• Αναζήτηση
  • Ο «αντιελιτισμός» των ελίτ λαϊκιστών

    Προσπαθώντας να θυμηθούμε τα πολιτικά σημαντικά στην Ελλάδα και στον κόσμο κατά το 2016, στη ρηχή και αναξιόπιστη μνήμη μας έρχονται αμέσως εκτός συνόρων εικόνες:

    Ο «αντιελιτισμός» των ελίτ λαϊκιστών | tovima.gr
    Προσπαθώντας να θυμηθούμε τα πολιτικά σημαντικά στην Ελλάδα και στον κόσμο κατά το 2016, στη ρηχή και αναξιόπιστη μνήμη μας έρχονται αμέσως εκτός συνόρων εικόνες: η νίκη του Τραμπ, η υπερψήφιση του Brexit, το πραξικόπημα στην Τουρκία, η τζιχαντιστική τρομοκρατία, ο πόλεμος στη Συρία, οι μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές, οι διαπραγματεύσεις για την επανένωση της Κύπρου. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, τη δική μου τουλάχιστον μνήμη τη σκεπάζει η καταχνιά που αναδύεται από τον βάλτο των διαπραγματεύσεων επί διαπραγματεύσεων για θέματα που νόμιζες πως είχαν ήδη ρυθμιστεί – καταχνιά που μέσα της διακρίνονται καραβάνια απελπισμένων προσφύγων και κάπου κάπου τη διασχίζουν απειλητικοί κεραυνοί, όπως ο πλειστηριασμός των τηλεοπτικών αδειών.
    Θα ασχοληθώ με τα μακρινά και μολοντούτο ευδιάκριτα κορυφαία γεγονότα, του Τραμπ και του Brexit, γιατί συνδέονται και με τη δική μας κατάσταση. Οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν πως εκφράζουν την ίδια τάση των δυτικών κοινωνιών που αποτελεί συνισταμένη διαφόρων αιτίων: αντιελιτισμός, εθνικισμός, λαϊκισμός, αντιπαγκοσμιευτικότητα, κρίση ταυτοτήτων, αύξηση ανισοτήτων, μεταναστευτικές ροές. Οι διαφορές έγκεινται στις δοσολογίες των αιτίων, ανάλογα με τον αναλυτή – αλλά υπάρχει γενική συμφωνία ότι τα αίτια αναφέρονται στις κοινωνίες, στους ψηφοφόρους δηλαδή. «Κάτι» αλλάζει στις κοινωνίες και τις οδηγεί στην περιχαράκωση και στην αμφισβήτηση των πολιτικών ελίτ.
    Ακόμα και αν δεχθούμε πως οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι καλός δείκτης για τις κοινωνικές αλλαγές, το πρόβλημα είναι πως οι ψηφοφόροι στην Αμερική πλειοψηφικά ήσαν υπέρ της Χίλαρι Κλίντον – έλαβε 48% της «λαϊκής ψήφου» έναντι 46% του Ρόναλντ Τραμπ, σχεδόν τρία εκατομμύρια ψήφους περισσότερες. Ο τελευταίος κέρδισε όχι επειδή έγιναν οι τρομερές κοινωνικές μεταστροφές που αναφέρονται παραπάνω αλλά επειδή έκανε καλύτερη προεκλογική εκστρατεία σε Πολιτείες-κλειδιά, περιθωριακές και μικρές κατά κανόνα, κερδίζοντας τους εκλέκτορές τους: μερικές χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες ψήφοι στις συγκεκριμένες Πολιτείες έδωσαν τη νίκη στον Τραμπ.
    Στη Βρετανία ήταν ήδη γνωστό από δημοσκοπήσεις πολλών ετών πως οι ψηφοφόροι ήσαν διαιρεμένοι στο ζήτημα του Brexit και πως το αποτέλεσμα θα κρινόταν με μικρή διαφορά. Το τελικό αποτέλεσμα (52%-48%) σημαίνει πως 1.170.000 ψηφοφόροι παραπάνω προτίμησαν την έξοδο έναντι της παραμονής στην Ενωση. Αν οι μισοί από αυτούς (το 2%, 600.000 άνθρωποι) είχαν ψηφίσει υπέρ της παραμονής και το Brexit είχε ηττηθεί, θα είχαμε το δικαίωμα να συναγάγουμε ότι η βρετανική κοινωνία σέβεται τις ελίτ που την κυβερνούν, είναι διεθνιστική, υπέρ της μετανάστευσης, εξισωτική, κ.τ.λ., ότι κυριαρχούν δηλαδή στο εσωτερικό της τα αντίθετα των δεινών που αιτιολογούν την επιλογή του Brexit; Από το 2% των ψηφοφόρων, λιγότερο από το 1% του πληθυσμού, είναι δυνατόν να συναχθούν τέτοια συμπεράσματα ή τα αντίθετά τους;
    Φυσικά τα δεινά υπάρχουν και τίθενται στον δημόσιο λόγο, για τούτο και τα συζητάμε και εδώ, αλλά νομίζω ότι η προσοχή μας πρέπει να αποσυρθεί από τις κοινωνίες και να στραφεί στο πολιτικό προσωπικό – στο εσωτερικό του είναι που εμφανίζονται και γίνονται ισχυρές τάσεις «αντιελιτισμού», τυχοδιωκτισμού, εθνικισμού, περιχαράκωσης στα εθνικά κράτη, απόρριψης της παγκοσμιοποίησης. Ο αντιελιτισμός είναι σε εισαγωγικά διότι είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς αντιελίτ την «κυβέρνηση των 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων» του Τραμπ ή τον Μπόρις Τζόνσον, επικεφαλής της εκστρατείας υπέρ του Brexit, πρώην δήμαρχο Λονδίνου και νυν υπουργό Εξωτερικών, συμμαθητή του Ντέιβιντ Κάμερον στο Eton College, όπου διασταυρώθηκαν και με τον, κατά 4 χρόνια μεγαλύτερό τους, δικό μας Ευκλείδη Τσακαλώτο. Μου φαίνεται πως όλοι αυτοί, του Τσακαλώτου περιλαμβανομένου, είναι τόσο αντιελίτ όσο και ο Ανδρέας Παπανδρέου που, πρωθυπουργός όντας, τα έβαζε με τους «ελίτες» γενικώς – αλλά εννοούσε βέβαια την αντίπαλη μόνο πολιτική ελίτ.
    Και επειδή τα φαινόμενα αυτά είναι πανευρωπαϊκά, δύσκολα επίσης μπορεί κανείς να θεωρήσει αντιελίτ την οικογένεια Λεπέν που παίζει εδώ και μισό αιώνα σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Γαλλίας ή το «Κόμμα Ελευθερίας» που συγκυβέρνησε με το Λαϊκό Κόμμα για επτά χρόνια την Αυστρία. Αυτό που συμβαίνει, νομίζω, είναι ότι κάποιες νέες πολιτικές ελίτ αναδεικνύονται ως ισχυρές δυνάμεις, ενίοτε αντικαθιστούν κιόλας τις φθαρμένες παλαιές. Ας μην ξεχνάμε πως ο Τραμπ κατάφερε κάτι το αντίστοιχο με τον Μπερλουσκόνι στην Ιταλία: κατέκτησε τον μηχανισμό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και κέρδισε τον τίτλο του υποψήφιου προέδρου, όπως ο Μπερλουσκόνι κατάφερε προ εικοσιπενταετίας με τον μηχανισμό του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος. Οι επαγγελματίες πολιτικοί, στελέχη των κομμάτων, είχαν αποφασίσει πριν από τους ψηφοφόρους πολίτες ποιος είναι ο εκλεκτός τους και μετά τον παρουσίασαν σε αυτούς.
    Θέλω να πω, την «αντιελιτιστική», εθνοκεντρική ή εθνικιστική ατζέντα τη θέτουν τα ίδια τα κόμματα, το πολιτικό προσωπικό, όχι η «κοινωνία». Υπάρχουν φυσικά μικρά ακροδεξιά ή ακροαριστερά κόμματα που έχουν μόνιμα τέτοια ατζέντα – ουδείς ενδιαφέρεται. Τα προβλήματα δημιουργούνται όταν την υιοθετούν τα mainstream κόμματα. Ο Κάμερον υποσχέθηκε το δημοψήφισμα το 2013 για να μη χάσει την ηγεσία του Συντηρητικού Κόμματος – τα κατάφερε, αλλά εκπαραθυρώθηκε μετά το δημοψήφισμα. Για δύο χρόνια παραπάνω πρωθυπουργίας διακύβευσε με την τυχοδιωκτική του συμπεριφορά κρίσιμα συμφέροντα της χώρας του και της Ευρώπης. Γιατί όμως στο Συντηρητικό Κόμμα υπήρχε τόσο ισχυρή φράξια υπέρ του Brexit ώστε να αναγκαστεί ο Κάμερον να υποσχεθεί δημοψήφισμα, γιατί ο Τζέρεμι Κόρμπιν, ηγέτης του κατεξοχήν φιλευρωπαϊκού Εργατικού Κόμματος, υπήρξε τόσο χλιαρός υποστηρικτής του remain;
    Νομίζω πως αυτό που συμβαίνει είναι ότι μέρος του πολιτικού κατεστημένου του Δυτικού Κόσμου διεκδικεί ξανά για τον εαυτό του την πλήρη κυριαρχία επί της χώρας του. Οι πολιτικοί νιώθουν πολύ πριν από τους πολίτες την απώλεια «εθνικής κυριαρχίας» που συνεπάγονται η συμμετοχή σε υπερεθνικούς θεσμούς και η οικονομική παγκοσμιοποίηση. Τα κυβερνώντα κόμματα νιώθουν δεσμεύσεις που απειλούν ζωτικά τους συμφέροντα – απλό παράδειγμα: πώς να δώσεις προεκλογικά δωράκια, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος, για να κερδίσεις, όταν οι κανόνες της Ενωσης δεν επιτρέπουν ελλείμματα μεγαλύτερα του 3%; Πολύ περισσότερο είσαι δεσμευμένος όταν, επειδή βρίσκεσαι σε μνημόνιο, οι Ευρωπαίοι θέτουν θέμα ακόμα και για το ευτελές ποσό των 617 εκατομμυρίων που μοιράζεις στους συνταξιούχους για να τους έχεις με το μέρος σου. Δεν είναι λογικό να αισθάνεται αδικημένη και να γίνεται ευρωσκεπτικιστική η κυβέρνηση Τσίπρα όταν της δημιουργούν τέτοια προβλήματα, ενώ οι κυβερνήσεις Καραμανλή (του Μικρού έως Ελάχιστου) είχαν τη δυνατότητα να ξοδεύουν δεκαπλάσια κάθε χρόνο και εκατονταπλάσια συνολικά;
    Πρακτικά, οι αντιμνημονιακές πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας όλα αυτά τα χρόνια καλλιέργησαν έμμεσα ή άμεσα τον ευρωσκεπτικισμό (ή και τον αντιευρωπαϊσμό) διεκδικώντας το δικαίωμα να δανείζονται ασυστόλως για να τα ξοδεύουν και να μένουν στην εξουσία – και εκ των υστέρων να τους χαρίζονται τα δανεικά· αυτό βαπτίσθηκε «ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας». Αλλά, βεβαίως, πρόκειται για μικρότερο κακό από το γεγονός ότι ο Ερντογάν διέκοψε τις όποιες ενταξιακές διαδικασίες επειδή έχει αυτοκρατορικό και αυταρχικό όραμα για τη χώρα του και για τον εαυτό του.
    Πολλοί υποστηρίζουν ότι και ο Αλέξης Τσίπρας έχει τέτοιο όραμα – εγώ δεν έχω πειστεί. Νομίζω πως προσπαθεί να μην είναι παρένθεση, να εδραιώσει τη θέση του ως επικεφαλής κόμματος εξουσίας μεταχειριζόμενος τα γνωστά καθ’ ημάς τεχνάσματα: ισχυρή διείσδυση στον κρατικό μηχανισμό, δημιουργία έμπιστων μέσων επικοινωνίας, διαπλοκή με ισχυρούς επιχειρηματίες. Ολα αυτά που είδαμε το 2016, όσο επέτρεπε η διαπραγματευτική καταχνιά.
    Κατά το 2016 λοιπόν επιβεβαιώθηκε η τάση μέρους του πολιτικού κατεστημένου των Δυτικού Κόσμου να διεκδικήσει διεύρυνση (ή και απόλυτη άσκηση) της εξουσίας του στα εθνικά σύνορα, αντιτιθέμενο στους περιορισμούς που του θέτουν η οικονομική παγκοσμιοποίηση και η συμμετοχή σε διακρατικούς οργανισμούς. Αλλά δεν είναι βέβαιο ότι αυτή η τάση θα επικρατήσει: ήδη το Brexit μοιάζει πολύ δυσκολότερη υπόθεση από όσο φαντάζονταν οι εμπνευστές του και φαίνεται εντελώς απίθανο να ενισχύσουν παρόμοιες τάσεις οι επικείμενες εκλογές στη Γαλλία και στη Γερμανία. Ακόμη, δεν θα είναι καθόλου εύκολο για τον Τραμπ να σπάσει τους οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα και να την περικυκλώσει πολιτικά, προωθώντας τη συμμαχία με τη Ρωσία. Δεν είναι τα πάντα ζήτημα πολιτικής βούλησης και συσχετισμών ισχύος, όπως διακηρύσσει συνέχεια ο Αλέξης Τσίπρας: οι δομές (πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές) που έχουν διαμορφωθεί επί δεκαετίες δεν θα παραδοθούν τόσο εύκολα στους τυχοδιώκτες μαθητευόμενους μάγους της πολιτικής.
    Αλλά δεν αποκλείεται να συμβούν τα χειρότερα. Και τότε οι απόλυτοι, ως ο Βλαδίμηρος Πούτιν, κυρίαρχοι των εθνικών κρατών θα έχουν να αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλον όπως τον παλιό κακό καιρό οι βασιλιάδες.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες