• Αναζήτηση
  • Ενας αιώνας ψυχρού πολέμου

    Στις 24 Δεκεμβρίου 1953 η σοβιετική κυβερνητική εφημερίδα «Ιζβέστια» ανακοίνωνε με λιτό τρόπο την εκτέλεση του πρώην πανίσχυρου αρχηγού των υπηρεσιών ασφαλείας Λαβρέντι Μπέρια έπειτα από καταδίκη επί εσχάτη προδοσία.

     Στις 24 Δεκεμβρίου 1953 η σοβιετική κυβερνητική εφημερίδα «Ιζβέστια» ανακοίνωνε με λιτό τρόπο την εκτέλεση του πρώην πανίσχυρου αρχηγού των υπηρεσιών ασφαλείας Λαβρέντι Μπέρια έπειτα από καταδίκη επί εσχάτη προδοσία. Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου υπό τον άλλοτε στρατάρχη του Β Παγκοσμίου Πολέμου Ιβάν Στεπάνοβιτς Κόνιεφ, ο επικεφαλής της NKVD (πρόδρομος της KGB) όχι μόνο απεργαζόταν σχέδια για τη συνωμοτική ανάρρησή του στο ανώτατο αξίωμα της ΕΣΣΔ, αλλά υποτίθεται ότι υπήρξε πιστός συνεργάτης των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών την περίοδο 1919-1920, στα κρίσιμα χρόνια του ρωσικού εμφυλίου πολέμου.
    Για έναν τέτοιο βεβηλωτή της ένδοξης κληρονομιάς των Λένιν και Στάλιν μόνο η λήθη άξιζε: οι συνδρομητές της «Μεγάλης Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας» έλαβαν σύντομα τη συμβουλή να χρησιμοποιήσουν ένα μικρό μαχαίρι ή ξυράφι προκειμένου να αφαιρέσουν το οικείο άρθρο για τον Μπέρια ενθέτοντας αντί γι’ αυτό το υποκατάστατο που τους προμήθευαν, ένα κείμενο για τη Βερίγγειο θάλασσα. Μικρή παραδειγματική ιστορία για την αδυσώπητη πάλη των σταλινικών διαδόχων από την οποία αναδείχθηκε τροπαιούχος ο Νικίτα Χρουστσόφ, υπενθυμίζει ταυτόχρονα τη δημιουργική χρήση του ψεύδους και το μακροχρόνιο πλαίσιο αντιπαλότητας μεταξύ Ρωσίας και Δύσης. Μπορεί ο καθηγητής της επιστήμης των υπολογιστών του Στάνφορντ, Ντέιβιντ Ντιλ, να έκρουε τον Μάρτιο στο «Scientific American» τον κώδωνα του κινδύνου προειδοποιώντας ότι ολόκληρο το αμερικανικό εκλογικό σύστημα είναι «ευάλωτο στους ξένους χάκερ», όμως οι αμερικανικές κατηγορίες για ανάμειξη των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών στις προεδρικές εκλογές του 2016 έχουν πίσω τους έναν ολόκληρο αιώνα καλλιέργειας κατασκοπευτικών δικτύων και αφηγημάτων υπονόμευσης.
    Οσο περισσότερο οπισθοχωρεί κανείς σε αυτόν τον αιώνα, τόσο πιο ευρείες βρίσκει τις δυνατότητες αποσταθεροποίησης καθεστώτων και χωρών. Η ίδια η καταστατική αρχή της Σοβιετικής Ενωσης, η Οκτωβριανή Επανάσταση, χρωστάει εν πολλοίς την ύπαρξή της στην άκρως υπονομευτική για την Προσωρινή Κυβέρνηση πρωτοβουλία της Γερμανίας να επιτρέψει εν μέσω Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τη διέλευση από το έδαφός της με σφραγισμένο τρένο στον Λένιν και άλλους 31 πολιτικούς εξόριστους που επέστρεφαν στην (επαναστατημένη από τον Φεβρουάριο) Ρωσία τον Απρίλιο του 1917. Την αρχική ανάδειξή του σε αντικείμενο λατρείας ο ηγέτης των μπολσεβίκων την οφείλει στη διασταύρωση μιας συνωμοσίας με μια απόπειρα δολοφονίας. Οι περιγραφές της «Πράβδα» διά χειρός Νικολάι Μπουχάριν μετά τους τρεις πυροβολισμούς που δέχθηκε ο Λένιν από τη σοσιαλεπαναστάτρια Φάνια Κάπλαν στις 30 Αυγούστου 1918 διατυμπάνιζαν πως «με τους τρυπημένους πνεύμονές του γεμάτους αίμα» αρνήθηκε, υποτίθεται, κάθε βοήθεια και επέστρεψε αμέσως στην εργασία του για να μη σταματήσει η ατμομηχανή της επανάστασης.
    Στην πραγματικότητα ο Βλαντίμιρ Ιλιτς νοσηλευόταν σε σοβαρή κατάσταση όσο ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ έθετε σε μαζική κυκλοφορία ένα φυλλάδιο για τον «εκλεκτό εκατομμυρίων» και οι σοβιετικές υπηρεσίες ασφαλείας επιχειρούσαν να συνδέσουν την πράξη της Κάπλαν με τη δράση ενός χαλαρού δικτύου βρετανών κατασκόπων κατασκευάζοντας τη διαβόητη στη σοβιετική μυθολογία «Συνωμοσία του Λόκχαρτ». Ο βρετανός διπλωμάτης Ρόμπερτ Μπρους Λόκχαρτ, απεσταλμένος της Βρετανίας προς τη νέα ρωσική κυβέρνηση, συνελήφθη και ανακρίθηκε, ήταν όμως ο λάθος άνθρωπος στη λάθος θέση. Αν κάποιος είχε αναλάβει εργολαβικά να προετοιμάσει την πραξικοπηματική ανατροπή του καθεστώτος αυτός ήταν ο υφιστάμενός του, Σίντνεϊ Ράιλι, μια μυθιστορηματική φιγούρα που δρούσε μεταξύ Μόσχας και Αγίας Πετρούπολης υπό τρεις διαφορετικές ταυτότητες και σύμφωνα με τον Ιαν Φλέμινγκ, που οπωσδήποτε ξέρει κάτι παραπάνω, υπήρξε «ανώτερος του Τζέιμς Μποντ». Επίσημα, η βρετανική κυβέρνηση ήταν στεγανοποιημένη από αυτή τη συνεννόηση με δυσαρεστημένα στοιχεία του συντάγματος των Λετονών Τυφεκιοφόρων για την προγραμματισμένη ανατροπή του λενινιστικού καθεστώτος τον Σεπτέμβριο του 1918, ο σερ Μάνσφιλντ Σμιθ-Κάμινγκ, όμως, πρώτος διευθυντής της ΜΙ6 και πρότυπο για τον «Μ» του Ιαν Φλέμινγκ και τον «Ελεγχο» του Τζον Λε Καρέ, τελούσε εν γνώσει της.
    Ο βρετανός ιστορικός Ορλάντο Φάιτζις υπογραμμίζει την παρανοϊκή νοοτροπία μιας κοινωνίας υπό πολιορκία που καλλιεργήθηκε και επικράτησε πλήρως στη μετεπαναστατική Ρωσία. Επί σταλινισμού το φαινόμενο επιτάθηκε: το περίφημο δίκτυο των «Πέντε του Κέιμπριτζ» (Γκάι Μπέρτζες, Ντόναλντ Μακλίν, Κιμ Φίλμπι, Αντονι Μπλαντ, Τζον Κέρνκρος), των προνομιούχων, υψηλόβαθμων στελεχών της βρετανικής αντικατασκοπείας που έδρασαν ως διπλοί πράκτορες προς όφελος της KGB έως την περίοδο 1951-1955, οργανώθηκε πριν από τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Οχι ότι ο Στάλιν ανέμενε από το άνθος της βρετανικής αριστοκρατίας να ρίξει την κυβέρνηση της χώρας. Λόγοι πρακτικής χρησιμότητας του προσεταιρισμού τους συμβάδιζαν με λόγους γοήτρου: πέρα από την εκ των έσω γνώση μυστικών του πολιτικού αντιπάλου, οι Σοβιετικοί κέρδιζαν τις διόλου ευκαταφρόνητες επαφές, τη διασπορά των ιδεών τους και την υπονόμευση της έννοιας του Establishment. Οπως θα το έθετε το 1981 ο Κιμ Φίλμπι σε μια διάλεξή του ενώπιον μελών της ανατολικογερμανικής Στάζι: «Ηταν αδιανόητο πως κάποιο εκ γενετής μέλος της άρχουσας τάξης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας θα μπορούσε να είναι προδότης».
    Παρόμοιες κινήσεις απείχαν πολλά βήματα από το να αποτελέσουν ρεαλιστικό κίνδυνο για τη μία ή την άλλη πλευρά. Η CIA δοκίμαζε επί μία πενταετία μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να εισαγάγει πράκτορες στον σοβιετικό χώρο είτε με την προοπτική της άμεσης ενεργούς κατασκοπείας είτε ως εν υπνώσει τμήματα που θα δρούσαν σε περίπτωση εχθροπραξιών μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1949 πέτυχε τη ρίψη μιας ομάδας εκπαιδευμένων ουκρανών αντικαθεστωτικών κοντά στο Λβοφ. Κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτούς έως το 2005, όταν εντοπίστηκαν αποχαρακτηρισμένα απόρρητα έγγραφα της υπηρεσίας που ομολογούσαν ότι «οι Σοβιετικοί γρήγορα εξόντωσαν τους πράκτορες». Αντίστοιχα, η διάσημη από τη «Γέφυρα των κατασκόπων» του Στίβεν Σπίλμπεργκ περίπτωση του σοβιετικού κατασκόπου Ρούντολφ Εϊμπελ που χάρισε στον Μαρκ Ράιλανς το Οσκαρ β’ ανδρικού ρόλου το 2015 αποδεικνύει τη βαρετή δουλειά και τη μικρή εμβέλεια του αντικειμένου: όταν συνελήφθη στη Νέα Υόρκη το 1957, έπειτα από εννέα χρόνια παράνομης δράσης στις ΗΠΑ, το μόνο που αποκόμισε το FBI ήταν ένα βιβλίο με ρωσικούς κώδικες έκτασης 250 σελίδων, ένα κούφιο μολύβι με ασήμαντα κρυπτογραφημένα μηνύματα σε μικροφίλμ, κάποιες προσυμφωνημένες φράσεις για αναγνώριση πρακτόρων και το κλειδί ενός χρηματοκιβωτίου με 15.000 δολάρια σε μετρητά.
    Στο επάγγελμα των μυστικών υπηρεσιών, ωστόσο, δεν μπορεί να επαναπαυτεί κανείς στον κανόνα – αρκεί μια εξαίρεση για να χάσει την παρτίδα. Ιδανικό παράδειγμα η περίπτωση Ντμίτρι Πολιακόφ: ο 38χρονος τότε αξιωματικός της GRU, τοποθετημένος στη Νέα Υόρκη μεταξύ 1959 και 1961, προσέγγισε εθελοντικά τους Αμερικανούς προκειμένου να λειτουργήσει ως πληροφοριοδότης. Γνωστός με το κωδικό όνομα «Bourbon», παρέμεινε ενεργός για περισσότερα από 20 χρόνια παρέχοντας καίριες γνώσεις (από τεκμήρια για το διευρυνόμενο σχίσμα μεταξύ ΕΣΣΔ και Κίνας στη δεκαετία του ’60 έως τεχνικές λεπτομέρειες αντιαρματικών πυραύλων), ενώ ανελισσόταν στην ιεραρχία. Αποστρατεύθηκε το 1982 με τον βαθμό του στρατηγού, αποκαλύφθηκε, όμως, καταδικάστηκε ως προδότης και εκτελέστηκε στις 15 Μαρτίου 1988. Χρόνια αργότερα, μιλώντας στο περιοδικό «Time», ο πρώην διευθυντής της CIA, Τζέιμς Γούλσεϊ, θα τον χαρακτήριζε «πετράδι του στέμματος» της αμερικανικής κατασκοπείας.
    Οι νίκες και οι ήττες του Ψυχρού Πολέμου, ωστόσο, ήταν κατά βάση νίκες και ήττες προπαγάνδας. Από τη στιγμή που και οι δύο πλευρές είχαν εμπεδώσει το γεγονός ότι η αποσταθεροποίηση του αντιπάλου απαιτούσε είτε (πυρηνικό) πόλεμο, είτε τεράστιες οικονομικές δαπάνες, είτε βάθος χρόνου, επιλέχθηκε σιωπηρά ένα πρόγραμμα συρράξεων δι’ αντιπροσώπου και διαγκωνισμού για το πρεστίζ στη σκηνή της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Ετσι, ο Ρούντολφ Εϊμπελ αποθεώθηκε από τους Σοβιετικούς, παρά το γεγονός ότι δεν κατάφερε να στρατολογήσει ούτε έναν πράκτορα επί εννέα χρόνια στις ΗΠΑ. Ο Γκάρι Πάουερς τιμήθηκε τελικά στην Αμερική, παρά το γεγονός ότι το κατασκοπευτικό αεροσκάφος του, τύπου U2, καταρρίφθηκε σε παράνομη υπερπτήση του σοβιετικού εναέριου χώρου το 1960 προξενώντας σοβαρότατο διεθνές επεισόδιο. Για τον ίδιο λόγο η Κορέα, το Βιετνάμ, η Κούβα, η Νικαράγουα, το Αφγανιστάν απέβησαν προνομιακά πεδία εξ αποστάσεως αναμέτρησης των υπερδυνάμεων.
    Το πιο πρόσφατο κεφάλαιο της υπόγειας αντιπαράθεσης Ρωσίας και Δύσης γράφεται σε ένα πεδίο που εκμηδενίζει τις αποστάσεις. Αντικαθιστώντας τους κατασκόπους με χάκερ, τα μηχανικά εργαλεία υποκλοπών με προηγμένο σόφτγουερ και την κοπιώδη προσπάθεια της βήμα βήμα προσέγγισης των στόχων με άμεση εισβολή από ηλεκτρονικές κερκόπορτες, το Διαδίκτυο προσφέρει ενδεχομένως καινοτόμες δυνατότητες υπονόμευσης. Εξετάζοντας μεταξύ άλλων το ζήτημα σε μια πρόσφατη εκπομπή, ο δημοσιογράφος του BBC Γκόρντον Κορέρα επεσήμανε ότι η εικαζόμενη κλοπή των e-mail των Δημοκρατικών με ενδεχόμενη ευθύνη των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών τον Αύγουστο του 2016, η οποία προξένησε πλείστα όσα προβλήματα στη δημοτικότητα της Χίλαρι Κλίντον, θα πρέπει να γίνει αντιληπτή στο πλαίσιο της διάχυτης καχυποψίας για τη Δύση. Υποδεικνύει μάλιστα ως ενδεικτική την αντίδραση του Βλαντίμιρ Πούτιν στη δημοσιοποίηση των «Panama Papers» που αποκάλυπταν τη διαφθορά πλήθους φίλων και γνωστών του τον Απρίλιο του 2016 – επρόκειτο για απόπειρα αποσταθεροποίησης της χώρας: «Το WikiLeaks μάς έδειξε ότι επίσημοι άνθρωποι και επίσημα όργανα των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται πίσω από αυτό» δήλωνε σε συνέντευξη Τύπου στην Αγία Πετρούπολη, επικαλούμενος ένα tweet του Τζούλιαν Ασάνζ ως ατράνταχτη απόδειξη.
    Στη λογική αυτή, μετατρέποντας την προσωπική απειλή σε εθνική, ο Πούτιν πόνταρε στην επικοινωνιακή απήχηση ενός αιώνα φοβίας των Δυτικών από τη ρωσική κοινή γνώμη και στη συνέχεια έδωσε το νεύμα για τα ηλεκτρονικά «αντίποινα» ενάντια στους κατά τη γνώμη του υπεύθυνους – το Δημοκρατικό Κόμμα του Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα. Ανεξάρτητα πάντως από το παρασκήνιο της υπόθεσης, εάν η εκτίμηση της CIA, όπως αποτυπώθηκε στην ενημέρωση προς μέλη των νομοθετικών σωμάτων στις 9 Δεκεμβρίου 2016, περί βέβαιης ανάμειξης των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών στις προεδρικές εκλογές προς όφελος Τραμπ ισχύει, τότε ένας ολόκληρος αιώνας μετρημένων με τη μεζούρα μηχανορραφιών και σκευωριών μικροσκοπικού επιπέδου διαγράφεται και το μέλλον είναι το παρελθόν: καλωσήλθατε ξανά στον καιρό της παλιάς, καλής, άμεσης και αποτελεσματικής υπονόμευσης.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 23 Απριλίου 2017.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino