• Αναζήτηση
  • Λαϊκισμός εναντίον δημοκρατίας

    Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ έζησαν την τελευταία διετία στον αστερισμό του λαϊκισμού. Το βρετανικό δημοψήφισμα για το Brexit, οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές, οι ολλανδικές βουλευτικές εκλογές, οι γαλλικές προεδρικές εκλογές σηματοδότησαν μια σειρά σκληρών πολιτικών αντιπαραθέσεων που επανέφεραν δυναμικά στο προσκήνιο τον όρο όχι μεμονωμένα και διάσπαρτα αλλά ταυτόχρονα και σε ευρύτατα γεωγραφικά πεδία.


    Γιαν-Βέρνερ Μίλερ
    Τι είναι ο λαϊκισμός;

    Μετάφραση Δημήτρης Η. Αντωνίου. Εκδόσεις Πόλις, 2017, σελ. 168, τιμή 14 ευρώ

    Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ έζησαν την τελευταία διετία στον αστερισμό του λαϊκισμού. Το βρετανικό δημοψήφισμα για το Brexit, οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές, οι ολλανδικές βουλευτικές εκλογές, οι γαλλικές προεδρικές εκλογές σηματοδότησαν μια σειρά σκληρών πολιτικών αντιπαραθέσεων που επανέφεραν δυναμικά στο προσκήνιο τον όρο όχι μεμονωμένα και διάσπαρτα αλλά ταυτόχρονα και σε ευρύτατα γεωγραφικά πεδία.

    Στη συγκυρία αυτή το βιβλίο «Τι είναι ο λαϊκισμός;» του καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Πρίνστον Γιαν-Βέρνερ Μίλερ έρχεται ως εξαιρετικά επίκαιρη συμβολή συνιστώντας έναν άκρως κατατοπιστικό οδηγό που προσδιορίζει με συντομία και σαφήνεια τους όρους του φαινομένου, ενώ ταυτόχρονα διευρύνει τον προβληματισμό για τη σημερινή συνθήκη της δημοκρατίας στη Δύση.




    Ορια, όροι, προϋποθέσεις
    Ο Μίλερ ξεκινά από την παραδοχή ότι ο λαϊκισμός διακρίνεται από ιδιαίτερη δυσχέρεια ως προς τον ορισμό του. Στη δεκαετία του ’60 συσχετιζόταν με την αποαποικιοποίηση ή με πιθανές μετεξελίξεις του κομμουνισμού, ιδίως της μαοϊκής εκδοχής του. Στις ΗΠΑ νοείται κοντύτερα στην έννοια του «προοδευτικού», στην Ευρώπη ταυτίζεται με τη δημαγωγία. Κάποιοι μελετητές κάνουν λόγο για «αριστερό λαϊκισμό» με αφορμή τον λόγο του ΣΥΡΙΖΑ και των Podemos, κάποιοι άλλοι όχι. Κοινωνιολογικές μελέτες τον έχουν συνδέσει στο παρελθόν με μικροαστικά και αγροτικά στρώματα, όμως η σημερινή διασπορά της ψήφου σε περιπτώσεις όπως του γαλλικού Εθνικού Μετώπου ή του αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας καταρρίπτουν την ισχύ του επιχειρήματος.

    Ως απάντηση στο πρόβλημα ο Μίλερ προτείνει μια πιο ευέλικτη πρόταση: ο λαϊκισμός είναι μια μορφή ταυτοτικής πολιτικής, «δεν μοιάζει καθόλου με κωδικοποιημένη θεωρία, αλλά αποτελεί ένα σύνολο από διακριτές αξιώσεις και διαθέτει αυτό που θα ονόμαζε κάποιος εσωτερική λογική». Η λογική αυτή εδράζεται σε «μια συγκεκριμένη ηθικολογική φαντασίωση πολιτικής» που προπαγανδίζει την υπεροχή του αμόλυντου λαού έναντι των διαβρωμένων αρχηγεσιών, την άρση του υπεράνω θεσμών, την «άμεση αντιπροσώπευση» από τον ηγέτη-εκφραστή της βούλησής του.

    Τι απαιτείται για να οριστεί κανείς ως λαϊκιστής; Η κριτική στις κατεστημένες ελίτ αποτελεί αναγκαία, αλλά όχι και μόνη ικανή προϋπόθεση: εκτός από αυτό «οι λαϊκιστές είναι πάντα εναντίον του πλουραλισμού». Αποτελούν τους μόνους αυθεντικούς εκπροσώπους του λαού κατά του ανήθικου, διεφθαρμένου κατεστημένου, προτίθενται να αποκαταστήσουν την υφαρπαγμένη λαϊκή εξουσία (η διαβεβαίωση πως «ο λαός κυβερνά ξανά μετά την εκθρόνιση ενός «ξένου» κατεστημένου που είχε θέσει την Ουάσιγκτον υπό κατοχή» βρήκε περίοπτη θέση στον λόγο της ορκωμοσίας του Ντόναλντ Τραμπ, σημείωνε ο Μίλερ στον «Guardian» της 24ης Ιανουαρίου) και, επομένως, κάθε επικριτής τους δεν λογίζεται πολιτικός αντίπαλος αλλά εχθρός του λαού. Κατά συνέπεια, ο αποκλειστικός χαρακτήρας της ηθικής αντιπροσώπευσης αντανακλάται στον αποκλειστικό χαρακτήρα της σύνθεσης της κοινότητας – η γνησιότητα του λαού εξαρτάται από την πολιτική του στάση: «με απλά λόγια, οι λαϊκιστές δεν λένε: «είμαστε το 99%»· αντίθετα, υπονοούν: «είμαστε το 100%»».  
    Η επαγγελία της ταύτισης με τον γνήσιο λαό τροφοδοτεί την άσκηση της εξουσίας. Οι λαϊκιστές «αποικίζουν» το κράτος μεταρρυθμίζοντας τη νομοθεσία προς εξυπηρέτησή τους, καλλιεργούν μαζικές πελατειακές σχέσεις, προωθούν διαφορετικά νομικά καθεστώτα ανάλογα με το ποιόν κάποιου ως φίλου ή αντιπάλου της κυβέρνησης. Αυτή η νόθευση της δημοκρατικής διαδικασίας συχνά συγκαλύπτεται από την παλιά (αλλά, παρεμπιπτόντως, αγαπητή και σήμερα σε διάφορους δεξιούς και αριστερούς διανοητές) διάκριση μεταξύ φιλελευθερισμού και δημοκρατίας. Το «αντιφιλελεύθερο κράτος» του ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπαν, η Πολωνία του Λεχ Κατσίνσκι, η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αυτοπροβάλλονται ως πρότυπα τέτοιου είδους. Πρόκειται όμως για βαθιά προβληματικό ορισμό, υπογραμμίζει ο Μίλερ: «Η εικόνα της φιλελεύθερης δημοκρατίας ως ζυγαριάς στην οποία μπορούμε να επιλέξουμε λίγο περισσότερο φιλελευθερισμό ή λίγη περισσότερη δημοκρατία είναι ουσιωδώς παραπλανητική».
    Υπονομεύοντας τη δημοκρατία
    Ο ίδιος πιστεύει εν τούτοις ότι η δημοκρατία εξακολουθεί να μη διαθέτει ισότιμους ιδεολογικούς αντιπάλους. Οσοι θεωρούν ότι απειλείται σήμερα από εξωτερικές συγκροτημένες ιδεολογίες, τον «ισλαμοφασισμό», για παράδειγμα, ουσιαστικά οικοδομούν από μόνοι τους ένα είδωλο για να μπορέσουν στη συνέχεια να το γκρεμίσουν. Αναζητούν περισσότερο την ασφάλεια των αποσαφηνισμένων γραμμών αντιπαράθεσης του παρελθόντος, «εκφράζουν τη λαχτάρα τους για καθαρές διαχωριστικές γραμμές, ανάλογες με εκείνες του Ψυχρού Πολέμου, παρά τις παρούσες πολιτικές συνθήκες» επισημαίνει ο συγγραφέας.
    Το κινεζικό μοντέλο έχει κάποια απήχηση, τόσο στους «επιχειρηματίες της Σίλικον Βάλεϊ» που βλέπουν σε αυτόν τον κρατικά ελεγχόμενο καπιταλισμό ένα είδος νέας αξιοκρατίας που θα μπορούσε να τους ταιριάζει όσο και σε εκείνους που επιλέγουν να σταθούν στα εκατομμύρια των ανθρώπων τα οποία χάρη σε αυτό ξέφυγαν από ακραίες συνθήκες φτώχειας. Τα παραπάνω ωστόσο δεν αρκούν ούτε καν για να συστήσουν επαρκείς εξαιρέσεις: η δημοκρατία παραμένει ακόμη το «κυρίαρχο πολιτικό ζητούμενο». Εξ ου και «αυταρχικές κυβερνήσεις πληρώνουν τεράστια ποσά σε λομπίστες και ειδικούς δημοσίων σχέσεων για να εξασφαλίσουν ότι και οι ίδιες αναγνωρίζονται ως γνήσιες δημοκρατίες από τους διεθνείς οργανισμούς και τις δυτικές ελίτ».  
    Θα έλεγε κανείς ότι αυτά τα δεδομένα υποδεικνύουν μια αισιόδοξη προοπτική για το μέλλον του πολιτεύματος. Ωστόσο, ο Μίλερ δεν εθελοτυφλεί. Η απήχηση του λαϊκισμού οφείλεται σε σημαντικές ατέλειες, στις κατά Νορμπέρτο Μπόμπιο «αθετημένες υποσχέσεις της δημοκρατίας». Στην Ανατολική Ευρώπη ο φιλελευθερισμός βιώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες περισσότερο στην οικονομική παρά στην πολιτική μορφή του, περισσότερο ως άκρατη κυριαρχία της αγοράς παρά ως έκφραση του κράτους δικαίου.
    Στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ οι πιο αδύναμες κοινωνικο-οικονομικές ομάδες τίθενται εκτός πολιτικής διαδικασίας και τα συμφέροντά τους δεν αντιπροσωπεύονται αποτελεσματικά. (Είναι μάλιστα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η παρατήρησή του ότι η πολιτική αρχιτεκτονική της μεταπολεμικής Ευρώπης φέρει καταστατικά στοιχεία περιορισμού της λαϊκής βούλησης μέσω θεσμικών αντιβάρων, όπως τα συνταγματικά δικαστήρια, λόγω του φόβου των πολιτικών ελίτ για μια επανάληψη της προπολεμικής εκλογικής ή κοινοβουλευτικής παράδοσης της εξουσίας στον ιταλικό φασισμό και στον γερμανικό ναζισμό.)
    Μέρος μιας αποτελεσματικής απάντησης στους λαϊκιστές δεν μπορεί παρά να είναι η διερμηνεία των ανησυχιών που κινούν τα εκλογικά σώματα, η κατανόηση των υπαρκτών αδυναμιών της εκπροσώπησης και η απομάκρυνση από την τρέχουσα τεχνοκρατική προσέγγιση της πολιτικής που κυριάρχησε στον απόηχο της κρίσης.

    Γιατί για τον Γιαν-Βέρνερ Μίλερ η δημοκρατία μπορεί να μην κινδυνεύει από εξωτερικές επιβουλές, υποσκάπτεται όμως εκ των έσω από τον λαϊκισμό: τη «μόνιμη σκιά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας», μια εκφυλισμένη μορφή του πολιτεύματος που υπόσχεται να πραγματοποιήσει τα υψηλότερα ιδεώδη της, στην πραγματικότητα όμως την υπονομεύει διαστρέφοντας βασικές αρχές της.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία