• Αναζήτηση
  • Γ. Στουρνάρας: Οι τράπεζες αντέχουν αλλά πρέπει να προχωρήσουν στην αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων

    Τρεις προυποθέσεις για την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές με βιώσιμους όρους προσδιόρισε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας σε εκδήλωση του Ελληνοβρετανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου. Οπως είπε η επιτυχής επάνοδος στις αγορές προυποθέτει:

    ΤοΒΗΜΑ Team
    Τρεις προυποθέσεις για την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές με βιώσιμους όρους προσδιόρισε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας σε εκδήλωση του Ελληνοβρετανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου.
    Οπως είπε η επιτυχής επάνοδος στις αγορές προυποθέτει:

    -Πρώτον, προσήλωση στους στόχους του προγράμματος και επιτάχυνση στο ρυθμό εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, τόσο αυτών που έχουν αποφασισθεί στο πλαίσιο του προγράμματος, όσο και άλλων που ενδεχομένως επιλεγούν, προκειμένου να ενισχυθεί ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης. Απολύτως αναγκαία είναι η ταχεία ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος.
    Δεύτερον, επαρκή και έγκαιρη εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων αναδιάρθρωσης του χρέους, στο πλαίσιο των αποφάσεων που έχουν ληφθεί στο Eurogroup.
    Τρίτον, εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών για το είδος και τις προϋποθέσεις της στήριξης της ελληνικής οικονομίας μετά τη λήξη του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, προκειμένου να διασφαλιστεί η επιστροφή της στην χρηματοπιστωτική κανονικότητα μετά από επτά χρόνια σημαντικών θυσιών του ελληνικού λαού.
    Και τόνισε:
    παρά τις θετικές ενδείξεις, λόγω της αύξησης του ΑΕΠ το πρώτο εξάμηνο του 2017, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται επανάπαυση και χαλάρωση των προσπαθειών. Έχουμε ακόμη δρόμο να διανύσουμε για να επαληθευθούν οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για την περίοδο 2017-2019 και για να κερδίσει η Ελλάδα την πλήρη εμπιστοσύνη των αγορών μετά το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018. Αυτό θα γίνει, εάν η χώρα αποκτήσει πιστοληπτική διαβάθμιση, τέτοια που να μπορεί να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της με επιτόκια συμβατά με τη βιωσιμότητά του, και οι τράπεζες να έχουν επαρκείς εξασφαλίσεις, ώστε να μπορούν να αναχρηματοδοτηθούν πλήρως από τον μηχανισμό αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ και όχι μόνο από τον έκτακτο, και ακριβότερο, μηχανισμό (ELA)».
    Αναφερόμενος στο φλέγον ζήτημα των τραπεζών και των κόκκινων δανείων είπε:
    Από την αρχή του έτους υπάρχει πρόοδος στον τομέα των προβληματικών δανείων των τραπεζών. Συγκεκριμένα, με στοιχεία Ιουνίου 2017, το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ), περιλαμβανομένων των εκτός ισολογισμού στοιχείων, μειώθηκε κατά 3,2% συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου 2016, αγγίζοντας τα 102,9 δισεκ. ευρώ ή το 44,9% των συνολικών ανοιγμάτων. Η μείωση των ΜΕΑ που προήλθε από εισπράξεις, ρευστοποιήσεις και πωλήσεις ήταν περιορισμένη. Αντίθετα οι εκτεταμένες διαγραφές δανείων αποτέλεσαν το σημαντικότερο μέσο μείωσης των ΜΕΑ. Οι διαγραφές δανείων ανήλθαν σε 3,3 δισεκ. ευρώ για το πρώτο μισό του 2017«.
    Σημείωσε ακόμη ότι «οι τράπεζες διαθέτουν επίσης επαρκείς προβλέψεις, εξασφαλίσεις και κεφάλαια, που υπερκαλύπτουν την αξία των δανείων αυτών, ενώ η οικονομία ανακάμπτει. Επομένως, αναμένεται, και πρέπει, να ενταθούν οι προσπάθειες των τραπεζών ώστε να επιταχυνθεί ο ρυθμός μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, δεδομένου μάλιστα ότι οι στόχοι για το 2018 και το 2019 είναι πιο φιλόδοξοι από τους φετινούς. Ιδιαίτερη έμφαση αναμένεται να δοθεί στην αναδιάρθρωση επιχειρήσεων, στην ενίσχυση με ρευστότητα των βιώσιμων, αλλά και τη ρευστοποίηση μη βιώσιμων μονάδων. Κάτι τέτοιο θα έχει ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση πόρων, που θα μπορούν να στηρίξουν τις νέες και υφιστάμενες υγιείς επενδυτικές και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, που είναι απαραίτητες για την εμπέδωση της αναπτυξιακής δυναμικής. Γενικώς, οι τράπεζες έχουν πετύχει σημαντικές βελτιώσεις τόσο στην εταιρική διακυβέρνηση όσο και στους δείκτες ρευστότητας και φερεγγυότητας τα τελευταία χρόνια, και ουδεμία απολύτως ανησυχία δικαιολογείται για την πορεία τους«.
    Αναλυτικά η ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για τις «Προκλήσεις και Προοπτικές της Ελληνικής Οικονομίας»
    1. Η Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο
    Η Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) συνδέονται με ισχυρούς και μακρόχρονους δεσμούς φιλίας και συνεργασίας. Αυτοί οι δεσμοί αντανακλώνται στις εμπορικές συναλλαγές και στην αυξημένη βαρύτητα των τουριστικών ροών από το ΗΒ στις ταξιδιωτικές εισπράξεις. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι το 2016 οι τουριστικές εισπράξεις από το ΗΒ ανήλθαν σε περίπου 2 δισεκ. ευρώ, ενώ οι αφίξεις τουριστών έφθασαν τα 2,9 εκατομμύρια. Οι τουριστικές εισπράξεις από το ΗΒ αντιστοιχούν στο 15% των συνολικών εισπράξεων, ενώ οι αφίξεις από το ΗΒ αντιστοιχούν στο 12% των συνολικών αφίξεων. Όσον αφορά το εμπορικό ισοζύγιο, αν και παραμένει ελλειμματικό, έχει υποχωρήσει σημαντικά από το 2009. Αυτό οφείλεται τόσο στην άνοδο των εξαγωγών όσο και την πτώση των εισαγωγών. Ειδικότερα, οι εξαγωγές αγαθών στο ΗΒ αυξήθηκαν σε ονομαστικούς όρους κατά περίπου 47% την περίοδο 2010-2016 και αντιστοιχούν περίπου στο 4% του συνόλου των εξαγωγών μας. Οι εισαγωγές μειώθηκαν σε ονομαστικούς όρους κατά 31% την περίοδο 2010-2016 και αντιστοιχούν σε περίπου 3% του συνόλου των εισαγωγών μας.
    Με γνώμονα τους ιστορικούς και πολυδιάστατους δεσμούς που συνδέουν τις δύο χώρες, ευελπιστούμε ότι οι σχετικές διαπραγματεύσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την αποχώρησή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα οδηγήσουν σε μια συμφωνία αποδεκτή και από τις δύο πλευρές. Επιθυμία μας είναι να παραμείνει στενή η μελλοντική σύνδεση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.). Με τον τρόπο αυτό θα προστατευτούν τόσο τα συμφέροντα των ευρωπαίων πολιτών στη Βρετανία όσο και των βρετανών πολιτών στην Ε.Ε., ενώ παράλληλα θα συνεχιστούν οι αμοιβαίως επωφελείς εμπορικοί δεσμοί και συναλλαγές, που προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία των δύο περιοχών. Η πρόσφατη ομιλία της Πρωθυπουργού κυρίας May στη Φλωρεντία δημιούργησε πολλές ελπίδες για μια αποδεκτή συμφωνία, αλλά είναι μόνο ένα πρώτο βήμα.
    2. Σε τροχιά ανόδου η ελληνική οικονομία
    Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα σε ανοδική τροχιά. Σε αυτό συνέβαλε η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και η θετική επίδραση που είχε κυρίως στην εμπιστοσύνη και στη ρευστότητα. Η εμπέδωση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας αντανακλάται κατ’ αρχάς στη θετική πορεία του ΑΕΠ αλλά και στην βελτίωση βραχυχρόνιων δεικτών:
    · Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 0,4% στο α’ τρίμηνο και κατά 0,8% στο β’ τρίμηνο του 2017. Συνολικά, το πρώτο εξάμηνο του 2017 το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,6%, έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2016. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στο β’ τρίμηνο οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 9,5% σε ετήσια βάση, καθώς και στην αύξηση της δημόσιας (3,3%) και ιδιωτικής κατανάλωσης (0,7%), ενώ αρνητικά επέδρασαν οι ακαθάριστες επενδύσεις, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της υστέρησης των πληρωμών από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων (ΠΔΕ).
    · Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 1,7% τον Ιούλιο του 2017 για δέκατο συνεχόμενο μήνα. Συνολικά το επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2017 η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 5,3% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2016.
    · Ο όγκος λιανικών πωλήσεων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017 αυξήθηκε κατά 2,4% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2016.
    · Η θετική δυναμική της οικονομίας αντανακλάται και στην αγορά εργασίας, η οποία παρουσιάζει σημάδια βελτίωσης, ήδη από τα μέσα του 2014, λόγω των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που επέτρεψαν την επέκταση πιο ευέλικτων μορφών εργασίας. Ειδικότερα, η απασχόληση αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 2,4% το δεύτερο τρίμηνο του έτους, ενώ το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε σε 21,2% τον Ιούνιο του 2017 έναντι 23,5% τον Ιούνιο του 2016.
    Οι βελτιωμένες προοπτικές για την οικονομία και η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης συνέβαλαν στην αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων στα επίπεδα του τέλους του 2009 και διευκόλυναν την έξοδο στις διεθνείς αγορές στις 25 Ιουλίου. Παράλληλα, υποχώρησαν σημαντικά και οι αποδόσεις των επιχειρηματικών ομολόγων των μη χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Επίσης, ο επενδυτικός οίκος Fitch αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας λόγω της διατηρήσιμης ανάκαμψης και της υποχώρησης του πολιτικού κινδύνου.
    Εξελίξεις που πρέπει επίσης να επισημανθούν είναι: Οι αλλεπάλληλες μειώσεις του ανώτατου ορίου παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα προς τις ελληνικές τράπεζες (ELA), η αύξηση των καταθέσεων, η επίτευξη των μέχρι τώρα στόχων που έχουν τεθεί στις τράπεζες και αφορούν τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η άνοδος αρκετών πρόδρομων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας και εμπιστοσύνης.
    · Στις 20 Σεπτεμβρίου το ανώτατο όριο παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) προς τις ελληνικές τράπεζες διαμορφώθηκε στο ποσό των 33,6 δισεκ. ευρώ, έναντι 50,7 δισεκ. ευρώ στο τέλος του 2016 και 90 δισεκ. ευρώ τον Ιούνιο του 2015.
    · Οι καταθέσεις του μη χρηματοπιστωτικού ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 1,4 δισεκ. ευρώ τον Αύγουστο του 2017, με αποτέλεσμα να διαμορφωθούν σε 119,4 δισεκ. ευρώ. Ειδικότερα, από το τέλος του Μαΐου 2016, οπότε και ολοκληρώθηκε η πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος, έως τον Αύγουστο του 2017 οι καταθέσεις των μη-χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 5,3% ή 7,3 δισεκ. ευρώ, οι δε συνολικές καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 11 δισ. ευρώ περίπου.
    3. Θετικές προοπτικές για το 2017-2019
    Τα στοιχεία στα οποία αναφέρθηκα εν συντομία επιτρέπουν σήμερα την πρόβλεψη ότι η άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας θα συνεχισθεί με μεγαλύτερη ένταση στο άμεσο μέλλον. Συνολικά, το 2017 η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,7% περίπου. Για το 2018 και το 2019 προβλέπεται ισχυροποίηση και επιτάχυνση της ανάπτυξης σε 2,4% και 2,7% αντίστοιχα, η οποία εκτιμάται ότι θα βασιστεί στην άνοδο των επενδύσεων, της κατανάλωσης και των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών.
    Οι προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος βασίζονται στην παραδοχή ότι το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και αποκρατικοποιήσεων θα υλοποιηθεί ομαλά και σύμφωνα με το καθορισμένο χρονοδιάγραμμα. Για να κεφαλαιοποιηθεί η έως τώρα πρόοδος, να ενδυναμωθούν οι θετικές προοπτικές και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών για την πορεία της οικονομίας, απαιτείται η απαρέγκλιτη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος. Αυτό θα έχει σημαντικές θετικές επιδράσεις στη ρευστότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στη μείωση της αβεβαιότητας, στη βελτίωση του οικονομικού κλίματος και των προσδοκιών και στη μείωση του κόστους
    χρηματοδότησης του Ελληνικού Δημοσίου, επιτρέποντας τη διατηρήσιμη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές τον Αύγουστο του 2018, μετά το πέρας του προγράμματος.
    4. Κίνδυνοι και προκλήσεις
    Παρά τις θετικές ενδείξεις που καταγράφονται σήμερα και την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
    Ο σημαντικότερος και αμεσότερος κίνδυνος είναι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος, όπως έγινε στην περίπτωση της πρώτης και δεύτερης αξιολόγησης. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να αποφευχθεί, καθώς θα τροφοδοτούσε ένα νέο κύκλο αβεβαιότητας, η οποία θα οδηγούσε σε αναστολή των επενδυτικών σχεδίων, θα υπέσκαπτε την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας και θα εξασθενούσε τις προοπτικές διατηρήσιμης πρόσβασης του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων μετά το πέρας του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.
    Εξάλλου, υπάρχουν σημαντικοί εξωτερικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την ισχυροποίηση του ευρώ και την πιθανότητα επιβράδυνσης της οικονομικής ανόδου στην ευρωζώνη. Περαιτέρω άνοδος του ευρώ από τα σημερινά επίπεδα θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγές αγαθών, καθώς και τις τουριστικές εισπράξεις, επιβραδύνοντας την προβλεπόμενη οικονομική ανάπτυξη και την ταχύτητα εξόδου από την κρίση. Επίσης, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικοί γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να αυξήσουν την αποστροφή κινδύνου των διεθνών επενδυτών. Επίσης, άλλοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι σχετίζονται με ενδεχόμενη όξυνση της προσφυγικής κρίσης.
    4.1 Μέσο-μακροπρόθεσμες προκλήσεις
    Πέρα από τους παραπάνω εσωτερικούς και εξωτερικούς κινδύνους για την ανάκαμψη της οικονομίας, υπάρχουν και ορισμένες μέσο-μακροπρόθεσμες προκλήσεις, που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, προκειμένου να ισχυροποιηθούν οι θετικές προοπτικές. Ειδικότερα:
    · Η ανεργία παραμένει πολύ υψηλή, ενώ οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται αφορούν, σε μεγάλο βαθμό, μερική και εκ περιτροπής απασχόληση, με αποτέλεσμα να συνοδεύονται από χαμηλές αποδοχές. Παράλληλα, η φορολογική επιβάρυνση των μισθωτών και των ελεύθερων επαγγελματιών έχει αυξηθεί και οι κοινωνικές παροχές συνεχίζουν να μειώνονται. Εξαιτίας αυτών των παραγόντων η
    κατανάλωση των νοικοκυριών είναι πιθανόν να εξασθενίσει ή να παραμείνει αναιμική επί μακρό χρονικό διάστημα.
    · Παρά την έως τώρα πρόοδο, οι τράπεζες συνεχίζουν να επιβαρύνονται με τη διαχείριση του μεγάλου αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και αδυνατούν να στηρίξουν επαρκώς την οικονομική δραστηριότητα με νέες πιστώσεις.
    · Οι επενδύσεις παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα και αυτό δεν οφείλεται μόνο σε καθυστερήσεις στη χρηματοδότηση του ΠΔΕ και την έλλειψη τραπεζικού δανεισμού, αλλά και στο γεγονός ότι το επενδυτικό κλίμα στη χώρα συνεχίζει να μην θεωρείται φιλικό σε ιδιωτικές επενδύσεις.
    · Το δημόσιο χρέος παραμένει πολύ υψηλό και η εξυπηρέτησή του απαιτεί τη δέσμευση σημαντικών δημόσιων πόρων σε μακροπρόθεσμη βάση. Αυτό μπορεί να καταστεί δυνατό είτε με τη συμπίεση των δαπανών και τον περιορισμό του δημόσιου τομέα είτε με την αύξηση των εσόδων. Ωστόσο, η αύξηση των εσόδων μέσω της διατήρησης των υφιστάμενων υψηλών φορολογικών συντελεστών αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη, και εν τέλει δύναται να επιδράσει αρνητικά στα δημόσια οικονομικά και τη διαχειρισιμότητα του δημόσιου χρέους. Αυτό οφείλεται στο ότι οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές αποτρέπουν τις επενδύσεις, διότι οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι σε μόνιμη βάση ένα μέρος των κερδών τους θα πρέπει να διατίθεται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Έξαλλου, οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές αποτελούν αντικίνητρο για εργασία, ενώ, τόσο στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών, δημιουργούν κίνητρα για φοροδιαφυγή και ενίσχυση της παραοικονομίας. Επίσης, οι υψηλοί φόροι και κοινωνικές εισφορές δημιουργούν κίνητρο για τις επιχειρήσεις να μετατοπίσουν τις δραστηριότητές τους σε ευρωπαϊκές χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς, ενώ, αντίστοιχα, ωθούν τους νέους επιστήμονες στη μετανάστευση.
    5. Αύξηση των επενδύσεων
    Η οικονομική προσαρμογή και οι διαρθρωτικές μεταβολές των τελευταίων επτά χρόνων έχουν καταστήσει την Ελλάδα πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις και έχουν δημιουργήσει σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες. Ωστόσο, οι εγχώριες αποταμιεύσεις δεν επαρκούν για την κάλυψη των επενδυτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας. Συνεπώς, το μεγάλο ζητούμενο σήμερα είναι η επιτάχυνση των επενδύσεων. Και μόνη οδός για να καλυφθεί το μεγάλο επενδυτικό κενό είναι η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, με έμφαση στους πιο παραγωγικούς τομείς της οικονομίας.
    Αυτό, κατ’ αρχάς, προϋποθέτει την απαρέγκλιτη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που περιγράφονται στο πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM). Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κατ’ επανάληψη προτείνει την αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να καταστεί πιο φιλικό προς την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με περισσότερη έμφαση στην περικοπή μη παραγωγικών δαπανών. Αυτό μπορεί να γίνει, για παράδειγμα, μέσω της αξιολόγησης των δομών της γενικής κυβέρνησης, του συστήματος κινητροδότησης των ποικίλων φορέων της (π.χ. των ΟΤΑ) μέσω της επανεξέτασης του τρόπου που επιχορηγούνται από την Κεντρική Διοίκηση, και δεύτερον, με την επέκταση του θεσμού των Συμπράξεων Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) σε τομείς που θεωρούνται ταμπού, όπως, π.χ., η Παιδεία, η Υγεία, η Κοινωνική Ασφάλιση. Σε συνδυασμό με μια πιο αποτελεσματική διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, κυρίως της ακίνητης, μέσω κατάλληλης νομοθεσίας για τις χρήσεις γης και με την περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα, και ιδιαιτέρως του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, η περαιτέρω μείωση των μη παραγωγικών δαπανών του δημόσιου τομέα θα επιτρέψει τη μείωση των υψηλών φορολογικών συντελεστών, ενισχύοντας έτσι την αναπτυξιακή διαδικασία.
    Εκτός από τα παραπάνω, απαιτείται η αποφασιστική και οριστική άρση των εμποδίων που ανακύπτουν από διάφορα μικρά ή μεγάλα οργανωμένα συμφέροντα και συντεχνίες, που επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα και δυσχεραίνουν την υλοποίηση επενδύσεων και την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, ακόμη και αυτών που έχουν ήδη εγκριθεί.
    Συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων
    Παρά την έως τώρα πρόοδο, αρκετά θα πρέπει να γίνουν ακόμα στους τομείς των ιδιωτικοποιήσεων, της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας και των διαρθρωτικών αλλαγών. Για παράδειγμα, χρειαζόμαστε ακόμη μεγαλύτερη οικειοποίηση με τις ιδιωτικοποιήσεις. Με τις συνεργασίες δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, ακόμα και σε τομείς που, όπως ήδη αναφέρθηκε, θεωρούνται ταμπού. Χρειαζόμαστε αρκετές ακόμα μεταρρυθμίσεις, π.χ. στην αγορά ενέργειας, στην αγορά προϊόντων, υπηρεσιών και σε ορισμένα επαγγέλματα, για να αυξηθεί η παραγωγικότητα και να μειωθεί το κόστος των προϊόντων και
    των υπηρεσιών για τον καταναλωτή. Μέτρα για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας σε όλη τη δημόσια διοίκηση. Μέτρα για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. Πλήρη σεβασμό στην ανεξαρτησία των θεσμών. Ενθάρρυνση και παροχή κινήτρων για συνεργασία του ιδιωτικού τομέα με πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα, προκειμένου να προωθηθεί η καινοτομία και η μετάβαση στην οικονομία της γνώσης.
    5.3 Μείωση των μη-εξυπηρετούμενων δανείων

    Στον τραπεζικό τομέα, προτεραιότητα αποτελεί η αντιμετώπιση του μεγάλου όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων και ιδιαίτερα, το πρόβλημα των λεγόμενων στρατηγικών κακοπληρωτών, που αποτελούν τροχοπέδη όχι μόνο για την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, αλλά και για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Αξίζει να επισημανθεί ότι έχουν πλέον νομοθετηθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα και έχει διαμορφωθεί το ρυθμιστικό πλαίσιο, ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων με αποτελεσματικό και γρήγορο τρόπο.
    6. Αντιμετώπιση του υψηλού δημόσιου χρέους

    Είναι απαραίτητο να αναληφθούν συγκεκριμένες δράσεις για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, καθώς και για μια πιο ρεαλιστική αναπροσαρμογή των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων. Στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου 2017 δόθηκε μια πιο σαφής κατεύθυνση για την αναδιάρθρωση του χρέους μετά το τέλος του προγράμματος, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη κάνει συγκεκριμένες προτάσεις για ήπια αναδιάρθρωση του χρέους, όπως, για παράδειγμα, η μετάθεση της μέσης σταθμικής διάρκειας αποπληρωμής των τόκων των δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) κατά 8,5 χρόνια τουλάχιστον. Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι αυτό μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά στην επίτευξη της βιωσιμότητας του χρέους, ακόμη και αν τα πρωτογενή πλεονάσματα της γενικής κυβέρνησης διατηρηθούν στο 3,5% του ΑΕΠ μόνο μέχρι το 2020 (η συμφωνία προβλέπει ότι θα διατηρηθούν στο 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022) και μειωθούν στο 2,0% μετά. Αυτές οι δύο προτάσεις, εφόσον υιοθετηθούν, είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσουν τόσο την ανάκαμψη της οικονομίας όσο και το αξιόχρεο της χώρας.
    Η αναπτυξιακή επίδραση της αναδιάρθρωσης τους χρέους και της μείωσης που θα επιφέρει στο κόστος εξυπηρέτησής του θα είναι υψηλότερη, εάν ο δημοσιονομικός χώρος που απελευθερώνεται από τη μείωση των δημοσιονομικών στόχων, ύψους 1,5% του ΑΕΠ, χρησιμοποιηθεί για τη μείωση της φορολογίας στην εργασία και το κεφάλαιο, και συνδυαστεί με τις κατάλληλες πολιτικές για την αύξηση του δυνητικού προϊόντος και την αναστροφή του brain drain, δηλαδή τον επαναπατρισμό νέων επιστημόνων που έφυγαν μέσα στην κρίση.
    Αυτή η πρόταση ήπιας αναδιάρθρωσης του χρέους είναι ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα, ενώ για τους εταίρους της συνεπάγεται ελάχιστο κόστος. Τα παραπάνω θα ανοίξουν το δρόμο για την ένταξη των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, που με τη σειρά του θα διευκολύνει τη διατηρήσιμη πρόσβαση στις αγορές και θα στηρίξει περαιτέρω την οικονομική ανάκαμψη.
    Οικονομία