• Αναζήτηση
  • Ο αρχιβασανιστής του Πινοτσέτ ήταν Κοζάκος

    «Οπου κι αν πάμε, η σκιά αυτού που κάναμε και αυτού που ήμαστε μας ακολουθεί με την επιμονή της κατάρας» συλλογίζεται ο «πάντα σκληρός και ακατάδεκτος» Χουάν Μπελμόντε όταν αναγκάζεται, ύστερα από είκοσι χρόνια, να βρεθεί και πάλι στο Σαντιάγο.

    Luis Sepulveda
    Το τέλος της ιστορίας

    Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
    Εκδόσεις Opera, 2017
    σελ. 208, τιμή 12,72 ευρώ

    «Οπου κι αν πάμε, η σκιά αυτού που κάναμε και αυτού που ήμαστε μας ακολουθεί με την επιμονή της κατάρας» συλλογίζεται ο «πάντα σκληρός και ακατάδεκτος» Χουάν Μπελμόντε όταν αναγκάζεται, ύστερα από είκοσι χρόνια, να βρεθεί και πάλι στο Σαντιάγο. Η πρωτεύουσα της Χιλής απέχει 1.400 χιλιόμετρα από το ησυχαστήριό του στο Πουέρτο Κάρμεν, στο νοτιότατο άκρο της Νήσου Τσιλοέ, απέναντι από την ηπειρωτική Παταγονία. Ο ίδιος – στρατευμένος κάποτε «στους πιο σκληροπυρηνικούς αριστερούς» και «οπαδός του Τσε ως το μεδούλι», με ένοπλα βιώματα από τη Βολιβία και τη Νικαράγουα – δημιούργησε εκεί μια τριμελή «κοινότητα» με την αγαπημένη του Βερόνικα, ένα επιζήσαν θύμα της εγχώριας στυγνής δικτατορίας, και τον έμπιστο φίλο του «Κοντοστούπη».

    Απόρρητη αποστολή
    Ο Χουάν Μπελμόντε – το όνομά του είναι παρμένο από τον διασημότερο ισπανό ταυρομάχο – ζούσε την απόμακρη και ήρεμη καθημερινότητά του τρέφοντας την ελπίδα ότι τα περασμένα δεν θα επέστρεφαν ποτέ για να τον αναστατώσουν με ανοιχτούς λογαριασμούς. Και παρόλο που ο ίδιος είχε κάνει προσπάθειες να σβήσει τελείως τη φωνή του Κράμερ από τη μνήμη του, εκείνη επανήλθε ύστερα από κάμποσα χρόνια – με έναν τόνο συνωμοτικά εγκάρδιο, όπως αρμόζει σ’ έναν μυστηριώδη τύπο από την Ελβετία – όχι μόνο για να του υπενθυμίσει ότι «υπήρξες άλλος ένας μισθοφόρος στον υπόκοσμο της εξουσίας» αλλά και για να τον εμπλέξει εντέλει σε μια νέα απόρρητη αποστολή, σε μια υπόθεση που βρωμάει, όπως διαπιστώνει αργότερα ο απόμαχος χιλιανός αντάρτης…
    Η δυναμική του παρελθόντος
    Βρισκόμαστε στο 2010, λίγο πριν ολοκληρωθεί η πρώτη προεδρική περίοδος της Μιτσέλ Μπατσελέτ στην εξουσία, σε μια χώρα ωστόσο μωλωπισμένη ακόμη, που δεν έχει ξεπεράσει τη βίαιη ανατροπή του καλοήθους σοσιαλιστή Σαλβαδόρ Αγιέντε και, βασικώς, την αιμοσταγή χούντα που επακολούθησε. Κάπως έτσι αρχίζει Το τέλος της ιστορίας (El fin de la historia, 2017) που είναι το πλέον πρόσφατο μυθιστόρημα του Λουίς Σεπούλβεδα, σε μια άρτια και εκτενώς σχολιασμένη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη. Ο τίτλος είναι πικρά ειρωνικός και πολύσημος. Διότι ο βασικός προβληματισμός στο βιβλίο δεν είναι ούτε οι πολυσυζητημένες εκτιμήσεις του Φράνσις Φουκουγιάμα ούτε αυτή καθαυτή η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Ο δημοφιλής χιλιανός συγγραφέας, ο οποίος γράφει «με το παλιό ένστικτο του επιζήσαντα από κάμποσες ήττες», ενδιαφέρεται ουσιαστικά για την ευρύτητα και τη δυναμική του παρελθόντος. Πώς όμως αναφαίνονται αυτές οι δύο διαστάσεις στο σήμερα; Μέσα από τις αναπόδραστες διασυνδέσεις που έχει το παρελθόν με το παρόν. Οταν μάλιστα έχουμε να κάνουμε με εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως εδώ, έχουμε έναν λόγο παραπάνω να εξαντλήσουμε με προσοχή ολόκληρο τον κατάλογο των καθαρμάτων.
    Το παρελθόν δεν είναι μονάχα η σκιά του τρέχοντος παρόντος αλλά παραμένει, συγχρόνως και πάντοτε, η σκιά της απώτατης Ιστορίας, η οποία, βέβαια, ούτε σταματά ούτε και τελειώνει ποτέ. Ο Λουίς Σεπούλβεδα, ακριβώς για να υποδείξει πόσο περίπλοκο, απρόβλεπτο και επίπονο μπορεί να αποδειχθεί αυτό το συνεχές, καταθέτει ένα από τα εναργέστερα και πιο ενδιαφέροντα έργα του, βασισμένος εν μέρει τόσο στη δική του κινηματική και περιπετειώδη πορεία – φυλακίστηκε, εξορίστηκε και περιπλανήθηκε – όσο και στην τραυματική εμπειρία της συζύγου του, της ποιήτριας Κάρμεν Γιάνιες, η οποία βασανίστηκε βάναυσα στο μεγαλύτερο κολαστήριο της χούντας του Αουγούστο Πινοτσέτ.
    Οι υπόνομοι της εξουσίας
    Το βιβλίο του Λουίς Σεπούλβεδα είναι πρωτίστως πολιτικό επειδή αναδεικνύει το ιστορικό υπόβαθρο του δολοπλόκου υποκόσμου της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, αναδιφώντας τους (όχι και τόσο αποξηραμένους) υπονόμους της εξουσίας και της παραεξουσίας. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα ξεστομίζουν ορισμένοι χαρακτήρες στο μυθιστόρημα, ότι μετά το 1989 «η ηθική γκρεμίστηκε μαζί με το Τείχος του Βερολίνου» και ότι οι μαχητές της «αείμνηστης» Σοβιετικής Ενωσης είτε «μετατράπηκαν σε ενοχλητικούς επαίτες» είτε ετέθησαν «στην υπηρεσία των νέων αδίστακτων ολιγαρχών». Χωρίς αυτό να σημαίνει, οφείλουμε να επισημάνουμε, ότι ο συγγραφέας δεν χειρίζεται καλά το πρώτο επίπεδο της αφήγησής του – το σασπένς, τα όπλα και τα πτώματα – ούτε ότι δεν γίνεται πιο λογοτεχνικός όταν μιλάει για ανθεκτικές αξίες όπως η συντροφικότητα.
    Ο αρχιβασανιστής
    Πλην όμως, αν αφήσουμε έξω τους καλούς και τους ιδεαλιστές του Σεπούλβεδα που είτε εξολοθρεύονται είτε αποσύρονται στο περιθώριο, Το τέλος της ιστορίας δεν παύει να είναι και μια πινακοθήκη τεράτων, όπου δεσπόζει η μορφή του Μιγκέλ Κρασνόφ, ενός χιλιανού στρατιωτικού κοζακικής καταγωγής, του αρχιβασανιστή στη διαβόητη «Βίλα Γκριμάλντι», το μεγαλύτερο κέντρο παράνομων κρατήσεων, δολοφονιών και εξαφανίσεων στην πάλαι ποτέ στρατοκρατούμενη Χιλή. Αυτός, γνωστός και ως «ο Τελευταίος Αταμάνος» μεταξύ των θαυμαστών του, είναι υπαρκτό πρόσωπο και εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, βρίσκεται ακόμα στη ζωή και από το 2013 σε μια κανονική φυλακή, γιατί πριν ήταν έγκλειστος στο Κέντρο Κράτησης Κορδιγιέρα όπου υπήρχαν πισίνες και σάουνες. Γύρω από τη δική του κηλιδωμένη οικογενειακή ιστορία (ο παππούς και ο πατέρας του κρεμάστηκαν το 1947 στη Μόσχα) και μια απόπειρα που ευθέως τον αφορά, ο Λουίς Σεπούλβεδα οργανώνει το απίθανο πραγματολογικό υλικό του υφαίνοντας έναν σφιχτοπλεγμένο ιστό όπου η φαντασία φαίνεται απλώς να σιγοντάρει τα γεγονότα, απ’ όπου δεν λείπουν αναφορές όπως αυτή στην εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση Odessa – η οποία φρόντιζε να φυγαδεύει σωσμένους εγκληματίες ναζιστές και συνεργάτες τους, ιδίως Κροάτες και Ρώσους, σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής – αλλά και ένας επινοημένος διάλογος, αρκετά αληθοφανής, ανάμεσα στον Βλαντίμιρ Πούτιν και στον Ντμίτρι Μετβιέντεφ.
    Από το «Ονομα ταυρομάχου»
    Τον Χουάν Μπελμόντε και τον Κράμερ που εργάζεται για μια (τουλάχιστον ύποπτη) ασφαλιστική εταιρεία, τη χανσεατική Lloyd’s, ο Λουίς Σεπούλβεδα τους συνέστησε στους αναγνώστες του σ’ ένα παλαιότερο μυθιστόρημά του, από τη δεκαετία του 1990. Τότε, στο βιβλίο Ονομα ταυρομάχου, ο πρωταγωνιστής είχε εμπλακεί στο κυνήγι ενός θησαυρού που είχαν κλέψει οι ναζί και στη δολοφονία ενός πρώην πράκτορα της Στάζι. Εν προκειμένω, ο Χουάν Μπελμόντε έρχεται εκ νέου σε επαφή με τον άνθρωπο που τον μεταμόρφωσε σ’ έναν πολύ αποτελεσματικό ελεύθερο σκοπευτή, έναν χαρισματικό sniper.
    Ο συνταγματάρχης Στανισλάβ Σακαλόφ, το 1977, ως νεαρό στέλεχος της Κα Γκε Μπε, είχε επιφορτιστεί με τους Λατινοαμερικάνους που μάθαιναν την τέχνη του πολέμου στην Ακαδημία Ραντιόν Μαλινόφσκι των τεθωρακισμένων δυνάμεων. Αυτό που ζήτησε ο «Σλάβα» – αγνώριστος πλέον, χοντρός και αλκοολικός – από τον Μπελμόντε ήταν να βρει (αυτό μόνο, ασχέτως αν αυτό πυροδότησε και άλλα πολλά) δύο πρώην συντρόφους και συμπατριώτες του, οι οποίοι είχαν εκπαιδευτεί ως μυστικοί πράκτορες στη Σοβιετική Ενωση και έφτασαν να απειλούν «τις σχέσεις μεταξύ χιλιανών επιχειρηματιών και της Ρωσικής Ομοσπονδίας». Λουίς Σεπούλβεδα, όπως πάντα ευαίσθητος και αξιανάγνωστος.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία