαντάστηκα τον χειρότερο εφιάλτη μιας μάνας

    Το δεύτερο μυθιστόρημά της με τίτλο Γλυκό τραγούδι (Chanson douce) είχε σκαρφαλώσει ψηλά στις λίστες των ευπωλήτων πολύ πριν αποσπάσει, το 2016, το περίφημο Βραβείο Γκονκούρ.

    Λεϊλά Σλιμανί
    Γλυκό τραγούδι
    Μετάφραση Τιτίκα Δημητρούλια
    Εκδόσεις Ψυχογιός, 2017
    σελ. 296, τιμή 15,50 ευρώ
    Το δεύτερο μυθιστόρημά της με τίτλο Γλυκό τραγούδι (Chanson douce) είχε σκαρφαλώσει ψηλά στις λίστες των ευπωλήτων πολύ πριν αποσπάσει, το 2016, το περίφημο Βραβείο Γκονκούρ. Η Λεϊλά Σλιμανί αφηγείται την ιστορία μιας διπλής παιδοκτονίας μέσα από την ψυχογράφηση μιας νταντάς-δολοφόνου, της Λουίζ. Η τελευταία εισχωρεί στη ζωή ενός νεαρού ζευγαριού – της Μιριάμ και του Πολ – και καθίσταται «απαραίτητη» με τρόπο τραγικό. Η ίδια η αρχή του βιβλίου σοκάρει με την ωμότητά της. Το ενδιαφέρον όμως κρατά αμείωτο αυτό που θα μπορούσαμε να ονοματίσουμε ανάστροφο σασπένς. Η γαλλομαροκινή συγγραφέας εξηγεί πολλά στη συνομιλία που είχε με «Το Βήμα».
    Σας εξέπληξε, κυρία Σλιμανί, το γεγονός ότι φθάσατε τόσο γρήγορα στην υψηλότερη λογοτεχνική κορυφή της Γαλλίας;
    «Μα φυσικά! Πρέπει να σας πω ότι δεν το περίμενα καν… Αλλωστε, δεν ήταν παρά το δεύτερο μυθιστόρημά μου, ήμουν μόλις 35 ετών και, επιπλέον, δεν ήμουν και τόσο σίγουρη ότι η θεματολογία του βιβλίου, η τόσο προσωπική και αρκούντως ιδιωτική, θα μπορούσε να βραβευτεί από την κριτική επιτροπή».
    Η θεματολογία όμως είναι και σκοτεινή… Πώς έγινε μυθιστορηματική επιλογή;
    «Σκεφτόμουν αυτό το θέμα για πάρα πολύ καιρό, προτού ακόμη γράψω το πρώτο μου μυθιστόρημα Dans le jardin de l’ogre (Στον κήπο του δράκου). Ολα ξεκίνησαν όταν διάβασα για ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό που έλαβε χώρα το 2012 στη Νέα Υόρκη. Μια νταντά, δομινικανής καταγωγής, είχε δολοφονήσει τα παιδιά ενός ζευγαριού νεαρών στελεχών στο Απερ Ιστ Σάιντ του Μανχάταν. Αυτό συνέβη την περίοδο που είχα προσλάβει μια νταντά για να κρατάει το δικό μου παιδί. Συνειδητοποίησα σταδιακά ότι η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε μια μητέρα και σε μια άλλη γυναίκα, στην οποία η πρώτη εμπιστεύεται το παιδί της, ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αμφίσημη, εν τέλει μυθιστορηματική. Στη συνέχεια διάβασα πολύ, είδα πολλές κινηματογραφικές ταινίες, απορροφήθηκα από διαφορετικά πράγματα. Μου πήρε αρκετό χρόνο για να βρω τον τρόπο, πώς ακριβώς θα διαχειριζόμουν το συγκεκριμένο θέμα ώστε να συνθέσω και τον χαρακτήρα της Λουίζ».
    Ολοκληρώσατε το βιβλίο ενώ είχατε ήδη γίνει μητέρα ενός μικρού αγοριού. Αναρωτιέμαι, δεν δυσκολευτήκατε – λίγο παραπάνω ας πούμε – να γράψετε για μια διπλή παιδοκτονία;
    «Οχι, καθόλου. Οταν γράφω, είναι σαν να είμαι κλεισμένη μέσα σε μια γυάλινη σφαίρα και συγχρόνως σαν να είμαι εκτός, έξω από τη δική μου ζωή. Θα σας έλεγα μάλιστα ότι, απεναντίας, χρησιμοποίησα ακριβώς τους φόβους μου για να γράψω το συγκεκριμένο βιβλίο. Προσπάθησα, για να είμαι ειλικρινής, να φανταστώ τον χειρότερο δυνατό, τον ειδεχθέστερο, εφιάλτη που θα μπορούσε να βιώσει μια μάνα».
    Οι πρώτες σελίδες είναι φρικιαστικά αβάσταχτες, θα έλεγε κανείς «επιθετικές» προς τον αναγνώστη. Εικάζω όμως ότι το σκεφτήκατε αρκετά, εννοώ το πώς θα έπρεπε να αρχίζει ένα τέτοιο βιβλίο. Κάνω λάθος;
    «Αρχίζοντας έτσι το βιβλίο μου, ήθελα ομολογουμένως να συνταράξω το μυαλό του αναγνώστη, να τον αγκιστρώσω κατά κάποιον τρόπο. Αυτός που αρχίζει να διαβάζει αντιλαμβάνεται αίφνης ότι θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του κειμένου, ότι θα πρέπει να προσέξει λεπτομέρειες στις οποίες συνήθως δεν αποδίδουμε μεγάλη σημασία, ότι θα πρέπει να ερευνήσει ο ίδιος, να αναζητήσει τις βαθύτερες ρίζες του δράματος. Επιπροσθέτως, μια τέτοια επιλογή από πλευράς μου επιτρέπει να παραμεριστεί αμέσως η ιδέα μιας αποτρόπαιης αγωνίας γύρω από τον θάνατο των παιδιών. Θα μου φαινόταν απαίσιο να τελειώσω το βιβλίο με τον θάνατό τους και, σε τελική ανάλυση, αν το είχα κάνει, θα είχα αποσπάσει την προσοχή του αναγνώστη από την ουσία, θα την είχα εκτρέψει ολοκληρωτικά την προσήλωσή του σε λανθασμένη κατεύθυνση».
    Πολλοί χαρακτήρισαν το βιβλίο σας «θρίλερ» ή, εν πάση περιπτώσει, του απέδωσαν αυτό το χαρακτηριστικό. Διαφωνείτε;
    «Κατά τη γνώμη μου δεν πρόκειται για θρίλερ με την κλασική έννοια του όρου.  Επειδή, στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για μια απάντηση στο ερώτημα «θα σκοτώσει τα παιδιά;» αλλά κυρίως «πώς φτάσαμε ως εκεί». Θα το περιέγραφα ως ένα βιβλίο αγωνίας που επικεντρώνεται στην ψυχολογία των χαρακτήρων, στην εσώτερη και μύχια ζωή τους».
    Πράγματι, το θεμελιώδες ερώτημα είναι γιατί η Λουίζ εγκληματεί. Αρκεί η ιδιότυπη μοναξιά της για να την ωθήσει να κάνει κάτι τέτοιο; Αν είναι έτσι, τότε πρέπει να καταλάβουμε πώς έφτασε σε μια τέτοια μοναξιά. Μιλάμε για μια ατομική προδιάθεση ή για μια απόγνωση κοινωνικής προέλευσης;
    «Κοιτάξτε, έχω την αίσθηση ότι είναι όλα αυτά μαζί. Η Λουίζ, λόγω της κοινωνικής της θέσης αλλά και του χαρακτήρα της, καταλήγει να είναι μια γυναίκα ολότελα μόνη. Και είναι επίσης κάποια που δυσκολεύεται να μιλήσει για όλα αυτά, να εκφράσει αυτά που αισθάνεται, γεγονός που καθιστά τη μοναξιά της ακόμη πιο φοβερή. Δεν είναι σχήμα λόγου, είναι σχεδόν κλεισμένη στον εαυτό της».
    Μια άλλη διάσταση που θίγει το βιβλίο είναι το πόσο αγχωτικός έχει γίνει ο τρόπος που ζούμε σήμερα. Ουσιαστικά έχει ξεφύγει τόσο πολύ το πράγμα που ένας άντρας και μια γυναίκα δεινοπαθούν να μεγαλώσουν ένα παιδί…
    «Ναι, ουσιαστικά προσπάθησα να περιγράψω τη ζωή των νεαρών ζευγαριών στις μεγαλουπόλεις. Είναι μια ζωή στην οποία είμαστε συνεχώς απαυδισμένοι, κατάκοποι, προσπαθούμε να κάνουμε χίλια πράγματα ταυτόχρονα και νιώθουμε ότι δεν θα τα καταφέρουμε ποτέ. Και φυσικά, αυτό το άγχος, αυτός ο αγώνας ενάντια στον χρόνο, συμμετέχει στο θρίλερ για το οποίο συζητάμε».
    Το ζευγάρι, σε κάποια φάση, κάνει διακοπές στη Σίφνο και παίρνει μαζί του την νταντά. Εκεί περιγράφετε ωραία την ατμόσφαιρα των ελληνικών νησιών το καλοκαίρι, αυτή την «ομορφιά για όλες τις καρδιές»…
    «Ασφαλώς! Η Ελλάδα είναι μια χώρα που λατρεύω και επισκέπτομαι συχνότατα με την οικογένειά μου. Πιστεύω ότι είναι, στ’ αλήθεια, μια από τις ωραιότερες χώρες του κόσμου, για την ομορφιά των τοπίων της, για τη θάλασσά της αλλά και για το παρελθόν της, για τη σημασία των μύθων της. Είναι μια χώρα που με σαγηνεύει».
    Γεννηθήκατε στο Μαρόκο, κυρία Σλιμανί, αλλά γράφετε στα γαλλικά. Πού ανήκετε ως συγγραφέας: σε μια χώρα ή σε μια γλώσσα;
    «Θα σας απαντήσω έτσι, επειδή έτσι αισθάνομαι: ανήκω σε όλα τα μέρη που με αποδέχονται και με αγαπούν!».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία