• Αναζήτηση
  • Ανγκελα Μέρκελ: Η survivor της Δύσης

    Ευρωπαίοι και Αμερικανοί θέλουν να πιστεύουν ότι η ηγεσία τους είναι ηγεσία ήθους.

     Ευρωπαίοι και Αμερικανοί θέλουν να πιστεύουν ότι η ηγεσία τους είναι ηγεσία ήθους. Οτι αυτό που διαχωρίζει τους δικούς τους statesmen από εκείνους της Σοβιετικής Ενωσης, παλαιότερα, ή της Κίνας σήμερα, είναι το ηθικό ανάστημά τους. Οτι η δική τους πολιτική πράξη διέπεται από καθολικές αρχές, ενώ των άλλων αποβλέπει στα στενά εθνικά τους συμφέροντα. Πρόκειται φυσικά για μια εξιδανικευμένη εικόνα, η οποία φιλοτεχνήθηκε σταδιακά με την επίμονη προβολή ενός συνόλου αξιών τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου, όταν εκφραστής τους και «ηγέτης του ελεύθερου κόσμου», κατά την αγαπημένη φράση των αμερικανικών ΜΜΕ, ήταν ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
    Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ υπό τη σκέπη μιας εθνικιστικής ρητορικής απόρριψης του ελεύθερου εμπορίου, αναθεώρησης των εξωτερικών σχέσεων και υποβάθμισης του ΝΑΤΟ διατάραξε αυτή τη συνθήκη. Και έτσι η εκπροσώπηση της Δύσης αλλάζει χέρια, ανακοίνωνε ο Στίβεν Κόλινσον στο τεύχος Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου του «State», ψηφιακού περιοδικού του CNN. «Περισσότερα από 70 χρόνια αφότου οι Αμερικανοί συνέβαλαν στην ήττα των ναζί, μια γερμανίδα καγκελάριος ετοιμάζεται να αναλάβει την ηθική ηγεσία της Δύσης».
     
    Αν, όπως όλα δείχνουν, επικρατήσει στις κάλπες της 24ης Σεπτεμβρίου εξασφαλίζοντας την τέταρτη θητεία της, η Ανγκελα Μέρκελ θα δικαιούται να περιβληθεί αυτόν τον αόρατο μανδύα του ηθικού ηγεμόνα. Θα το πετύχει γιατί, όπως το έθετε στο «State» o Μάθιου Κβόρτρουπ, καθηγητής Εφαρμοσμένης Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου του Κόβεντρι και βιογράφος της καγκελαρίου, σήμερα «εκείνη θέτει την πολιτική ατζέντα. Εκείνη εκπροσωπεί το zeitgeist, το πνεύμα των καιρών. Το zeitgeist της μη alt-right, της μη εναλλακτικής Δεξιάς».    
     Η αφήγηση της ανάρρησής της στα ανώτατα αξιώματα έχει ειπωθεί πλείστες όσες φορές γιατί είναι το ιδανικό, απρόσμενο success story. Στη Γερμανία όλοι ξέρουν ότι η 63χρονη γυναίκα που κάνει η ίδια τα ψώνια της και ζει στο κέντρο του Βερολίνου σε ένα διαμέρισμα 100 τετραγωνικών με το όνομα του συζύγου της στο κουδούνι («καθηγητής Γιόακιμ Σάουερ») ήταν μια ταπεινή κόρη ανατολικογερμανού πάστορα. Αδέξια κοινωνικά, πειθαρχημένη, μελετηρή, αυστηρή στη ρουτίνα της σε σημείο να αγνοήσει αρχικά την πτώση του Τείχους στις 9 Νοεμβρίου 1989 για να κάνει πρώτα τη σάουνά της, όπως κάθε Πέμπτη, η νεαρή Ανγκελα δεν φάνταζε αυτό που θα αποκαλούσαμε υλικό πολιτικής σταδιοδρομίας. Με τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας απέσπασε το διδακτορικό της στην κβαντική χημεία – και το επώνυμό της: ο γάμος με τον συμφοιτητή της Ούλριχ το 1977 την κατέστησε κυρία Μέρκελ από τότε και στο εξής, παρά το γεγονός ότι ο κύριος Μέρκελ είχε γίνει παρελθόν ήδη από το 1982.
     Ξεκίνησε την πολιτική καριέρα της ξεπακετάροντας και συνδέοντας υπολογιστές στα γραφεία του κεντροδεξιού φορέα «Δημοκρατική Αφύπνιση», στον οποίο εντάχθηκε το 1989. Οταν το 1990 η πρώτη και τελευταία εκλεγμένη κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας υπό τον Λόταρ ντε Μεζιέρ αναζήτησε αναπληρώτρια εκπρόσωπο Τύπου, τη βρήκε στο πρόσωπό της. Λέγεται ότι κάποια στιγμή ο πρωθυπουργός ανέθεσε στον διευθυντή του πολιτικού γραφείου του να την πάει για ψώνια ώστε να απαλλαγεί από τις φούστες και τα σανδάλια με τα οποία εμφανιζόταν έως τότε.
    Η αδαής ενδυματολογικά κοπέλα των αρχών της δεκαετίας του ’90 δεν είχε και πολλή σχέση με την προσεκτική πολιτικό του τέλους της: η μαθητεία δίπλα στον Χέλμουτ Κολ τη δίδαξε τους κανόνες του παιχνιδιού, μεταξύ αυτών και το πότε είναι καλό να εγκαταλείπεις τον μέντορά σου βορά στους λύκους. Γραμματέας των Χριστιανοδημοκρατών το 1999, όταν έσκασε η βόμβα του χρηματοδοτικού σκανδάλου που σκίασε την υστεροφημία του καγκελαρίου, δεν δίστασε να δημοσιεύσει ένα άρθρο στην «Frankfurter Allgemeine Zeitung» με το οποίο προέτρεπε το κόμμα να καταδικάσει τα πεπραγμένα του. Η κίνηση είχε το πλεονέκτημα να αδειάζει και τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αρχηγό του κόμματος και επίσης αναμεμειγμένο στην υπόθεση, εφόσον έγινε εν αγνοία του. Μερικούς μήνες αργότερα ο Σόιμπλε παραιτήθηκε υπό το βάρος των αποκαλύψεων και η Ανγκελα εξελέγη στη θέση του.
     
    Αυτή ήταν μόνο η αρχή. Στην πορεία η Μέρκελ απέκτησε κάτι από τον Μακχίθ των Κουρτ Βάιλ και Μπέρτολντ Μπρεχτ της «Οπερας της πεντάρας»: όχι τα δόντια του καρχαρία, αλλά το μαχαίρι τού «Mack the Knife» που οι στίχοι του ομώνυμου τραγουδιού θέλουν τον χαρακτήρα να κρατά κρυφό έως την κρίσιμη στιγμή και τότε να το χειρίζεται με μαεστρία. Ο Μίκαελ Νάουμαν, πρώην υπουργός Πολιτισμού της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης του Γκέρχαρντ Σρέντερ, διηγούνταν το 2014 στον Τζορτζ Πάκερ του «New Yorker» πώς σε ένα δείπνο, χρόνια πριν, καθισμένος δίπλα στον Χέλμουτ Κολ, τον είχε ακούσει να δηλώνει: «Εφερα ο ίδιος τη δολοφόνο μου, έβαλα το φίδι στο ίδιο μου το χέρι».
    Αλλά από όλους εκείνους που τη θεώρησαν άοπλη και έπεσαν στη συνέχεια θύματά της μπορεί να καταθέσει καλύτερα για την επιδεξιότητά της στο μαχαίρι ο ίδιος ο Γκέρχαρντ Σρέντερ: στην παραδοσιακή στη Γερμανία κοινή τηλεοπτική εμφάνιση των αρχηγών κομμάτων μετά τη μετάδοση των εκλογικών αποτελεσμάτων θριαμβολογούσε το 2005 ισχυριζόμενος ότι η μικρή υστέρησή του από τους Χριστιανοδημοκράτες τού έδινε τα κλειδιά των εξελίξεων και της παραμονής στην εξουσία. Αφού τον άφησε να φλυαρεί για αρκετά λεπτά, η Μέρκελ τον καθάρισε με μία μόνo πρόταση: «Πολύ απλά, δεν κερδίσατε εσείς σήμερα».
     Θα έλεγε κανείς ότι η Ανγκελα Μέρκελ κερδίζει εκλογές διά του μαζικού υπνωτισμού. Ακουμπά τα δάχτυλα του δεξιού στα δάχτυλα του αριστερού χεριού, στην αγαπημένη της χειρονομία, φοράει ένα από τα αναρίθμητα πανομοιότυπα ταγέρ της και μιλάει υπομονετικά, άτονα, χωρίς εντάσεις και υφέσεις. «Στον μη γερμανόφωνο ακούγεται σαν να διαβάζει τις ρυθμιστικές οδηγίες του συστήματος εθνικών σιδηροδρόμων» παρατηρεί ο Πάκερ. Αντίπαλος ικανός να αφυπνίσει το κοινό δεν υπάρχει. Οι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν το 2009 και το 2013 με κάτω τα χέρια και με τα χειρότερα ποσοστά από τις τελευταίες ελεύθερες εκλογές της δημοκρατίας της Βαϊμάρης πριν από την έλευση του Χίτλερ. Χρειάστηκε η εισαγωγή του Μάρτιν Σουλτς από το Ευρωκοινοβούλιο τον περασμένο Ιανουάριο για να γίνει μια φασαρία που κάπως ξύπνησε προσωρινά το γερμανικό εκλογικό σώμα. Αναρωτιέται κανείς τι να σκεφτόταν η Μέρκελ για τους περίπου δύο μήνες που ο όρος «κοινωνική δικαιοσύνη» αρθρωμένος από έναν outsider της εθνικής πολιτικής σκηνής έμοιαζε για ακατανόητους λόγους να γοητεύει τους πολίτες φέρνοντας Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες στα ίσα στις δημοσκοπήσεις.
    Επειτα συνέβη ό,τι συμβαίνει κάθε φορά εδώ και δώδεκα χρόνια: οι Γερμανοί κοίταξαν τις τσέπες τους, η οικονομία ήχησε δυνατότερα σιγοντάροντας τις μονότονες επαναλήψεις της Ανγκελα και στο μυαλό τους ωρίμασε η απόφαση να επανεκλέξουν την καγκελάριο. Αν κάποιος έχει να προτείνει κάτι καλύτερο, πειστικότερο ή πιο εμπνευσμένο από τη δική της βαρετή αλλά αποτελεσματική συνταγή, θα πρέπει να βρει τον σωστό τόνο φωνής για να λύσει τα μάγια.
    Πολιτικά ξόρκια όμως δεν υπάρχουν. Και πολιτική ηγεμονία σε τέτοιο βάθος χρόνου σημαίνει οπωσδήποτε ικανότητες χειρισμών και αίσθηση της βούλησης της κοινής γνώμης. Οσον αφορά το πρώτο στοιχείο, οι περισσότεροι εκθειάζουν τον τρόπο σκέψης της Μέρκελ, καρπό, συμφωνούν, της παιδείας της: «Κοιτάζει την πολιτική με το βλέμμα του επιστήμονα» έλεγε στον «New Yorker» o Μπερντ Ούλριχ, υποδιευθυντής της εφημερίδας «Die Zeit» – συγκρίνει, αναλύει, ζυγίζει, αποφασίζει νωρίς και κατόπιν περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να δράσει. Αυτή όμως η ικανότητα προικισμένου ανατόμου δεν συνοδεύεται από συγκροτημένο όραμα: «Ο μακρόχρονος ορίζοντας της καγκελαρίου είναι δύο εβδομάδες» είναι τα λόγια ενός συμβούλου της που επικαλείται ο Τζορτζ Πάκερ. Ετσι εξηγείται ίσως και η επιφυλακτικότητα που τη διακρίνει στις δεσμεύσεις. Η ταύτισή της με τα «πιστεύω» του μέσου Γερμανού δεν προέρχεται από την οξυδέρκειά της αλλά από ενδελεχή παρακολούθηση των τάσεων της κοινής γνώμης: σύμφωνα με το περιοδικό «Spiegel» η καγκελαρία είχε παραγγείλει 600 δημοσκοπήσεις σε διάστημα τεσσάρων ετών.
    Σπάνια η Μέρκελ δρα αυθόρμητα ή ακολουθεί το αισθητήριό της ως προς τα αιτήματα του κοινού. Δύο περιπτώσεις έρχονται μόνο στον νου: η ανακοίνωση της σταδιακής κατάργησης της πυρηνικής ενέργειας στον απόηχο του ατυχήματος της Φουκουσίμα το 2011 και το άνοιγμα των συνόρων στους πρόσφυγες από τη Συρία το 2015. Η πρώτη έγινε ευμενώς δεκτή, η δεύτερη λίγο έλειψε να της στοιχίσει την καγκελαρία.
    Η δωδεκαετία της Ανγκελα σημαδεύτηκε από δύο μείζονες κρίσεις: της ευρωζώνης και του Προσφυγικού. Στην πρώτη φρόντισε να ακολουθήσει την προσφιλή της τακτική των καθυστερήσεων καθησυχάζοντας τους Γερμανούς και ρισκάροντας να την προλάβουν οι εξελίξεις της αγοράς. Τελικά, η Ισπανία και η Ιταλία άντεξαν το 2012, η 17ωρη διαπραγμάτευση με τον Αλέξη Τσίπρα το 2015 έγειρε προς την πλευρά του φαβορί και η γερμανική γλώσσα κέρδισε το ρήμα «merkeling» που ορίζει ακριβώς το να χρονοτριβείς στην επίλυση των προβλημάτων κατά τον τρόπο της καγκελαρίου.
    Για τον Τζορτζ Πάκερ του «New Yorker» οι υπολογισμοί της κατά τη διάρκεια της κρίσης κατέδειξαν με σαφήνεια δύο πράγματα: την προτίμηση στην εκλογική πελατεία της παρά στην υστεροφημία της και τη συμπόρευση με την ιδέα της Ευρώπης, όχι από ιδεαλιστικούς λόγους, αλλά εξαιτίας της αίσθησης των γερμανικών συμφερόντων. «(Η Μέρκελ) χρειάζεται την Ευρώπη γιατί η Ευρώπη, είναι η ωμή αλήθεια, κάνει τη Γερμανία μεγαλύτερη» σχολιάζει ο Ντιρκ Κουρμπγιουβάιτ του «Spiegel». Να, όμως, που η μεγαλύτερη Γερμανία έχει μεγαλύτερες ευθύνες, και αν η καγκελάριος το συναισθάνεται αυτό, δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο και για τους συμπατριώτες της.
     
    Οταν η Ανγκελα δέχθηκε την εγκατάσταση σχεδόν 1 εκατ. προσφύγων από τη Συρία το 2015, η δημοτικότητά της βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση για σχεδόν δώδεκα μήνες, φτάνοντας το 46% και θέτοντας υπό αμφισβήτηση μια νέα υποψηφιότητά της το 2017. Γιατί ανέκαμψε, αν και αποδείχθηκε ότι σε ένα κρίσιμο ζήτημα υπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα στην ίδια και το εκλογικό σώμα; Γιατί αφενός παρεμβλήθηκε το 2016 που έδειξε σε όλους ότι εκεί έξω συμβαίνουν Brexit και εκλέγονται Τραμπ. Και γιατί αφετέρου η Μέρκελ έχει υιοθετήσει τόσες θεματικές τής Σοσιαλδημοκρατίας που δεν της έχει αφήσει διόλου οξυγόνο: τάχθηκε υπέρ των συνδικάτων, μείωσε το όριο συνταξιοδότησης για κάποιες κατηγορίες εργαζομένων, αύξησε τις συντάξεις μητρότητας και γήρατος. Ταυτόχρονα, έστρεψε το δικό της κόμμα προς το Κέντρο, γιατί, ας μην ξεχνάμε, το CDU δεν ήταν πάντοτε το κόμμα που θα ψήφιζε πακέτα δισεκατομμυρίων ευρώ για διασώσεις ηλιόλουστων χωρών, ούτε εκείνο που θα ενέκρινε αθρόες εγκαταστάσεις προσφύγων. Ηταν πριν, και θα είναι και μετά τη Μέρκελ, η παράταξη των καθολικών, των πολιτισμικά συντηρητικών, του status quo.
     Σήμερα, όμως, το πρόβλημά της δεν είναι οι κομματικές ισορροπίες. Ως έναν βαθμό, δεν είναι ούτε οι διεθνείς. Οι ξένοι ηγέτες εκτιμούν τις ικανότητές της. Η συνεργασία με τον Μπαράκ Ομπάμα εξελίχθηκε σε φιλία. Ακόμη και ο Βλαντίμιρ Πούτιν που το 2007 έφερνε επίτηδες το λαμπραντόρ του στην αίθουσα στη διάρκεια της επίσημης συνάντησής τους, γνωρίζοντας τη φοβία της για τους σκύλους, δέκα χρόνια μετά διατηρεί την τακτικότερη επικοινωνία μαζί της από όλους, αναγνωρίζοντας ότι η Μέρκελ είναι ο μόνος ανοικτός δίαυλός του με τη Δύση. Το ζήτημα όμως της καγκελαρίου είναι η ιδέα της για την Ευρώπη. Εδώ η έλλειψη οράματος δείχνει ότι η ηθική ηγεσία είναι μια προβληματική έννοια, τελικά: η προαλειφόμενη ηγέτιδα του ελεύθερου κόσμου δεν είναι και τόσο δημοφιλής πανευρωπαϊκά, γιατί ο Νότος βιώνει την εκ μέρους της επίλυση της κρίσης ως οικονομικό ζουρλομανδύα. Οσο οι σκόρπιες κατά καιρούς κουβέντες της περί πολιτικής σύσφιγξης παραμένουν απλή ρητορεία, η Μέρκελ θα ισορροπεί άβολα μεταξύ μιας Ευρώπης ανολοκλήρωτης και μιας Γερμανίας απρόθυμης να αναλάβει επιπλέον ευθύνες. Αυτό που συνεχίζει να λείπει λοιπόν από αυτές τις γερμανικές εκλογές, έγραφε στις 7 Σεπτεμβρίου ο Φίλιπ Στίβενς στους «Financial Times», «είναι ένας σοβαρός διάλογος για τον διεθνή ρόλο που η Γερμανία δεν μπορεί πια να αποφύγει».
    Περιγράφοντας τις ήρεμες, βαρετές εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου για το κοινό των «New York Times», o δημοσιογράφος της «Zeit» Γιόχεν Μπίτνερ ρίσκαρε μια πρόβλεψη στα τέλη Αυγούστου – ότι αυτές οι κάλπες θα είναι οι τελευταίες της ηρεμίας και της βαρεμάρας. Ως καταλύτη του πολιτικού σκηνικού ο Μπίτνερ βλέπει τη λαϊκιστική «Εναλλακτική για τη Γερμανία»: η παρουσία της θα εξαναγκάσει τους Χριστιανοδημοκράτες να κινηθούν δεξιότερα ώστε να επαναπατριστούν οι ψήφοι που θα χάσουν εξαιτίας της, τους Σοσιαλδημοκράτες να κινηθούν αριστερότερα για να διαφοροποιηθούν επιτέλους, και το αποτέλεσμα θα είναι «η αναβίωση των πολιτικών διαφορών στη Γερμανία».
    Πιθανότατα, όπως κάνουν συστηματικά οι περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές, υποτιμά και αυτός τη δυναμική ενός ξενόφοβου, ρατσιστικού κόμματος που βρίσκει βήμα διάδοσης των απόψεών του: η «Εναλλακτική» δεν θα προξενήσει απλώς «αμηχανία» ή «ενόχληση», θα αναδείξει ακραίες τάσεις και συμπεριφορές που η γερμανική κοινωνία προτιμά να κρύβει κάτω από το χαλί. Ωστόσο, αυτό που υπονοεί ο Γιόχεν Μπίτνερ είναι αν έχει θέση η προσηνής, κεντρώα, no drama Ανγκελα Μέρκελ σε ένα τέτοιο σκηνικό.
    Με τα σημερινά δεδομένα, το ερώτημα θέτει βάσιμες αμφιβολίες. Με τα τότε δεδομένα μιας πιθανής ιστορικής πέμπτης τετραετίας στον ορίζοντα η καγκελάριος θα ζυγίσει τα ενδεχόμενα με τον χαρακτηριστικό, επιστημονικό τρόπο της: ήρεμα, αναλυτικά, μεθοδικά. Μετά θα δώσει την απάντηση. Και επειδή η Ανγκελα Μέρκελ κοιτάζει την πολιτική με το βλέμμα της επιστήμης και διακρίνει ευκαιρίες εκεί που οι άλλοι βλέπουν προβλήματα, μην εκπλαγείτε αν η απάντηση είναι θετική.
    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino