• Αναζήτηση
  • Μόνικα: Εκανα τη «Στάλα» για να χαμογελάσουμε

    Φορά ένα τζιν σορτς και ένα ροζ πουκάμισο. Είναι αεικίνητη, αλλάζει ρούχα και τσιμπολογά λίγο από ένα σάντουιτς επάνω στο τραπέζι. Η φωτογράφιση και η συνέντευξή μας έχει κλειστεί στο Νοël στην Κολοκοτρώνη, μια ζεστή Πέμπτη, στον απόηχο της περιβόητης «Στάλας», του πρώτου ελληνικού της single, με τις χιλιάδες προβολές στο ΥοuΤube.

    Βαρδάκη Ερη
    «Λοιπόν ήταν πολύ τσαλακωμένο. Το είχα φέρει από την Αμερική και βρισκόταν στο πάτο της βαλίτσας. Και στο διαμέρισμα δεν έχουμε σίδερο. Οπότε, τι να κάνω, ήθελα να το φορέσω για τη φωτογράφιση. Βγήκα λοιπόν στο μπαλκόνι και φώναξα στη γειτόνισσά μου από πάνω για βοήθεια. Ευτυχώς, μου δάνεισε το σίδερό της».

    Φορά ένα τζιν σορτς και ένα ροζ πουκάμισο. Είναι αεικίνητη, αλλάζει ρούχα και τσιμπολογά λίγο από ένα σάντουιτς επάνω στο τραπέζι. Η φωτογράφιση και η συνέντευξή μας έχει κλειστεί στο Νοël στην Κολοκοτρώνη, μια ζεστή Πέμπτη, στον απόηχο της περιβόητης «Στάλας», του πρώτου ελληνικού της single, με τις χιλιάδες προβολές στο ΥοuΤube.

    To τραγούδι που μέσα σε λίγες ημέρες έγινε viral προκάλεσε ένα πρωτοφανές ντιμπέιτ στα social media, με blogs και ιστοσελίδες να κρεμούν στα διαδικτυακά μανταλάκια τους άρθρα επί άρθρων, αλλά και περισπούδαστες ψυχολογικές αναλύσεις. Πολλοί λατρεύουν να το μισούν και άλλοι λατρεύουν να το λατρεύουν.

    Η Μόνικα – κατά κόσμον Λεμονιά Χριστοδούλου – πάντως δείχνει την ημέρα της συνάντησής μας να τα αντιμετωπίζει όλα αυτά στωικά. Είναι φανερό ότι η μελαγχολική έφηβη του «Οver the Ηill» είναι πλέον γυναίκα.

    Μια παντρεμένη γυναίκα, που ζει στο Λος Αντζελες, συνεργάζεται με σπουδαίους παραγωγούς, (οι οποίοι έχουν δουλέψει με ονόματα όπως η Εϊμι Γουαϊνχάουζ και ο Μπρούνο Μαρς), που κάνει περιοδείες στην Ευρώπη, που μπορεί να ηχογραφεί στο Παρίσι και ήδη στα 32 της χρόνια έχει προλάβει να εμφανιστεί και στο Ηρώδειο.

    Ηρθε λοιπόν ο καιρός και για τον πρώτο της ελληνικό δίσκο που θα κυκλοφορήσει από την Panik Oxygen. «Για εμένα ας λένε ό,τι θέλουν. Αλλά τη «Στάλα» μου ας μην τη βρίζουν. Την αγαπώ πολύ» θα μου πει λίγο πριν πατήσω το κουμπί στο μαγνητοφωνάκι, αυτήν τη φορά με ένα κοριτσίστικο χαμόγελο.

    Πώς διαχειρίζεσαι το γεγονός ότι τις τελευταίες ημέρες όλοι μιλούν για εσένα;
    «Για να το διαχειριστώ έπρεπε αρχικά να μάθω ότι μιλάνε για εμένα. Τις πρώτες ημέρες δεν το είχα αντιληφθεί. Moυ τηλεφώνησαν από την Panik και μου είπαν ότι είμαστε πολύ ψηλά στα views στο ΥοuΤube. Kατάλαβα ότι η «Στάλα» είχε τραβήξει την προσοχή. Και η πρώτη σκέψη μου ήταν ότι άξιζε τελικά τον κόπο. Πρόκειται για ένα τραγούδι που το έγραψα πριν από πέντε χρόνια και σημαίνει πάρα πολλά για εμένα. Πάλεψα με τον εαυτό μου για να το κυκλοφορήσω και περισσότερο το έκανα έπειτα από παράκληση φίλων και συνεργατών».
    Πώς το καταφέρνεις αυτό;
    «Τα τελευταία δύο με τρία χρόνια είμαι πιο σίγουρη από ποτέ για τον εαυτό μου. Δεν ξέρω αν έχει να κάνει με τα ταξίδια μου, με τις τελευταίες εμπειρίες μου, με τα λάθη που είχα κάνει στο παρελθόν – λάθη για τα οποία δεν  μετανιώνω όμως -, αλλά κάτι έχει συμβεί μέσα στη ψυχή μου και έχω τρομερή αυτοπεποίθηση. Πιστεύω όπως πάντα στην αλήθεια της τέχνης μου, επομένως, ό,τι και να λέει ο καθένας, εγώ λέω και ξαναλέω ότι τη «Στάλα» την αγαπώ. Την ηχογράφησα ακριβώς όπως την ονειρευόμουν και όταν την ακούω θυμάμαι εκείνες τις στιγμές της ηχογράφησης, εκείνη την εβδομάδα που περάσαμε στο εξοχικό μου μαζί με τους συνεργάτες μου. Ηλπιζα ότι αυτοί οι συμβολισμοί και η αίσθηση θα περάσουν στον κόσμο. Μπορεί τελικά να χρειάζεται και χρόνος για να αναγνωριστεί».
    Μίλησέ μου για αυτήν την ηχογράφηση λοιπόν.
    «Είχα καλέσει τους συνεργάτες μου από την Αμερική να πάμε στο εξοχικό μου στην Αρκαδία, να συνδυάσουμε λίγο διακοπές λίγο δουλειά. Είναι ένα μέρος που μου έχει χαρίσει πολλή έμπνευση. Εκεί έγραψα το «Over the Ηill», το «Βloody Sth». H «Στάλα» ήταν το δεύτερο ελληνικό τραγούδι που ηχογραφήσαμε, γιατί η δομή της ήταν πολύ ξεκάθαρη μέσα μου. Είπα στα παιδιά να πάμε να το κάνουμε με το υποτυπώδες μικρόφωνο που ήταν στημένο εκεί, με εκείνα τα χαλασμένα ακουστικά, σε ένα σπίτι που δεν έχει καμία ηχομόνωση, που είναι δίπλα στη θάλασσα. Εκεί τραγούδησα τη «Στάλα» και ήμουν τόσο χαρούμενη, γιατί ήμασταν μια παρέα και έκανε διακοπές. Αυτήν τη στιγμή ήθελα να αποτυπώσω. Είχαν γίνει κάποια λάθη, αλλά δεν επιθυμούσα να διορθώσουμε τίποτα. Ηθελα να είναι αληθινό. Δεν ήθελα να είναι τέλειο».
    Πολλοί λένε πάντως ότι με το συγκεκριμένο τραγούδι τρολάρεις…«Τι σημαίνει αυτό;».
    Οτι κοροϊδεύεις. Οτι το υπονομεύεις. Οτι ήθελες με έναν τρόπο να μας κάνεις πλάκα.
    «Οχι. Σίγουρα δεν θα κορόιδευα το ίδιο μου το τραγούδι, όπως δεν πρόκειται πότε να κοροϊδέψω κάποιον άλλον καλλιτέχνη. Είμαι απλώς χαρούμενη που το τραγουδάω. Δεν θέλω να το πάρω σοβαρά, δεν θέλω να ασχοληθώ με κριτικές, θέλω απλώς να χαμογελάσουμε. Ημουν προετοιμασμένη ότι η «Στάλα» θα προκαλούσε λίγο τον κόσμο, γιατί είναι διαφορετική από οτιδήποτε έχω κάνει στο παρελθόν. Πολλοί λένε ότι δεν είναι Μόνικα. Αλλά είναι πολύ Μόνικα. Είναι μάλλον Λεμονιά Χριστοδούλου. Γιατί εγώ έτσι μεγάλωσα. Λατρεύω τα ρεμπέτικα, τις κιθαροβραδιές με τους φίλους».
    Ολοκληρωμένα ο πρώτος σου ελληνικός δίσκος πότε κυκλοφορεί;
    «Δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Θα ήθελα να κυκλοφορήσω δύο ακόμα τραγούδια και μετά να αποφασίσω για τον δίσκο. Ιδανικό σενάριo είναι να προλάβουμε να κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο, επειδή μετά ετοιμάζω και τον αγγλόφωνο δίσκο μου. Σκέψου ότι ο ελληνικός μπήκε εμβόλιμα στην παραγωγή του ξένου».

    Και η ταυτότητα του αγγλόφωνου άλμπουμ ποια θα είναι;

    «Θα είναι ένα μείγμα όλων των χαρακτήρων μου, όλων των άλμπουμ μου, θα έλεγα. Από το «Avatar» μέχρι το «Secret in the Dark», αλλά και από τον τελευταίο ελληνικό δίσκο που θα κυκλοφορήσω με την Panik. Το έχω οραματιστεί με μελωδίες, με ελληνικά στοιχεία. Χαίρομαι που βγήκε έτσι δημιουργικά, γιατί θα δίνει μια ταυτότητα πολύ ολοκληρωμένη. Γιατί ήταν πράγματα που θα μπορούσα να κουβαλώ μέσα μου για χρόνια, χωρίς να μπορώ να τα βγάλω».
    Αναρωτιέμαι αν η ανάγκη σου να κυκλοφορήσεις έναν ελληνικό δίσκο έχει να κάνει με το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ζεις στην Αμερική…
    «Κοίταξε, γράφω ελληνικά τραγούδια από τότε που ήμουν 17 ετών. Είμαι Ελληνίδα, μεγάλωσα στην Ελλάδα, αλλά, όταν ήμουν φοιτήτρια, οι φίλοι μου, τα συγκροτήματα με τα οποία έπαιζα, όλοι τραγουδούσαν αγγλικό στίχο. Είχα μπει σε αυτήν τη σφαίρα. Χρόνο με τον χρόνο μάζεψα πολλά ελληνικά τραγούδια, έκανα κάποιες προσπάθειες να τα συμπεριλάβω στους πρώτους δίσκους μου, αλλά μετά θεώρησα ότι δεν είχε νόημα. Είχα πει στον εαυτό μου πάντως ότι ήθελα να κυκλοφορήσω έναν ελληνικό δίσκο όταν θα είχα τραγούδια τα οποία θεωρώ εγώ καλά. Τώρα, σε σχέση με τη νοσταλγία που με ρωτάς, είναι λίγο άδικο για την Ελλάδα να την αγαπάμε μόνο όταν βρισκόμαστε μακριά της. Συναισθηματικά, ψυχολογικά και πνευματικά, επειδή είναι δύσκολη η ζωή στο εξωτερικό, ίσως να βγαίνει λίγο το ελληνικό ταμπεραμέντο περισσότερο, αλλά τα ελληνικά μου τραγούδια τα είχα γράψει πολύ καιρό πριν φύγω στην Αμερική. Δόξα τω Θεώ, η πορεία μου εκεί πάει καλά και ίσως θέλησα με αυτόν τον δίσκο να συνδεθώ πάλι με το ελληνικό κοινό. Σαν να θέλω με αυτά τα τραγούδια να τους αφήσω ένα δωράκι, κάπως να με σκέφτονται. Γιατί η Ελλάδα και το ελληνικό κοινό μού δίνουν τη δύναμη για το εξωτερικό».
    Υπέγραψες στην Panik. Mια δισκογραφική εταιρεία πολύ δυνατή τα τελευταία χρόνια, η οποία όμως μας είχε συνηθίσει ίσως σε πιο mainstream καλλιτέχνες, αν εξαιρέσουμε την πρόσφατη υπογραφή με τους Πυξ Λαξ. «Αν ένα πράγμα μού έχει μάθει η Αμερική, είναι να μη βάζω ταμπέλες. Οταν επέστρεψα στην Ελλάδα και αποφάσισα να κυκλοφορήσω τον ελληνικό δίσκο, ενημέρωσα κάποιους συνεργάτες ότι θα χρειαστώ διανομή και προώθηση. Μίλησα με πάρα πολλές εταιρείες. Ολοι είχαν κάτι να μου προτείνουν. Εγώ επέλεξα την Panik. Δεν ασχολούμαι με τον κατάλογο των καλλιτεχνών που έχει μια εταιρεία. Είμαστε όλοι καλλιτέχνες, σε κάποιον αρέσει κάποιος, σε άλλον δεν αρέσει. Οι άνθρωποι της Panik είναι καταπληκτικοί, εργασιομανείς. Μπαίνεις και τους βλέπεις χαμογελαστούς και δραστήριους. Ηθελα να υπογράψω με αυτήν την εταιρεία».
    Στο Λος Αντζελες πώς είναι μια συνηθισμένη ημέρα σου;
    «Οπως περίπου και στην Ελλάδα. Επειδή περνάνε όλα από τα χέρια μου, και σε επίπεδο μάνατζμεντ, οι πρώτες ώρες της ημέρας είναι σαν να δουλεύω σε ένα γραφείο. Στην αρχή ήταν δύσκολο όταν έφυγα από τη Νέα Υόρκη, επειδή βρέθηκα στο Λος Αντζελες λόγω του άνδρα μου. Στην αρχή μού φαινόταν πιο απόμακρο, πιο μοναχικό, αλλά σήμερα εκεί νιώθω πιο ήρεμη και πιο ασφαλής από οποιαδήποτε μέρος του κόσμου. Περνάω πολλές ώρες στο σπίτι. Διαβάζω, γράφω, κάνω λίγη γυμναστική. Εδώ, όλοι κάνουν πεζοπορία στα βουνά. Ηiking, Hiking. Hiking. Ισως επειδή πουθενά αλλού δεν περπατάς, μόνο οδηγείς. Μένουμε στο Χόλιγουντ. Εχει πολλούς τουρίστες. Στην αρχή ένιωθα ξένη. Πλέον όμως έχω τα στέκια μου, τα καφέ που πηγαίνω. Μου αρέσει να δημιουργώ φωλιές».
    Την κρίση των τριάντα την πέρασες;
    «Ναι, αλλά εμένα μου άρεσε. Επειδή νομίζω ότι πιο πριν ήμουν πολύ παιδί. Δηλαδή, ο χαρακτήρας μου παραήταν αφελής και ρομαντικός. Μετά τα 30, έγινε ένα κλικ μέσα μου και σε συνδυασμό με ορισμένα πράγματα που έτυχαν στην επαγγελματική μου ζωή – κάποιοι άνθρωποι με πλήγωσαν – κατάλαβα ότι πλέον μεγάλωσα και δεν μπορώ να ρίχνω την ευθύνη σε κανέναν για αυτά που μου συμβαίνουν. Γι’ αυτό πλέον ασχολούμαι και με το επιχειρηματικό κομμάτι. Κατάλαβα ότι μεγαλώνω και μπορεί σύντομα να έχω ευθύνη και για όλους τους ανθρώπους γύρω μου».
    Θα ήθελες να αποκτήσεις ένα παιδί;
    «Ναι, μακάρι. Νομίζω ότι αυτό το κομμάτι εξαρτάται τελικά πολύ από τον σύντροφό σου. Εγώ είμαι πάρα πολύ δύσκολος άνθρωπος στη συμβίωση. Θέλω πάντα τον χώρο μου και τον χρόνο μου. Επίσης, μπορεί να λείπω από το σπίτι έναν μήνα και να είμαι σε ένα βαν, σε ένα αεροπλάνο και να ταξιδεύω. Ο άλλος πρέπει να έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση για να το στηρίξει αυτό, επειδή υπάρχουν χιλιάδες λόγοι για να σε πικράνει. Είναι τόσο σημαντικό όμως όταν από την άλλη άκρη της γραμμής του τηλεφώνου έρχεται μόνο η φωνή του, να σε ρωτάει αν πέρασες καλά. Εχουμε και οι δύο γεμάτη ζωή. Οταν βρεις τον κατάλληλο σύντροφο και μέσα στο ίδιο σας το σπίτι νιώθεις τόση ελευθερία, αλλά και τόση στήριξη, νομίζω ότι τότε μπορείς να σκεφτείς τη δημιουργία οικογένειας».
    Στον Θεό πιστεύεις;
    «Ναι, αλλά δεν είμαι παιδί της εκκλησίας. Πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη, σε μια ενέργεια που τα συνδέει όλα, και παράλληλα δίνει και σε εμάς τη δυνατότητα να κρατάμε στα χέρια μας τη ζωή μας. Το ατύχημα που είχα πριν από μερικά χρόνια, όταν έπιασε φωτιά το φουσκωτό στο οποίο επέβαινα και χρειάστηκε να κολυμπήσω ώρες για να σώσω τη ζωή μου, θεωρώ ότι η ψυχή μου το χρειαζόταν. Κάπως έπρεπε να αποδείξω στον εαυτό μου ότι ήμουν δυνατή. Ισως χρειαζόταν κάτι για να γυρίσει τούμπα όλη η ζωή μου, όλη η φιλοσοφία μου. Πιο μικρή, ήμουν πολύ αφελής. Εκανα τρελά πράγματα. Εxtreme sports, δεν φοβόμουν τίποτα. Και μετά ήταν σαν κάποιος, μια ανώτερη δύναμη, να μου είπε «μπες λίγο στη θάλασσα, ζήσε λίγο αυτό και μετά πες μας αν είσαι τόσο έξυπνη». Hταν σαν να το προκάλεσα εγώ, ώστε να ζήσω τα επόμενα χρόνια πιο συνειδητοποιημένη».
    Κάθε φορά που έρχεσαι πώς σου φαίνεται η Ελλάδα; Ολο και πιο μαύρη;
    «Αυτή την κουβέντα προσπαθώ να την κόβω αμέσως. Δηλαδή, μπορεί ένας ταξιτζής να με πάρει από το αεροδρόμιο όταν έρχομαι στην Ελλάδα και να αρχίσει «γιατί γύρισες εδώ, κοπέλα μου; Δεν καθόσουν εκεί που ήσουν;» και τέτοια. Τον σταματώ αμέσως. Δεν ήρθα εδώ ούτε για να γκρινιάξω ούτε για να ακούσω γκρίνια. Ο κόσμος δυσκολεύεται και εγώ δυσκολεύομαι, αλλά είναι όλα στο χέρι μας. Πάντα ήταν δύσκολα, όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλο τον κόσμο. Δυστυχώς, αυτό που παρατηρώ περισσότερο εδώ είναι ότι επειδή οι άνθρωποι είναι πολύ πληγωμένοι, μιλούν συνέχεια για τα προβλήματα, τα ανακυκλώνουν. Στην Ελλάδα συνηθίσαμε, δηλαδή, αυτήν την κατάσταση και αυτό είναι ακόμη χειρότερο. Η κρίση έγινε κάτι δεδομένο πλέον. Αν συμβεί κάτι καλό, θεωρείται παράξενο και αυτό τελικά είναι τόσο στενόχωρο. Αλλά σίγουρα κάτι θα αλλάξει, γιατί οι Ελληνες έχουν πείσμα, δύναμη. Οσο δύσκολα και να πάνε τα πράγματα, θα ορθοποδήσουμε».
    Συχνά κατηγορούν πάντως τη γενιά μας ως απολιτίκ…
    «Μα πώς να γίνουμε πολιτίκ; Ολα ξεκινούν από την έμπνευση που σου δημιουργούν οι μεγαλύτεροι. Τι να κάνεις όταν οι προηγούμενες γενιές σε έχουν φέρει εδώ; Η πολιτική είναι το πρώτο που θα αφήσεις στην άκρη. Oταν είσαι νέος, θέλεις να ζήσεις, δεν θα ξοδέψεις χρόνο σε αυτόν τον κόσμο που σου προκάλεσε όλη αυτήν τη σκοτεινιά, την οποία παλεύεις να διώξεις από πάνω σου».
    Πηγαίνεις να ψηφίσεις;
    «Ναι. Αν πάψουμε να πηγαίνουμε, δεν θα έχουμε απολύτως καμία δύναμη. Αλλά σε αυτό το σύστημα και η ψήφος χάνει σιγά σιγά την αξία της… Κάπως πλέον είναι όλοι τόσο ίδιοι. Ζούμε το τέλος των ιδεολογιών, έτσι ψάχνεις την ιδεολογία σου σε άλλες μορφές: στην τέχνη, στη δουλειά σου, στην καθημερινότητά σου. Εμένα μου λείπουν τα είδωλα. Θα ήθελα να έχω πιο δυνατά είδωλα να με εμπνέουν. Γιατί ακόμα κουβαλάμε αυτά της δεκαετίας του 1960 και του 1970. Σίγουρα υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς και καλλιτέχνες που με εμπνέουν πολύ, αλλά ιδεολογικά πλέον περισσότερη έμπνευση αντλώ από τους συνομηλίκους μου, παρά από τους μεγαλύτερους».
    Φοβήθηκες μήπως από εναλλακτική γίνεις mainstream;
    «Μου το έλεγαν συχνά. Αυτά τα θεωρώ φοβίες. Τι σημαίνει αυτό; Δηλαδή, τι; Θα με ακούσουν περισσότερα αφτιά και αυτά τα αφτιά δεν θα είναι καλλιεργημένα στη μουσική; Τι πάει να πει καλλιεργημένος; Γιατί και εγώ πηγαίνω στην Επίδαυρο, ενώ είμαι άσχετη με το θέατρο, απλώς για να δω μια παράσταση και να αισθανθώ κάτι. Οσον αφορά εμένα, μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Και στην αρχή ξέρεις πόσοι μού έλεγαν «γιατί τραγουδάς στα αγγλικά; Δεν θα σε βγάλει πουθενά!». Στο πρώτο μου live δεν μπορούσα καν να βρω μουσικούς για να παίξω. Μου έλεγαν «αγγλικά τώρα! Θα είναι ξεφτίλα. Θα παίξουμε μπροστά σε τρία άτομα». Και έπαιξα μόνη μου στην πρώτη συναυλία μου, την έκανα μόνη, και μετά έγινε το «Over the Ηill»».
    Ποια είναι η μεγαλύτερη παρεξήγηση σε σχέση με σένα;
    «Οτι είμαι υπερόπτης, ότι παίρνω πολύ σοβαρά τον εαυτό μου και ότι είμαι εγωκεντρική. Μια ζωή προσπαθώ να κάνω το αντίθετο. Ισως δίνω το δικαίωμα να το πει αυτό κάποιος επειδή κάνω του κεφαλιού μου. Εγώ όμως, με τη μουσική, μόνο το αντίθετο θέλω να κάνω: να προσφέρω. Ξέρεις τι ωραίο είναι να έρχονται να σου λένε «με αυτό το τραγούδι σου, Μόνικα, ερωτευτήκαμε με τον άνδρα μου». Και τη «Στάλα» για να χαμογελάσουμε την έκανα και και σαν μουσική υπόκρουση για τις όμορφες στιγμές της ζωής».
    Εμαθες με τα χρόνια να θωρακίζεις τον εαυτό σου;
    «Οταν έγινε η επιτυχία του «Over the Ηill» πληγώθηκα. Είμαι ίσως λίγο αφελής και ρομαντική και πιστεύω στην ειλικρίνεια των άλλων. Οταν άρχισα να συναναστρέφομαι με δημοσιογράφους, μπορεί να είπα κάποια πράγματα ως αστείο, με τον πιο θετικό τρόπο, και μετά αυτά να μπλέχτηκαν στα δίχτυα της δημοσιότητας και να παρεξηγήθηκαν. Δηλαδή είναι πολύ σκληρό να ξέρεις τόσο καλά τον εαυτό σου και να διαβάζεις σενάρια επιστημονικής φαντασίας ή να διαστρεβλώνουν τα λόγια σου. Εγώ ήμουν τότε 20 χρόνων. Στενοχωρήθηκα και έκλαψα γιατί ανέφεραν πάρα πολύ την οικογένειά μου η οποία δεν έφταιγε σε τίποτα. Τότε σκέφτηκα να εγκαταλείψω τελείως τη μουσική, επειδή, έτσι κι αλλιώς, δεν είχα και σκοπό να γίνω μουσικός. Από την άλλη, αυτό θα ήταν ήττα, γιατί είμαι πάρα πολύ δυναμική. Και ένιωσα ότι αν σταματούσα τη μουσική θα ήταν κάτι που θα μου επέβαλλε κάποιος άλλος. Και αποφάσισα να συνεχίσω. Αφού πάντα κάνω το δικό μου».
    Οταν όμως σε ηλικία 20 χρόνων βρίσκεσαι ξαφνικά να δίνεις συναυλία μπροστά σε 7.000 άτομα, δεν είναι αναπόφευκτο να καβαλήσεις το καλάμι;
    «Ούτε μια στιγμή δεν μου συνέβη. Αλλά δεν οφείλεται μόνο σε εμένα. Ηταν και οι άνθρωποι γύρω μου. Δηλαδή, έχει μεγάλη σημασία να παίζεις μπροστά σε τόσο κόσμο και την άλλη ημέρα να σου λένε, μεταξύ σαρκασμού και ειρωνείας,»εντάξει, δεν έγινε και τίποτα». Και σ’ το λένε με αγάπη και είναι υπερήφανοι για εσένα. Ισως συχνά έβλεπαν μέσα μου τον φόβο και, επειδή μέσα τους ήξεραν ότι μου αρέσει αυτό, ήθελαν να μην τρομάξω.Υστερα από μια μεγάλη συναυλία πήγαινα στο Μαθηματικό όπου σπούδαζα και κρυβόμουν. Ελυνα ασκήσεις για να ξεχάσω τι έγινε το προηγούμενο βράδυ».
    Ποιο είναι το πιο αστείο πράγμα που έχεις ακούσει αυτές τις ημέρες;
    «Οτι η «Στάλα» μοιάζει με τραγούδι της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Και σκέφτηκα «γιατί αυτό να είναι κακό;»». l
    Ευχαριστούμε το bar-restaurant Noël για την ευγενική φιλοξενία του
    (Κολοκοτρώνη 59Β – Στοά Κουρτάκη, Αθήνα, τηλ. 211 2159 534).

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 6 Αυγούστου 2017.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino