• Αναζήτηση
  • Μιανμάρ: βουδιστές vs μουσουλμάνων – Ανθρωπιστική καταστοφή

    Ζουν πάμφτωχοι και στερημένοι σε μια χώρα που δεν τους δίνει ούτε το δικαίωμα να τη λένε πατρίδα τους. Ενα εκατομμύριο μουσουλμάνοι Ροχίνγκια της βουδιστικής Μιανμάρ, με προγόνους που μεταφέρθηκαν εκεί ως φτηνοί εργάτες από βρετανούς αποικιοκράτες, έχουν υποστεί τα μύρια όσα βάσανα. Σε σημείο που θεωρούνται εδώ και χρόνια «η πιο καταδιωγμένη μειονότητα στον κόσμο».

    Μητροπούλου Ειρήνη
    Ζουν πάμφτωχοι και στερημένοι σε μια χώρα που δεν τους δίνει ούτε το δικαίωμα να τη λένε πατρίδα τους. Ενα εκατομμύριο μουσουλμάνοι Ροχίνγκια της βουδιστικής Μιανμάρ, με προγόνους που μεταφέρθηκαν εκεί ως φτηνοί εργάτες από βρετανούς αποικιοκράτες, έχουν υποστεί τα μύρια όσα βάσανα. Σε σημείο που θεωρούνται εδώ και χρόνια «η πιο καταδιωγμένη μειονότητα στον κόσμο».
     
    Αλλά τώρα το δράμα τους παίρνει διάσταση ανθρωπιστικής καταστροφής: 150.000 απελπισμένοι πρόσφυγες Ροχίνγκια – το 80% γυναίκες και παιδιά – έχουν περάσει στο γειτονικό Μπανγκλαντές από τις 25 Αυγούστου, όταν μουσουλμάνοι αντάρτες επιτέθηκαν σε φυλάκια του στρατού της Μιανμάρ. Ακολούθησαν αντίποινα με άγρια κυβερνητική επίθεση, που σύμφωνα με τον ΟΗΕ έχει αφήσει πίσω της 1.000 νεκρούς, τους περισσότερους αμάχους. Εκτός από τους στρατιώτες, στους Ροχίνγκια επιτίθεται τυφλωμένος από σεχταριστικό μίσος και όχλος βουδιστών, ακόμη και μοναχοί που σφάζουν μικρά παιδιά, όπως καταγγέλλουν ανθρωπιστικές οργανώσεις στη δυτική πολιτεία Ρακίν.
     
    «Γενοκτονία» χαρακτήρισε τη σφαγή των μουσουλμάνων εκεί ο τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, για «εθνοκάθαρση» μιλάνε άλλοι, βάρβαρη «εκστρατεία καμένης γης» καταγγέλλει η Διεθνής Αμνηστία.
     
    Στόχος είναι οι Ροχίνγκια, μια μουσουλμανική εθνοτική ομάδα 1,1 εκατ. ανθρώπων που ζουν εδώ και αιώνες στην κυρίως βουδιστική σημερινή Δυτική Μιανμάρ. Μιλούν τα λεγόμενα Ruaingga, μια διάλεκτο που διακρίνεται από άλλες στο Ρακίν και σε όλη τη χώρα. Παρά τη μακραίωνη παρουσία τους, δεν θεωρούνται μία από τις 135 επισήμως αναγνωρισμένες εθνοτικές ομάδες της Μιανμάρ, και από το 1982 έχουν στερηθεί την ιθαγένεια, πράγμα που σημαίνει ότι είναι επισήμως απάτριδες.
     
    Σχεδόν όλοι τους ζουν στην παραλιακή πολιτεία Ρακίν από όπου δεν επιτρέπεται να φύγουν χωρίς άδεια από τις Αρχές. Είναι ούτως ή άλλως μία από τις πιο φτωχές περιοχές μιας φτωχής χώρας 50 εκατ. ανθρώπων, όπου οι μουσουλμάνοι ζουν σαν παρίες, σε καταυλισμούς που μοιάζουν με γκέτο, με ελλείψεις τροφίμων, φαρμάκων, βασικών υπηρεσιών υγείας και παιδείας, χωρίς ευκαιρίες ούτε ελπίδες για κάτι καλύτερο.
     
    Αν και ισλαμικοί πληθυσμοί ζουν στην περιοχή της σημερινής Μιανμάρ από τον 12ο αιώνα, στα χρόνια της βρετανικής αποικιοκρατίας (1824-1948) υπήρξε σημαντική μεταφορά φτωχών μουσουλμάνων εργατών στην τότε Βιρμανία από την Ινδία και το Μπανγκλαντές. Επειδή οι Βρετανοί διοικούσαν τη Μιανμάρ ως επαρχία της Ινδίας, αυτή η μετανάστευση ήταν στα μάτια τους εσωτερική.
     
    Αλλά μετά την ανεξαρτησία, η κυβέρνηση της Μιανμάρ θεώρησε τη μετανάστευση που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της βρετανικής κυριαρχίας «παράνομη», και στη βάση αυτή αρνήθηκε την ιθαγένεια στην πλειοψηφία των Ροχίνγκια.
     
    Με το πραξικόπημα του 1962, που επέβαλε μια στυγνή πολύχρονη χούντα στη Μιανμάρ, τα πράγματα άλλαξαν δραματικά προς το χειρότερο και για τους Ροχίνγκια, που πήραν ξένες ταυτότητες, οι οποίες εκμηδένισαν τις πιθανότητες να βρουν δουλειά. Το 1982 η ψήφιση νέου νόμου περί ιθαγενείας τους κατέστησε ουσιαστικά και τελειωτικά απάτριδες.
     
    Από τη δεκαετία του 1970 βίαιες επιδρομές του στρατού στο πάντα ταραγμένο Ρακίν ανάγκασαν εκατοντάδες χιλιάδες Ροχίνγκια να γίνουν πρόσφυγες στο Μπανγκλαντές, στη Μαλαισία, στην Ταϊλάνδη και σε άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Οι άνθρωποι αυτοί κατήγγειλαν συστηματικούς βιασμούς, βασανιστήρια, εμπρησμούς και δολοφονίες από τις δυνάμεις ασφαλείας.
     
    Το νέο ξέσπασμα της βίας άρχισε μετά τις δολοφονίες εννέα ανδρών της συνοριακής αστυνομίας τον Οκτώβριο του 2016, όταν στρατεύματα άρχισαν να συρρέουν σε χωριά στο Ρακίν όπου ξέσπασαν συγκρούσεις με τους μαχητές του λεγόμενου Στρατού Σωτηρίας Ροχίνγκια του Αρακάν (ARSA), ένοπλης οργάνωσης που θεωρείται «τρομοκρατική» από την κυβέρνηση. Οι μουσουλμάνοι αντάρτες μιλούν για «νόμιμη αυτοάμυνα του καταπιεσμένου, διωκόμενου πληθυσμού».
     
    Kυβερνητικά στρατεύματα της Μιανμάρ έχουν κατηγορηθεί για σειρά παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δολοφονιών, βιασμών και εμπρησμών. Κάτοικοι και ακτιβιστές περιγράφουν σκηνές με στρατιώτες να πυροβολούν αδιακρίτως άοπλους αμάχους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα χωριά των Ροχίνγκια. Αλλά η κυβέρνηση λέει ότι «μόνο 100» άνθρωποι σκοτώθηκαν αφότου ένοπλοι τρομοκράτες από τον ARSA έκαναν επιδρομές σε αστυνομικά φυλάκια της περιοχής, στα τέλη του Αυγούστου.
    Αουνγκ Σαν Σούου Κίί: Η ένοχη σιωπή μιας νομπελίστριας Ειρήνης
    «Γιατί δεν μιλάει για τους Ροχίνγκια;». «Πάρτε της πίσω το Νομπέλ. Δεν το αξίζει πια». Τέτοια και χειρότερα ακούγονται διεθνώς για την ένοχη σιωπή της Αουνγκ Σαν Σούου Κίι. Η 72χρονη νομπελίστρια Ειρήνης (1991) για τη γενναία αντίστασή της κατά της χούντας που κυβέρνησε για δεκαετίες μέχρι το 2015 τη Μιανμάρ είναι de facto ηγέτις της χώρας σήμερα, αλλά ηθικά έκθετη, διότι αρνείται να συζητήσει πραγματικά την ανθρωπιστική κρίση των Ροχίνγκια. Ή να ορθώσει ανάστημα, να κάνει κάτι, έστω να ζητήσει δημοσίως να σταματήσουν οι φρικτές διώξεις.
     Αν και δεν έχει τον έλεγχο του στρατού, έχει επικριθεί έντονα για την αποτυχία να καταδικάσει την αδιάκριτη, ωμή βία των κυβερνητικών δυνάμεων, και για το γεγονός ότι δεν έχει υπερασπιστεί ανοιχτά και απερίφραστα τα δικαιώματα του ενός εκατομμυρίου Ροχίνγκια στη Μιανμάρ.
     
    Οταν μίλησε τελικά, εμμέσως, την περασμένη Τετάρτη απογοήτευσε κι άλλο. Δήλωση που ανέβασε στο Facebook το γραφείο της αποδίδει το φταίξιμο σε «τρομοκράτες» για ένα «τεράστιο παγόβουνο παραπληροφόρησης» για τη βία.
     Σε μια προηγούμενη, σπάνια συνέντευξή της στο BBC τον Απρίλιο, η Αουνγκ Σαν Σούου Κίι είχε πει μόνο ότι ο όρος «εθνοκάθαρση» είναι «πολύ ισχυρός, πολύ υπερβολικός» για να περιγράψει την κατάσταση στο Ρακίν.
    «Μητέρα του έθνους» και των φτωχών, πραγματική «Κυρία της Δημοκρατίας», η Αουνγκ Σαν Σούου Κίι πέρασε δεκαετίες σε φυλακές και κατ’ οίκον περιορισμό, κηρύσσοντας μη βίαιη αντίσταση κατά της αιμοσταγούς χούντας που κυβέρνησε τη Μιανμάρ από το 1962. Η ώρα της δικαίωσης άργησε, αλλά έφτασε το 2015 με την ιστορική μετάβαση της χώρας στη δημοκρατία, που έχει μείνει όμως μόνο στα χαρτιά.
    Ετσι εξηγείται εν πολλοίς η σιωπή της Αουνγκ Σαν Σούου Κίι, λένε όσοι την υπερασπίζονται ακόμη. Παρά τη νίκη στις εκλογές, το Σύνταγμα είναι κομμένο και ραμμένο ακόμη στα μέτρα των στρατηγών. Και εκείνη ούτε ελέγχει τον στρατό ούτε θέλει να εξάψει, κι άλλο, τη σύγκρουση μαζί του, καθώς και τα εθνικιστικά-σεχταριστικά πάθη βουδιστών-μουσουλμάνων. Αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία μπροστά σε τέτοιες θηριωδίες, απαντούν εκατομμύρια απογοητευμένοι οπαδοί της σε όλον τον κόσμο.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κόσμος