• Αναζήτηση
  • Η «Μποέμ» ξαναγεννιέται

    Πόσο εύκολο είναι, άραγε, για ένα από τα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου να αφήσει πίσω του τη μακροβιότερη παραγωγή του και μία από τις μεγαλύτερες, κατά κοινή ομολογία, επιτυχίες του;

    ΙΣΜΑ ΤΟΥΛΑΤΟΥ
    Πόσο εύκολο είναι, άραγε, για ένα από τα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου να αφήσει πίσω του τη μακροβιότερη παραγωγή του και μία από τις μεγαλύτερες, κατά κοινή ομολογία, επιτυχίες του; Μια παραγωγή η οποία έκανε πρεμιέρα το 1974 (!), γνώρισε 26 αναβιώσεις σε περισσότερες από 500, συνολικά, παραστάσεις, ενώ από τη διανομή της κατά καιρούς παρήλασαν τα μεγαλύτερα ονόματα του διεθνούς λυρικού στερεώματος, από τον Ντομίνγκο, τον Παβαρότι και τον Καρέρας ως τον νεότερο Τζόζεφ Καλίγια και από την Κάτια Ριτσιαρέλι, τη Μιρέλα Φρένι, την Κίρι τε Κανάουα ως την Αντζελα Γκεοργκίου, την Αννα Νετρέμπκο αλλά και τη «δική» μας Ελενα Κελεσίδη;
     
    Χωρίς αμφιβολία, το στοίχημα για τον Ρίτσαρντ Τζόουνς που ανέλαβε τη σκηνοθεσία της νέας παραγωγής της δημοφιλούς «La Boheme» του Πουτσίνι, η οποία ήρθε να αντικαταστήσει το περί ου ο λόγος «απόλυτο» ανέβασμα του βετεράνου Τζον Κόπλεϊ στη Βασιλική Οπερα στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου, ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Ωστόσο, ο 63χρονος Βρετανός το κέρδισε πανηγυρικά την περασμένη Δευτέρα το βράδυ: η πρεμιέρα καταχειροκροτήθηκε χαρίζοντας στο θέατρο μια άκρως εντυπωσιακή έναρξη της σεζόν 2017-2018. Η παράσταση θα παίζεται ως τις 10 Οκτωβρίου ενώ στις 3 του ίδιου μήνα θα έχει την ευκαιρία να την απολαύσει και το διεθνές κοινό μέσω του προγράμματος ζωντανών μεταδόσεων της Royal Opera House σε επιλεγμένες κινηματογραφικές αίθουσες ανά τον κόσμο (στην Ελλάδα θα μεταδοθεί μαγνητοσκοπημένη στις 10 και 14/11 μέσω της συνεργασίας της ROH με τα Village Cinemas).
    Η προσμονή για τη νέα παραγωγή ήταν μεγάλη και το ένιωθε κανείς προτού καν προσεγγίσει το θέατρο… «Θα δείτε την Μποέμ;» μας ρώτησε ο οδηγός του ταξί μόλις τον ενημερώσαμε για τον προορισμό μας. Στην καταφατική απάντησή μας δήλωσε με υπερηφάνεια ότι ο ίδιος και η οικογένειά του είχαν το προνόμιο να παρακολουθήσουν την προ-γενική δοκιμή. «Μαγική, υπέροχη» πρόσθεσε. «Είστε πολύ τυχεροί».
    Ανυπομονησία και για το ζευγάρι των ηλικιωμένων που έτυχε να κάθονται δίπλα μας στο θέατρο. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στην πρεμιέρα της παράστασης του Κόπλεϊ 43 χρόνια νωρίτερα και είχαν μεγάλη περιέργεια να δουν το ανέβασμα που θα την αντικαταστήσει…

    Ιδανικό μέσο γνωριμίας
    Το έργο προφανώς δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, αφού πρόκειται για μία από τις δημοφιλέστερες όπερες του ρεπερτορίου, ενώ δεν είναι λίγοι όσοι τη θεωρούν το ιδανικό μέσο γνωριμίας του νεανικού κοινού με το λυρικό θέατρο χάρη τόσο στους νεαρούς ήρωές της όσο και στη γοητευτική μουσική του Πουτσίνι. Η όπερα, σε λιμπρέτο των Τζακόζα και Ιλικα, το οποίο με τη σειρά του βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Ανρί Μιρζέρ «Σκηνές από την Μποέμικη ζωή», έκανε πρεμιέρα στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνο την 1η Φεβρουαρίου του 1896 υπό τη διεύθυνση του νεαρού Αρτούρο Τοσκανίνι, ενώ την επόμενη χρονιά – και ενώ είχαν προηγηθεί αρκετά ανεβάσματα εντός και εκτός Ιταλίας – παρουσιάστηκε στη Βασιλική Οπερα στο Λονδίνο.
    Η υπόθεση εξελίσσεται γύρω στα 1830 στο Παρίσι και μιλά για τον έρωτα του φτωχού ποιητή Ροντόλφο με τη Μιμί, μια όμορφη, εύθραυστη μοδιστρούλα η οποία πάσχει από φυματίωση, με το κοινό να παρακολουθεί τις περιπέτειες του νεαρού ζευγαριού και των φίλων τους (του φιλοσόφου Κολίν, του μουσικού Σονάρ, του ζωγράφου Μαρτσέλο, της «άτακτης» Μουζέτα και μιας σειράς ακόμη μικρότερων ρόλων) ως τον θάνατο της ηρωίδας, που αφήνει πίσω συντετριμμένο τον αγαπημένο της…
    Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Τζόουνς – ο οποίος συνεργάζεται με τη Βασιλική Οπερα από το 1994 – καταπιάστηκε με το αριστούργημα του Πουτσίνι. Προηγήθηκε ένα ανέβασμα στο Φεστιβάλ του Μπρέγκεντς, με τον ίδιο να παραδέχεται σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, η οποία προηγήθηκε της πρεμιέρας στο Κόβεντ Γκάρντεν, ότι ο ανοιχτός χώρος «δεν λειτούργησε τόσο καλά για το συγκεκριμένο έργο». Εν προκειμένω, παρουσίασε μια μοντέρνας αισθητικής κλασική παράσταση κρατώντας μια ενδιαφέρουσα ισορροπία έτσι ώστε να κερδίσει το ενδιαφέρον του σύγχρονου θεατή, χωρίς να μετατοπιστεί, όμως, από την εποχή του έργου και να καταφύγει σε ακρότητες, επίσης αταίριαστες με τη συγκεκριμένη όπερα. Εξίσου ισορροπημένη η εναλλαγή συναισθημάτων που ακολούθησε την πλούσια «παλέτα» του έργου, με το χιούμορ να εναλλάσσεται με τη συγκίνηση, η οποία κορυφώθηκε, βέβαια, στο φινάλε. «Ηταν μια παράσταση με πολύ χιόνι, πολλή αλήθεια και εντιμότητα, πολλή ομορφιά… όπως ακριβώς πρέπει να είναι δηλαδή» έγραψε χαρακτηριστικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ένας από τους πλέον έγκριτους βρετανούς κριτικούς λίγο μετά το πέρας της πρεμιέρας.
    Πρωταγωνιστής η ορχήστρα
    Ετσι, η αυλαία άνοιξε αποκαλύπτοντας τη σοφίτα των τεσσάρων φίλων – μια λευκή, ξύλινη, «άχρονη» κατασκευή η οποία θα μπορούσε να ήταν ακόμη και σημερινή – για να ακολουθήσουν μια σειρά από γοητευτικές εικόνες του σκηνογράφου Στιούαρτ Λενγκ οι οποίες αξιοποίησαν στο έπακρο τις εντυπωσιακές τεχνικές δυνατότητες της περιστροφικής σκηνής, έτσι όπως προέκυψαν από την πολυσυζητημένη ανακαίνιση του θεάτρου στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Εντυπωσιακή η σκηνή του πλήθους στο Καρτιέ Λατέν (με τη Χορωδία αλλά και την Παιδική Χορωδία να δίνουν τον τόνο με τα εξαιρετικά καλόγουστα κοστούμια εποχής) αλλά και αυτή στο Café Momus, όπου η Μουζέτα, πρώην αγαπημένη του Μαρτσέλο, κάνει την πρώτη της εμφάνιση στο έργο στο πλευρό του πλούσιου Αλτσιντόρο, τον οποίο αργότερα όλοι τους εγκαταλείπουν αφήνοντάς τον να… πληρώσει τον λογαριασμό! Δυνατό το φινάλε της παράστασης, κατάφερε να συγκινήσει λίγο προτού οι συντελεστές καταχειροκροτηθούν από το κοινό. Μεγάλη πρωταγωνίστρια της βραδιάς η ορχήστρα της Βασιλικής Οπερας υπό τον μουσικό διευθυντή του θεάτρου Αντόνιο Παπάνο, η οποία όχι μόνο ερμήνευσε με αξιοθαύμαστη τεχνική και μουσικότητα την παρτιτούρα, αλλά κατόρθωσε να δημιουργήσει το αναγκαίο υποστηρικτικό πλαίσιο για τους νεαρούς ερμηνευτές: τον αμερικανό τενόρο Μάικλ Φαμπιάνο και την αυστραλή σοπράνο Νικόλ Καρ που ερμήνευσαν τους ρόλους του Ροντόλφο και της Μιμί, αλλά και τον διάσημο πολωνό βαρύτονο Μάριους Κουέτσεν (Μαρτσέλο), τη ρουμανικής καταγωγής σοπράνο Σιμόνα Μιχάι (Μουζέτα) και το υπόλοιπο καστ.
    Με δεδομένη την ταχύτητα με την οποία κινούνται τα πράγματα στην εποχή μας, η παραγωγή του Τζόουνς δεν αναμένεται να «αντέξει» για άλλα 43 χρόνια, αλλά θεωρείται βέβαιο ότι θα παίξει σημαντικό ρόλο στο ρεπερτόριο την επόμενη δεκαετία. Ωστόσο, όταν ανατέθηκε στον Κόπλεϊ μια νέα παραγωγή της «La Boheme», ουδείς – ούτε φυσικά ο ίδιος – μπορούσε να φανταστεί πως θα παιζόταν τόσο πολύ. «Θέλαμε μια κλασική παραγωγή που θα άντεχε τρία – τέσσερα χρόνια» δήλωνε ο ίδιος με αφορμή το τελευταίο ανέβασμα της παράστασής του στο Κόβεντ Γκάρντεν το 2015. Ετσι, και για τη νέα παραγωγή, όλα τα ενδεχόμενα δεν μπορεί παρά να παραμένουν ανοιχτά…

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός