• Αναζήτηση
  • Ωθηση στην Ελλάδα από την ευρωζώνη

    Στα προ της κρίσης επίπεδα, σημειώνοντας τον καλύτερο ρυθμό ανάπτυξης από το 2007, στο 2,2%, αναμένεται να κλείσει το 2017 για την ευρωζώνη,

    Μαντικίδης Τάσος
    Στα προ της κρίσης επίπεδα, σημειώνοντας τον καλύτερο ρυθμό ανάπτυξης από το 2007, στο 2,2%, αναμένεται να κλείσει το 2017 για την ευρωζώνη, καθώς τόσο οι εξαγωγές όσο και η εγχώρια ζήτηση συμβάλλουν στο «οικονομικό μπουμ» στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο μάλιστα, οι περισσότεροι οικονομολόγοι αναθεωρούν προς τα πάνω και τις προβλέψεις τους για την ανάπτυξη στην Ελλάδα, προβλέποντας ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ στο 1,5%-2% εφέτος και στο 2,6%-2,8% το 2018.
    Για την Deutsche Bank η ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ είναι κυκλική και όχι διαρθρωτική, ενώ φέρνει πιο κοντά το αργό και σταδιακό τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης (QE). Οπως εκτιμά, τον Οκτώβριο η ΕΚΤ θα ανακοινώσει την επέκταση του QE ως τον Ιούνιο του 2018, μειώνοντας όμως τις μηνιαίες αγορές ομολόγων στα 40 δισ. ευρώ και στα 20 δισ. ευρώ το δεύτερο εξάμηνο του ερχόμενου έτους, ενώ τα επιτόκια δεν θα αυξηθούν τουλάχιστον ως τα μέσα του 2019.
     
    Η σύσφιγξη των οικονομικών συνθηκών πάντως, αλλά και οι επιπτώσεις από την πρόσφατη ανατίμηση του ευρώ θα οδηγήσουν τελικά σε μερική επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ τους επόμενους 12-18 μήνες. Ενα ισχυρότερο ευρώ θα μπορούσε επίσης να δυσκολέψει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο να τερματίσει το πρόγραμμα αγοράς κρατικών και εταιρικών ομολόγων για να διατηρήσει την τάση της ανάκαμψης.
    Βελτίωση των δεικτών
    Αναλυτές της Pictet έχουν υπολογίσει ότι η ανατίμηση του ευρώ κατά 5% θα αναγκάσει την κεντρική τράπεζα να περικόψει τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό του 2018 από το 1,3% στο 1,1%. Φυσικά, η ισχυρότερη ανάπτυξη θα είχε αντισταθμιστικό αποτέλεσμα, αλλά ακόμα και αυτό μπορεί να μην είναι αρκετό αν το ευρώ ενισχυθεί περαιτέρω.
    Το «μπουμ» στην ευρωζώνη οδήγησε σε αναθεωρήσεις προς τα πάνω και της ανάπτυξης στην Ελλάδα. Η Deutsche Bank αναθεώρησε ανοδικά την εκτίμησή της για τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ  στο 1,5% εφέτος, έναντι 2% της πρόβλεψης της UBS και 1,8% της κυβέρνησης (ελαφρώς χαμηλότερη από τον στόχο του Μνημονίου στο 2,1%), καθώς, πέρα από τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος μετά το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, αναμένεται επιτάχυνση του τουρισμού και των επενδύσεων στο δεύτερο μισό του έτους.
    Από την πλευρά της, η Εθνική Τράπεζα αναμένει πως η ανάπτυξη στην Ελλάδα θα κυμανθεί στο 1,6%  το 2017, καθώς προβλέπει ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ στο 1,7% το τρίτο τρίμηνο και στο 3% το τέταρτο τρίμηνο.  Οπως εκτιμά, η επιτάχυνση των επόμενων μηνών βασίζεται στην αξιοσημείωτη, όπως αναφέρει, βελτίωση των δεικτών οικονομικού κλίματος και PMI (υπευθύνων προμηθειών μεταποίησης) σε υψηλά 30 μηνών και 9 ετών αντίστοιχα τον Αύγουστο, καθώς και στα στοιχεία για τις αφίξεις ξένων τουριστών τον Ιούλιο, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 5,7% στα μεγάλα αεροδρόμια.
    Γραμμή στήριξης
    Με συντηρητικές εκτιμήσεις, σημειώνεται, τα τουριστικά έσοδα αναμένεται να αυξηθούν εφέτος κατά 9% σε ετήσια βάση. Επιπλέον, στο τέλος του χρόνου θετική επίδραση θα ασκήσουν, όπως εκτιμάται, οι δημόσιες επενδύσεις, καθώς το πρόγραμμα είναι οπισθοβαρές.
     
    Ακόμη, σημαντικός θα είναι και ο ρόλος της πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που θα αντισταθμίσουν την αύξηση των πληρωμών φόρων κατά 1% του ΑΕΠ το δεύτερο εξάμηνο.
    Για τη UBS, η έξοδος από το πρόγραμμα διάσωσης του επόμενου καλοκαιριού είναι απαραίτητο να συνοδευθεί από μια συμφωνημένη προληπτική πιστωτική γραμμή στήριξης με τη βοήθεια – αυστηρά υπό όρους – του ESM, που θα μετεξελιχθεί στην ευρωπαϊκή εκδοχή του ΔΝΤ.
    Ως τότε, νέες ομολογιακές εκδόσεις θα μπορούσαν να «χτίσουν» ένα «ταμείο ασφαλείας» 9 δισ. ευρώ περίπου. Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με την Deutsche Bank, η αισιοδοξία για το μέλλον της ευρωζώνης αυξήθηκε μετά τις γαλλικές εκλογές, ενώ η ΕΕ χάνει όλο και περισσότερο υπομονή με τις βρετανικές «τακτικές διαζυγίου», όπως τις ονομάζει.
     
    Οι γαλλογερμανικές πρωτοβουλίες θα αποτελέσουν το κλειδί για τον καθορισμό της πορείας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά η συζήτηση αναμένεται να επιταχυνθεί μετά τη σύσταση της νέας γερμανικής κυβέρνησης προς το τέλος του έτους – πιθανώς τον Δεκέμβριο.
    Η Τζαμάικα και ο μεγάλος συνασπισμός
    Οι γερμανικές εκλογές παραμένουν το κλειδί των εξελίξεων στη ζώνη του ευρώ, καθώς οι γαλλογερμανικές πρωτοβουλίες μετά τη σύσταση της νέας γερμανικής κυβέρνησης που προβλέπεται πριν από τη σύνοδο κορυφής του Δεκεμβρίου θα καθορίσουν την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
    Στην αγορά διεθνείς τράπεζες και διαχειριστές κεφαλαίων έχουν στοιχηματίσει πως οι πιθανότητες η Ανγκελα Μέρκελ να διατηρήσει την καγκελαρία ξεπερνούν το 75%, ενώ οι πιθανότητες ενός μεγάλου συνασπισμού με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) του Μάρτιν Σουλτς αποτελούν το βασικό μετεκλογικό σενάριο. Για τη Citi π.χ. ο μεγάλος συνασπισμός ή ένας «συνασπισμός Τζαμάικα» (μαύρου-κίτρινου-πράσινου, στα χρώματα των Χριστιανοδημοκρατών, του FDP και των Πρασίνων), και οι δύο με επικεφαλής τη Μέρκελ, είναι το πιο πιθανό αποτέλεσμα των εκλογών στις 24 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο για την αγορά αν στην κυβέρνηση εισέλθει τελικά το FDP (το κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών), κάτι που θα σηματοδοτήσει τη δεξιά στροφή της Γερμανίας, αρκετοί αναλυτές εκφράζουν φόβους πως αυτό θα είναι αρνητικό τόσο για την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όσο και για την Ελλάδα (το FDP προτείνει προσωρινή έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ και «κούρεμα» του χρέους) που θέλει να «βγει» το ερχόμενο καλοκαίρι από το πρόγραμμα διάσωσης με τα λιγότερα βαρίδια.
    Για τη UBS π.χ. μπορεί το βασικό σενάριο να είναι ο μεγάλος συνασπισμός, εν τούτοις η άνοδος του FDP θα μπορούσε να το οδηγήσει στην κυβέρνηση, κάτι που θα συνεπαγόταν μία αυστηρότερη ευρωπαϊκή πολιτική την ώρα που οι γαλλογερμανικές σχέσεις δείχνουν να αυξάνουν τις προσδοκίες σχετικά με την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
    Το μεγάλο ερώτημα για τους αναλυτές είναι ποια στάση θα υιοθετήσει τελικά το δίδυμο Μέρκελ – Μακρόν (ή «Merkcron») και το κατά πόσο μπορεί να πετύχει μια προσπάθεια ανανέωσης του ευρωπαϊκού οράματος μετά τις γερμανικές εκλογές. Καθώς η γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ μάλλον δεν θα είναι ξανά υποψήφια το 2022 και, όπως όλοι οι πολιτικοί, επιδιώκει σίγουρα να μείνει στην Ιστορία για τα επιτεύγματά της, ίσως θελήσει να επιταχύνει τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Από την πλευρά του, ο Μακρόν γνωρίζει ότι αν αποτύχει να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση ως τη λήξη της πενταετούς θητείας του η πιθανότητα να έρθουν στα πράγματα η Λεπέν και το Εθνικό Μέτωπο θα είναι πολύ μεγάλη.
    Ετσι, ορισμένοι αναλυτές καθώς βλέπουν να υπάρχει μια ουσιαστική σύγκλιση συμφερόντων δεν αποκλείουν οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας να επιδιώξουν μελλοντικά τη δημιουργία ενός πραγματικού προϋπολογισμού για την ευρωζώνη που θα λειτουργήσει ως εργαλείο τόνωσης στο ναδίρ της οικονομίας.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Οικονομία