• Αναζήτηση
  • Ο ανατρεπτικός μαέστρος του Tectonics Festival

    Τι συμβαίνει όταν κάποιοι πειραματιστές μουσικοί συναντιούνται με το σχήμα μιας παραδοσιακής ορχήστρας;

    Νάστος Γιώργος
    Τι συμβαίνει όταν κάποιοι πειραματιστές μουσικοί συναντιούνται με το σχήμα μιας παραδοσιακής ορχήστρας; Αυτό το ερώτημα προσπαθεί να απαντήσει το Φεστιβάλ Tectonics, το οποίο αφού ταξίδεψε στη Γλασκώβη, στη Νέα Υόρκη, στο Οσλο, στο Ρέικιαβικ, στην Αδελαΐδα και στο Τελ Αβίβ, καταρρίπτοντας ηχητικούς φραγμούς και φέρνοντας κοντά φαινομενικά αντίθετες μουσικές πρακτικές, έρχεται τώρα και στην Αθήνα. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία του καταξιωμένου ισραηλινού μαέστρου Ιλάν Βολκόφ, που ξεκίνησε το 2012 στην Ισλανδία – το μοναδικό χερσαίο σημείο συνάντησης των τεκτονικών πλακών Ευρασίας και Βόρειας Αμερικής. Στην αθηναϊκή έκδοση του Tectonics, η συμφωνική μουσική, ο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός, το ηλεκτρονικό noise, η μουσική δωματίου, οι ηχητικές εγκαταστάσεις και η παραδοσιακή μουσική θα συνυπάρξουν σε ένα περιπετειώδες τριήμερο όπου όλα είναι πιθανά, ακόμη και να παίξει Τζον Κέιτζ ο Γιάννης Αγγελάκας. Μιλήσαμε με τον Ιλάν Βολκόφ και έλυσε κάποιες από τις απορίες μας.
    Ποιες στιγμές θα ξεχωρίζατε από τις διοργανώσεις του φεστιβάλ που έχουν πραγματοποιηθεί ως τώρα;
    «Αλλάζω συνέχεια γνώμη σχετικά με την αγαπημένη μου στιγμή. Ερμηνεύσαμε το έργο «Burdocks» του Κρίστιαν Γουλφ στο Ρέικιαβικ με μια ομάδα νεαρών μουσικών που παίζουν πνευστά και η ενέργεια και ο ήχος δεν έμοιαζαν με τίποτε άλλο που να έχω ακούσει, ήταν σαν να δημιουργήθηκε ένας καινούργιος μουσικός κόσμος. Αυτή η εμπειρία με ενέπνευσε πολύ».
    Υπάρχει κάποια αποστολή που θέλετε να εκπληρώσει το Tectonics Festival ή πρόκειται για ένα συνεχές work in progress;
    «Δεν βλέπω το φεστιβάλ σαν αποστολή αλλά σαν διαδικασία εξερεύνησης και παροχής του πλαισίου που χρειάζεται για να δημιουργηθούν νέες συνεργασίες. Το να βρίσκεις νέες φωνές, ενώ παράλληλα ανακαλύπτεις ασυνήθιστη μουσική από όλον τον κόσμο, μουσική που δεν έχει ξανακουστεί, είναι το κλειδί για αυτό που κάνουμε».


    Πόση έρευνα χρειάστηκε να κάνετε για την ελληνική εκδοχή του φεστιβάλ; Υπήρχαν έλληνες καλλιτέχνες τους οποίους γνωρίζατε εξαρχής ότι θέλατε να εντάξετε στο πρόγραμμα;
    «Γνώριζα πολλά για τη μουσική του Γιάννη Χρήστου, μιας φιγούρας που εξακολουθεί να μην είναι ευρέως γνωστή, κι ας πρόκειται για έναν απίθανο συνθέτη, έναν πρωτοπόρο. Ωστόσο, όπως συμβαίνει κάθε φορά, αφέθηκα και στις απόψεις ενός ντόπιου προμότερ/επιμελητή, του Μιχάλη Μοσχούτη, ο οποίος είναι βαθύς γνώστης και ενθουσιώδης παρατηρητής της τοπικής σκηνής».


    Ποιες εκδηλώσεις θα παροτρύνατε τους ακροατές να μη χάσουν;
    «Δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Είναι αρκετοί οι σπουδαίοι καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάζομαι εδώ και χρόνια. Για μένα το στοιχείο του καινούργιου θα το φέρει η ηχητική εγκατάσταση και περφόρμανς της Ελεν Φούλμαν με τον Κόνραντ Σπρένγκερ. Απ’ ό,τι έχω ακούσει, πρόκειται για μια απίστευτη εμπειρία και ανυπομονώ να τη βιώσω».


    Κάποιοι έλληνες τραγουδιστές είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στο Ισραήλ. Εχετε σε κάποιον αδυναμία;
    «Προσωπικά, αγαπώ πολύ τις παλιές ηχογραφήσεις με ρεμπέτικα, έχω πολλούς τέτοιους δίσκους. Εχω επίσης ακούσει αποσπάσματα από πολυφωνίες σε χωριά και μου έχουν μείνει αξέχαστα».


    Εχει επηρεάσει η εμπλοκή σας με το φεστιβάλ το modus operandi σας ως μαέστρου;
    «Ναι, οπωσδήποτε. Προσπαθώ ακόμα κι όταν πρόκειται για μια τυπική διεύθυνση ορχήστρας να την αντιμετωπίζω σαν μίνι φεστιβάλ και να δημιουργώ ενδιαφέρουσες και αποκαλυπτικές συνδέσεις. Αισθάνομαι επίσης πως η εργασία μου στο πλάι τόσων σύγχρονών μου συνθετών και αυτοσχεδιαστών με βοηθά να ανακαλύψω ξανά τη μουσική από τον 18ο ως τον 20ό αιώνα, μουσική που αγαπώ και τη βλέπω από μια καινούργια, μοναδική οπτική γωνία».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός