• Αναζήτηση
  • Πόσο λαϊκιστικός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ;

    Η προκαταρκτική συμφωνία για τη δεύτερη αξιολόγηση διασφαλίζει την παραμονή της χώρας σε τροχιά λιτότητας τουλάχιστον μέχρι το 2020.

    Μοσχονάς Γεράσιμος
    Πόσο λαϊκιστικός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ; | tovima.gr
    Η προκαταρκτική συμφωνία για τη δεύτερη αξιολόγηση διασφαλίζει την παραμονή της χώρας σε τροχιά λιτότητας τουλάχιστον μέχρι το 2020. Ετσι, χάρη στα μνημόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ εισήλθε σε έναν άλλο κόσμο ιδεών. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο εκκωφαντικά προφανές, την απόσταση ανάμεσα στην παλαιά ρητορική και στις ασκούμενες πολιτικές. Οι επιπτώσεις αγγίζουν πρωτίστως  την ίδια την ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ, τις προγραμματικές επεξεργασίες, τη βαθύτερη ψυχή του κόμματος. Μια όψη της ταυτότητας αυτής θα εξετάσουμε σε αυτό το κείμενο: τον αριστερό λαϊκισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορείται από τους πολιτικούς του αντιπάλους για λαϊκισμό. Ταυτόχρονα, η απο-δαιμονοποίηση του λαϊκισμού είναι μια διεθνής, αν και μειοψηφική, επιστημονική τάση που απελευθερώνει τον όρο «λαϊκισμός» από τις συνδηλώσεις της δημαγωγίας, της συνωμοσιολογίας, της πολιτικής «καθυστέρησης» και του ανορθολογισμού, καθώς αποδίδει, ειδικά στα αριστερά λαϊκιστικά εγχειρήματα, την ικανότητα προώθησης δημοκρατικών πολιτικών και κοινωνικών μετασχηματισμών που η κλασική Αριστερά δεν είναι πλέον σε θέση να επιτύχει. Από τη σκοπιά του πολιτικού – ιδεολογικού ανταγωνισμού, η μερική υιοθέτηση από τους Podemos στην Ισπανία και από τον Melenchon στη Γαλλία μιας τέτοιας οπτικής «εκσυγχρονίζει» τον λαϊκισμό, τον απενοχοποιεί και τον εντάσσει σε ένα πλαίσιο πολύ ευρύτερο του κλασικού λατινοαμερικανικού μοντέλου, έστω και αν αυτό το τελευταίο έχει προσφέρει τα αρχικά θεμελιακά υλικά για τη διαμόρφωση του σύγχρονου ευρωπαϊκού αριστερού λαϊκισμού. Είναι λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ ένα λαϊκιστικό κόμμα; Με τι τρόπο, και σε ποιον βαθμό;

    Μια σύνθετη ταυτότητα
    Οσοι ερευνητές (δεν θα αναφερθώ σε ονόματα στον περιορισμένο χώρο αυτού του άρθρου διότι θα αδικήσω σύνθετες ερμηνείες) απέδωσαν στον ΣΥΡΙΖΑ λαϊκιστικά χαρακτηριστικά διείδαν με διορατικότητα ισχυρές όψεις στη δυναμική εξέλιξης του πολιτικού του λόγου. Ενώ τα επίσημα κείμενα των συνεδρίων (π.χ. Ιδρυτικό συνέδριο του 2013) και οι αποφάσεις της ΚΕ (μέχρι και σήμερα) παραμένουν σε «ρηματικές κατασκευές» και «ιδεολογικές συναρθρώσεις» περισσότερο ή λιγότερο κλασικού αριστερού τύπου, ο λόγος της ηγεσίας προσέλαβε σταδιακά μια ισχυρή λαϊκιστική διάσταση.
    Πράγματι, η πορεία προς την εξουσία, μετά το 2012, χαρακτηρίστηκε από έμφαση: α) στην υπεραπλοποίηση της εσωτερικής κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης και τον χωρισμό σε δύο κοινωνικά και πολιτικά στρατόπεδα, τον λαό και τις αντιμνημονιακές δυνάμεις, από τη μία, το «διεφθαρμένο» και «υποταγμένο στους δανειστές» πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο, από την άλλη· β) στην υπεραπλοποίηση της διεθνούς πολιτικής σκηνής, η οποία οδήγησε στην απεικόνιση των διεθνών συσχετισμών ως σύγκρουσης μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και ελλειμματικού Νότου· γ) στην ανάδειξη του «λαού» σε οντότητα με «αντιστασιακά» και «πατριωτικά» χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο ενός συστηματικού «εμείς» και «αυτοί»· δ) στην προώθηση μιας βολονταριστικής αντίληψης για την επίλυση της κρίσης («Ανατροπή στην Ελλάδα – αλλαγή στην Ευρώπη»).
    Μπορούμε να κατανοήσουμε επαρκώς την ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ μέσω των ανωτέρω; Η απάντηση είναι ένα κατηγορηματικό όχι. Το περιεχόμενο των συλλογικών κειμένων (συνέδρια, ΚΕ) δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την τυπολογία. Επίσης, το περίφημο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης αποτελεί μια ήπια εκδοχή σοσιαλδημοκρατικών οικονομικών προτάσεων (η οποία κατέστη ακόμη ηπιότερη από την πρώτη ημέρα της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία). Η σύζευξη λαού – έθνους συναντάται σπάνια στα κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο δε «κριτικός ευρωπαϊσμός» του κόμματος (και ειδικά της ομάδας γύρω από τον Αλ. Τσίπρα) υπήρξε μέχρι αφελείας ευρωπαϊστικός – το ακριβώς αντίθετο μιας «εθνικολαϊκιστικής έγκλησης» και των θεωριών της εξάρτησης. Στα μεγάλα και μικρά θέματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (Τουρκία, Κύπρος, FYROM) δεν συναντώνται «εθνικιστικές» αναφορές. Επίσης, οι αναφορές στην ελληνική εθνική-λαϊκή παράδοση είναι απλώς ανύπαρκτες. Ο «λαός» ως πολιτισμικό υποκείμενο είναι πρακτικά απών (ας συγκρίνει κανείς τον λόγο του ΣΥΡΙΖΑ με τον λόγο του ιστορικού ΠαΣοΚ). Εάν τα προηγούμενα δεν εντάσσονται στις εθνικο-λαϊκιστικές μήτρες λεξιλογίου και ιδεών, ακόμη λιγότερο εντάσσεται η οργανωτική πραγματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ, με την ιστορικά πολυκεντρική δομή και την τεράστια δυσκολία της ηγεσίας, παρά τις πρωτόγνωρες εκλογικές της νίκες, να ελέγξει τον κομματικό οργανισμό, κάτι που θα ήταν αδιανόητο για τον Τσάβες ή τον Α. Παπανδρέου.
    Για να συνοψίσω, ακόμη και κατά την περίοδο 2012-15, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα μάλλον τυπικό κόμμα της νέας ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς, το οποίο συνδυάζει μια ισχυρή λαϊκιστική διάσταση με μια μετριοπαθή οικονομική πολιτική, με άπειρο και αφελή ευρωπαϊσμό και με πολλά αντιεθνικιστικά χαρακτηριστικά. Η ταυτότητα του κόμματος είναι σύνθετη. Η άποψη της μετοικεσίας του λαϊκισμού από το ιστορικό ΠαΣοΚ στον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να στερείται επιχειρημάτων, δεν περιγράφει επαρκώς την πολλαπλή υφή της φυσιογνωμίας του κόμματος. Η άσκηση της διακυβέρνησης θα ενδυναμώσει τον σύνθετο χαρακτήρα της συριζικής ταυτότητας.
    Ο «αδύνατος» κυβερνητικός λαϊκισμός
    Πολλοί αναλυτές, ιδιαίτερα ξένοι, αναφέρονται στην «αποτυχία του ελληνικού λαϊκιστικού πειράματος». Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: ο ΣΥΡΙΖΑ, ταυτόχρονα με την έναρξη των διαπραγματεύσεων, εγκατέλειψε τις πιο ριζοσπαστικές όψεις του προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Η προτεινόμενη οικονομική στροφή ήταν εξαιρετικά συνετή. Φυσικά, αυτή η στροφή υπονομεύθηκε καταλυτικά από την απουσία επαγγελματισμού του τότε οικονομικού επιτελείου και, βεβαίως, από την – αναμενόμενη – αποφασιστικότητα των δανειστών. Αυτό που απέτυχε οικονομικά ήταν η προώθηση μιας ήπιας σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, όχι ένα λαϊκιστικό οικονομικό πείραμα.
    Μετά την αποτυχία επίτευξης ενός οικονομικού συμβιβασμού, ο ΣΥΡΙΖΑ έμεινε χωρίς πολιτική.  Απροετοίμαστος για την ευρύτερη διακυβέρνηση της χώρας, χωρίς συνολικό σχέδιο και υπό την ασφυκτική, αν όχι εξοργιστική, πίεση των δανειστών, γρήγορα στράφηκε στη βίαιη ρητορική (που δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ), στον τακτικισμό και στην κατάχρηση πολωτικών σχημάτων, τα οποία όμως δεν μπορούσαν να υποστηριχθούν από ένα διακριτό οικονομικό project. Οι επικοινωνιολόγοι του προφανώς δεν παρατήρησαν ότι η αντίστοιχη κατάχρηση, μετά το 1985, της αντιδεξιάς πόλωσης από τον Α. Παπανδρέου σκότωσε και την αποτελεσματικότητα των πολωτικών τακτικών και το αντιδεξιό σύνδρομο.
    Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση έχασε την ευκαιρία της παιδαγωγικής των μεταρρυθμίσεων. Μικρές αλλά συμβολικά σημαντικές μεταρρυθμίσεις, όπως η δημιουργία μιας νέας σε ανεξαρτησία, ήθος, ποιότητα και δυναμισμό ΕΡΤ, και πιο σημαντικές, όπως η ριζική αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος (αν δεν το κάνει μια αριστερή δύναμη, ποιος θα το κάνει;) ή ένα πιο αποτελεσματικό και περιεκτικό «παράλληλο πρόγραμμα», δεν προωθήθηκαν καθόλου ή δεν προωθήθηκαν επαρκώς. Μεταρρυθμίσεις τέτοιου τύπου απαιτούν εθνικό σχέδιο, πολλή τεχνογνωσία και οικοδόμηση θεσμών μέσω ευρύτερων συναινέσεων.
    Καθιστούν, ωστόσο, τα προηγούμενα τον ΣΥΡΙΖΑ λαϊκιστικό; Είναι δυνατόν να αξιολογηθεί η δυναμική της φυσιογνωμίας ενός κόμματος (και μάλιστα κυβερνητικού) χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πολιτικές του; «Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε», έγραφαν, σε ένα άλλο πλαίσιο, οι B. Rothstein και S. Steinmo, «ότι η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι ένα λαϊκιστικό κίνημα. Τα [σκανδιναβικά] σοσιαλδημοκρατικά κόμματα οικοδόμησαν μεγάλα καθολικά συστήματα κοινωνικής πρόνοιας συχνά φορολογώντας βαριά τους δικούς τους ψηφοφόρους. Δεν επεχείρησαν να χρηματοδοτήσουν τα συστήματα πρόνοιας μέσω δημευτικής φορολογίας […] επί του ατομικού ή επιχειρηματικού πλούτου». Δεν θα δεχτούμε, συνεπώς, τη διαδεδομένη άποψη ότι ο λαϊκισμός είναι κυρίως ή μόνον πολιτικός λόγος, ένα συμβολικό πλαίσιο «ρηματικών ιδεολογικών συναρθρώσεων». Ο λαϊκισμός έχει παράξει και στηρίξει πολιτικά καθεστώτα και μοντέλα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής (κυρίως στη Λ. Αμερική). Από αυτή τη σκοπιά, οι πολιτικές που ακολουθεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (μείωση δαπανών, αύξηση φόρων, ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.), όσο και αν δεν τις θεωρεί, και σωστά, ιδιοκτησία της, δεν είναι λαϊκιστικές. Πόσο λαϊκιστικό είναι ένα κόμμα που πλήττει τον «λαό του»; Οσο και το σουηδικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα!
    Στην πραγματικότητα, ο κυβερνητικός λαϊκισμός, όχι ο λαϊκισμός ως στρατηγική εξουσίας, είναι μη υλοποιήσιμος στο αυστηρό πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Κυβερνητικός λαϊκισμός σε οικονομικό επίπεδο και ΕΕ είναι δύο απολύτως ασύμβατες έννοιες. Το ευρωπαϊκό σύστημα περιορίζει σημαντικά την ευρετική ικανότητα του αναλυτικού σχήματος του λαϊκισμού, όταν αυτό εφαρμόζεται σε κυβερνητικά κόμματα εντός της Ενωσης.  

    Ο λαϊκισμός στην Ελλάδα
    Οι λαϊκιστικές τάσεις στην Ευρώπη και στον κόσμο ήρθαν για να μείνουν. Οι αριστεροί καλό θα είναι να εξοικειωθούν με την ιδέα ότι τα νέα προτάγματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς θα προσλάβουν και λαϊκιστικές φόρμες και περιεχόμενα. Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, οι ανεξέλεγκτες αγορές, η ριζική εξασθένιση της εργατικής τάξης και η κατάρρευση των ενδιάμεσων αντιπροσωπευτικών δομών ενισχύουν μαθηματικά τέτοιες τάσεις. Ισως αυτό να μην είναι τόσο κακό.
    Στην Ελλάδα, ωστόσο, προσεγγίσεις που χαϊδεύουν μια στρατηγική «μη-προνομιούχων» θα αποδειχτούν, όπως και στο παρελθόν, καταστροφικές. Το εξαιρετικά μεγάλο αθροιστικό βάρος του ελληνικού μικροκαπιταλισμού, των ελεύθερων επαγγελμάτων και του μικροκαπιταλιστικού αγροτικού τομέα δεν επιτρέπει παιγνίδια. Παραδοσιακές αριστερές στρατηγικές που θα εστίαζαν στις μισθωτές τάξεις, στους ανέργους και στο υγιώς επιχειρείν θα μπορούσαν να αποδειχτούν πολύ πιο ριζοσπαστικές από τις λαϊκιστικές στρατηγικές. Και πιο συμβατές με το δημόσιο συμφέρον.
    Οι αυτοκτονικές τάσεις και, προπάντων, η αδυναμία ανανέωσης της ελληνικής Κεντροαριστεράς, όπως και η αναπαλαίωση της ΝΔ, δίνουν μία ακόμη ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η ευκαιρία μάλλον δεν αφορά τη νίκη στις επόμενες εκλογές. Αφορά όμως κάτι πιο βαθύ: τη σταθεροποίησή του ως μεγάλου κεντρικού (όχι κεντρώου) κόμματος στα αριστερά, ικανού να εκπροσωπήσει ταυτόχρονα το λαϊκό και το δημόσιο συμφέρον. Ο συνδυασμός του λαϊκού και του δημόσιου συμφέροντος, με δεδομένες τις ελληνικές ταξικές ιδιαιτερότητες, δεν «περνάει» μέσα από λαϊκιστικές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης. A bon entendeur, salut!
        
    Ο κ. Γεράσιμος Μοσχονάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες