• Αναζήτηση
  • Ο Βάγκνερ γκρεμίζει την Ακρόπολη

    Μπορεί να φανταστεί κανείς το γκρέμισμα της Ακρόπολης;

    Τουλάτου Ισμα Μ
    Μπορεί να φανταστεί κανείς το γκρέμισμα της Ακρόπολης; Τι θα γινόταν άραγε αν ερχόταν το τέλος της συνέχειας μέσω της οποίας έχουμε συγκροτηθεί ως κράτος και ταυτόχρονα αντιλαμβανόμαστε τον υπόλοιπο κόσμο; Τα παραπάνω – ομολογουμένως τολμηρά – ερωτήματα θέτει η όπερα «Το λυκόφως των χρεών» με την οποία η Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής εγκαινιάζει την επίσημη λειτουργία της στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος από τις 6 Οκτωβρίου. Το έργο, μια ριζική διασκευή του «Λυκόφωτος των θεών», του τελευταίου μέρους της μνημειώδους Τετραλογίας του Βάγκνερ, βασίζεται σε μια ιδέα του Αλέξανδρου Ευκλείδη, διευθυντή της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία, ενώ τη μεταγραφή και την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης έχει ο Χαράλαμπος Γωγιός και το κείμενο είναι του Δημήτρη Δημόπουλου.
     Η παράσταση αφηγείται την «ιστορία του προδομένου έλληνα ψηφοφόρου, τον μύθο του χρέους και τη σύγχυση του νεοκλασικού φαντασιακού με τη νεοελληνική πραγματικότητα», όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά. Οι δημιουργοί του έργου δανείζονται από τον μύθο του Βάγκνερ την πτώση της Βαλχάλας, της κατοικίας των θεών, και στη θέση της τοποθετούν τον Ιερό Βράχο, διαχρονικό σύμβολο τόσο του ελληνικού όσο και του δυτικού πολιτισμού.

    Δυνατή ιδέα
    Ολα άρχισαν το 2009, όταν ο Αλέξανδρος Ευκλείδης έτυχε να παρακολουθήσει μια συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών η οποία περιελάμβανε την τρίτη πράξη του «Λυκόφωτος των θεών» με τη σοπράνο Τζούλια Σουγλάκου. «Ολόκληρη η τετραλογία του «Δαχτυλιδιού» αλλά ειδικά το «Λυκόφως» διαπνέεται από μια εξαιρετικά δυνατή ιδέα: το τέλος της εποχής των θεών και την αρχή της περιόδου κατά την οποία οι άνθρωποι παίρνουν τη μοίρα στα χέρια τους» εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Σκέφτηκα λοιπόν ότι θα είχε ενδιαφέρον ένα ελληνικό «Δαχτυλίδι» που θα τελείωνε με τον… κατακρημνισμό της Ακρόπολης, το τέλος της μυθολογίας δηλαδή». Ταυτόχρονα φαντάστηκε και τον Ελληνα Ζίγκφριντ, έναν ήρωα ο οποίος διαρκώς ερχόταν προκειμένου να σώσει αλλά και να προδώσει ταυτόχρονα. «Η σωτηρία και η προδοσία υπάρχουν πάντα έντονα στην ελληνική ιστορία» σχολιάζει ο ίδιος.
     
    Ωστόσο, παρ’ όλο που η ιδέα υπήρχε έκτοτε στο πίσω μέρος του μυαλού του, το θεωρούσε απίθανο να γίνει πραγματικότητα. Κάποια στιγμή, συζητώντας με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της ΕΛΣ, τον συνθέτη Γιώργο Κουμεντάκη, ο τελευταίος τού είπε πως τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα για την Εναλλακτική Σκηνή η όπερα σε παράφραση. «Καθώς είχα ήδη κάποια εμπειρία στο είδος, του πρότεινα την ιδέα του «Λυκόφωτος» και ταυτόχρονα την ομάδα με την οποία είχαμε συνεργαστεί στο παρελθόν. Από τη στιγμή που αρχίσαμε να δουλεύουμε το μεγαλεπήβολο σχέδιο, μας πήρε πολύ καιρό να σχηματοποιήσουμε την αρχική, πρωτόλεια ιδέα…». Ο σκηνοθέτης επισημαίνει πως το «Λυκόφως των θεών» είναι έργο με πολλά αφηγηματικά και δραματουργικά κενά. Εν προκειμένω, οι συντελεστές μεταξύ άλλων αναζήτησαν το πώς ο εθνικός μας μύθος έχει να κάνει με το γερμανικό φαντασιακό που γέννησε το έργο του Βάγκνερ.

    «Κάμποσοι ιστορικοί έχουν ασχοληθεί με το πώς η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους οφείλει πράγματα στο βαυαρικό πρότυπο» λέει ο Αλέξανδρος Ευκλείδης. «Το γεγονός ότι είμαστε ένα κράτος που πρωτοφτιάχτηκε από Βαυαρούς είναι το καλά κρυμμένο μυστικό μας. Ακόμη και αυτή η εμμονή που έχουμε με το τέλος, ο φόβος του τέλους, ο οποίος είναι πολύ εμφανής στη δημόσια σφαίρα, οι θεωρίες συνωμοσίας οι οποίες κατά καιρούς αναπτύσσονται, όλα αυτά έχουν μέσα τους την «αρρώστια» του ρομαντισμού. Δεν δυσκολευτήκαμε να προβάλουμε αυτές τις ιδέες στο υλικό του Βάγκνερ».
     
    Βάσει της υπόθεσης του έργου η Ελληνίδα Βρουνχίλδη (Τζούλια Σουγλάκου), ελληνικό αντίστοιχο της Βαλκυρίας, κόρης του αρχηγού των θεών στο έργο του Βάγκνερ, προσφέρει με την ψήφο της το δαχτυλίδι της διαδοχής στον δικό της Ηρωα, τον Σωτήρη (Δημήτρης Πακσόγλου), ελληνικό αντίστοιχο του Ζίγκφριντ, ελπίζοντας ότι αυτός δεν θα την προδώσει όπως οι προκάτοχοί του και θα καταφέρει να σπάσει τον αέναο κύκλο του χρέους που τους βασανίζει.  Τα μουσικά μοτίβα του πρωτότυπου, τα περίφημα «Leitmotiv» του Βάγκνερ, εν προκειμένω αντικαθίστανται από πασίγνωστα ελληνικά μουσικά θέματα, όπως ο Εθνικός Υμνος και το παιδικό τραγούδι «Πού ‘ν’ το, πού ‘ν’ το, το δαχτυλίδι», δημιουργώντας ένα παλίμψηστο όπου η βαγκνερική δραματουργία συνδιαλέγεται άμεσα με τον συγκινησιακό κόσμο του έλληνα ακροατή.
     
    Το πεντάωρης διάρκειας πρωτότυπο έργο μειώνεται κατά τα δύο τρίτα και μεταφέρεται σε διαστάσεις δωματίου, με 11 τραγουδιστές και εννεαμελές ενόργανο σύνολο στη θέση της ογκώδους βαγκνερικής ορχήστρας. Πέραν όλων αυτών όμως, σκοπός των συντελεστών είναι να προτείνουν έναν καθ’ ημάς Βάγκνερ με νέο λιμπρέτο στην ελληνική γλώσσα, μετατρέποντας το πρωτότυπο σε ένα εκρηκτικό πολιτικό μελόδραμα το οποίο έρχεται αντιμέτωπο με ερωτήματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής πραγματικότητας, ακριβώς όπως έκανε και ο Βάγκνερ στη δική του, ταραγμένη εποχή.

    Κίνδυνος παρεξήγησης
    Με δεδομένα τα τολμηρά ερωτήματα που θέτει το έργο, ο σκηνοθέτης θεωρεί ότι θα μπορούσε, ενδεχομένως, να ενοχλήσει; «Ισως. Δεν κάναμε ένα έργο με στόχο να αρέσει στους πάντες» απαντά ο Αλέξανδρος Ευκλείδης. «Ο Βάγκνερ έγραφε έργα για την εποχή του και με αυτό το δεδομένο θελήσαμε κι εμείς να θέσουμε κάποια ζητήματα με προφανή κίνδυνο παρεξήγησης… Είναι εύκολο να απορρίψει κανείς το έργο αν σταθεί στο πρώτο επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, βρίσκω πως είναι ενδιαφέρον πείραμα» λέει στη συνέχεια, ξεκαθαρίζοντας πως οι συντελεστές δεν έχουν κανέναν σκοπό να προκαλέσουν. Οσο για το πού θέλουν να απευθυνθούν, τους ενδιαφέρει τόσο ο θεατής της Λυρικής όσο και αυτός ο οποίος έχει κάποια δυσκολία να παρακολουθήσει όπερα. «Πρόκειται για φιλόδοξη και διανοητικά απαιτητική παραγωγή» ομολογεί ο Αλέξανδρος Ευκλείδης. «Αισθανόμαστε ότι για να διευρυνθεί το κοινό της όπερας πρέπει και η ίδια η όπερα να κάνει κάποια βήματα… Οφείλουμε να ανταποκριθούμε στα αιτήματα και στις ανάγκες του κοινού».
     
    Μιλώντας γενικότερα για την Εναλλακτική Σκηνή, ο διευθυντής της θυμίζει πως δημιουργήθηκε στη βάση της συνύπαρξης της εκπαίδευσης, της κοινωνικής ανταποδοτικότητας και της σύγχρονης δημιουργίας, οι οποίες αντιστοιχούν σε τρεις «ζώνες» της ημέρας. «Η Εναλλακτική Σκηνή είναι ένας μικρός χώρος, προφανώς δεν ανταγωνίζεται ούτε την Κεντρική Σκηνή ούτε – έτι περισσότερο – το Κέντρο Πολιτισμού… Είμαστε ένα εργαστήριο που φιλοδοξεί να δημιουργήσει «μαγιά», η οποία θα ενεργοποιήσει διαδικασίες».
     
    Τέλος, αναφέρεται στο εφετινό πρόγραμμα, επισημαίνοντας ενδεικτικά τη νέα όπερα για παιδιά «Ο Πρίγκιπας Ιβάν και το πουλί της φωτιάς» του Θοδωρή Αμπαζή, αλλά και το «Ζ», την όπερα δωματίου του Μηνά Μπορμπουδάκη, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού, όπως επίσης τις συμπαραγωγές οι οποίες θα συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια με έμφαση στις νέες δημιουργίες. Παράλληλα, ο Αλέξανδρος Ευκλείδης κάνει ιδιαίτερη μνεία στη μεγάλη επιτυχία του «Ερωτόκριτου» σε μουσική Δημήτρη Μαραμή και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου. «Θεωρώ ότι το υψηλό επίπεδο παραγωγών θα μας βοηθήσει να εξασφαλίζουμε την αναγκαία χρηματοδότηση και ταυτόχρονα να διατηρήσουμε την αίσθηση του ρίσκου και του κινδύνου» καταλήγει.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός