• Αναζήτηση
  • Η Ευρώπη «ξαναπαίρνει το όπλο της»

    Οκτώ από τα 28 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) έχουν μέχρι στιγμής ενημερώσει γραπτώς τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ

    Ευσταθιάδης Στάθης
    Οκτώ από τα 28 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) έχουν μέχρι στιγμής ενημερώσει γραπτώς τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ότι κατ’ αρχήν υποστηρίζουν τη δημιουργία στρατιωτικής δύναμης αποκλειστικά από Ευρωπαίους και ότι «θέλουν να λάβουν μέρος στις προκαταρκτικές συνομιλίες» για τη δημιουργία της. Η Γαλλία, η Πολωνία, η Ολλανδία είναι μεταξύ των οκτώ κρατών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη για τις διαθέσεις της Γερμανίας, ούτε και αναμένεται πριν από τις εκλογές του φθινοπώρου 2017. Ωστόσο, ο υπουργός Εξωτερικών Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαγερ και η υπουργός Αμυνας Ούρσουλα φον ντερ Λέιεν έχουν εκδηλωθεί επανειλημμένως υπέρ της δημιουργίας ευρωπαϊκού στρατού. Η γαλλική «Le Monde» κατηγόρησε τον πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ ότι δέσμευσε τη Γαλλία χωρίς να γνωρίζει τις διαθέσεις του πολιτικού ο οποίος θα τον διαδεχθεί το καλοκαίρι. Φυσικά, ο διάδοχός του μπορεί να αλλάξει την «κατ’ αρχήν» σύμφωνη γνώμη της Γαλλίας.
    Γιατί αντιδρούν το Λονδίνο και η Κοπεγχάγη
    Υπάρχει όμως και πολύ σοβαρή αντίδραση, η πιο έντονη στη Βρετανία και στη Δανία. Η πρώτη με το επιχείρημα ότι θα περιοριστεί σημαντικά η στρατιωτική και η πολιτική αξία του ΝΑΤΟ αν δημιουργηθεί «ευρωπαϊκή» στρατιωτική δύναμη. Η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι έχει δηλώσει ότι επί του παρόντος δεν απασχολεί την κυβέρνησή της η δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού αλλά στον πρόεδρο Γιούνκερ υποσχέθηκε ότι θα του δώσει απάντηση την άνοιξη όταν, όπως πιστεύει, «θα έχουν ολοκληρωθεί οι σχετικές μελέτες» που κάνει το γραφείο της.
    Η Κοπεγχάγη διατύπωσε τις αντιρρήσεις της με σειρά άρθρων και πολιτικών αναλύσεων «με σαφές κυβερνητικό άρωμα» που συγκλίνουν στο ότι, πρώτον, το οικονομικό βάρος για τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα είναι δυσβάστακτο με συνέπεια να καταρρεύσει η ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη, γεγονός το οποίο θα έχει «παράπλευρες αρνητικές συνέπειες» και, δεύτερον, ο κίνδυνος εμπλοκής σε πολιτικές και επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ/ΗΠΑ θα είναι πολύ σοβαρός.
    Στις Βρυξέλλες, τόσο οι κύκλοι της ΕΕ όσο και οι στρατιωτικοί του ΝΑΤΟ, δηλώνουν ότι πρέπει να θεωρείται εξασφαλισμένη η συμμετοχή της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Ισπανίας «οι οποίες διαθέτουν και αξιόλογη ναυτική δύναμη». Είναι επίσης a priori βεβαία η συμμετοχή των ευρωπαϊκών κρατών που προέκυψαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης.
    Οκτώ χρόνια ώσπου να γίνει αξιόμαχη
    Το οικονομικό βάρος και η πολιτική – αμυντική αξία της ευρωπαϊκής δύναμης είναι οι δύο σοβαρότεροι παράγοντες που δημιουργούν αμφιβολίες για την πραγματοποίηση των σχεδίων. Κατά τους υπολογισμούς του περιοδικού «Jane’s», του καλά ενημερωμένου εντύπου σε στρατιωτικά θέματα, θα περάσουν τουλάχιστον τέσσερα χρόνια «συντονισμένης, εντατικής εργασίας» στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών παραγόντων από τις χώρες της ΕΕ για να αποκτήσει αξιόλογη μαχητική βαρύτητα η ευρωπαϊκή δύναμη.
    Ενα σχετικό άρθρο στο αμερικανικό περιοδικό «National Observer» προβλέπει μια οκταετία ώσπου η δύναμη να είναι αξιόμαχη. Τρία χρόνια θα χρειαστούν για να διαμορφωθεί το «σχήμα λειτουργίας» γράφει ο ανώνυμος σχολιαστής και άλλα τέσσερα για να εξασφαλιστεί ο οπλισμός της. Προβλήματα θα προκύψουν με την ιεράρχηση των στρατιωτικών και θα χρειαστεί «μεγάλη προσπάθεια» των κυβερνήσεων για να ισορροπήσουν οι πολιτικές και οικονομικές επιδιώξεις των όσων θα μετέχουν. Στο ΝΑΤΟ όταν παρουσιάζονται προβλήματα πολιτικά, εθνικής φύσης, είτε κοινωνικής σημασίας επεμβαίνουν το Πεντάγωνο ή ο Λευκός Οίκος και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και «όλα στο τέλος βαίνουν καλώς». Στη στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης ποιος θα επεμβαίνει αν υπάρχουν – και ασφαλώς θα υπάρξουν – προβλήματα; Ο πρόεδρος της Κομισιόν; Ούτε για αστείο γράφει το «National Observer».


    Εξοπλισμός «made in USA»
    Τρίβουν τα χέρια τους οι πολεμικές βιομηχανίες

    Υπέρ της δημιουργίας ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης είναι φυσικά οι αμερικανικές στρατιωτικές βιομηχανίες μάς πληροφορεί το περιοδικό «American Conservative». Αν, όπως πιστεύεται, τηρηθούν οι κανονισμοί του ΝΑΤΟ σε ό,τι αφορά τον οπλισμό και το προσωπικό που θα εκπαιδευτεί και θα χειρίζεται τα όπλα, μια ευρωπαϊκή μονάδα μάχης 3.100-3.700 στρατιωτικών θα πρέπει να διαθέτει οπλισμό αξίας 240 εκατ. δολαρίων για να θεωρηθεί αξιόμαχη. Το οποίο σημαίνει ότι «οι πολεμικές βιομηχανίες των ΗΠΑ και περιθωριακά της Ευρώπης (…) θα κάνουν business 35-45 δισ. δολαρίων, ακριβώς όπως συνέβη τις παραμονές της δεύτερης εισβολής στο Ιράκ». Αλλες πηγές υπολογίζουν ότι ο οπλισμός της ευρωπαϊκής δύναμης θα κοστίσει πολύ περισσότερο, οπότε και οι business των βιομηχανιών που θα την εξοπλίσουν ξεπερνούν τα 60 δισ. δολάρια. Στους υπολογισμούς δεν περιλαμβάνεται η Αεροπορία, ούτε το Ναυτικό. Αεροπλάνα και πολεμικά σκάφη θα παραχωρούνται ή θα ενοικιάζονται από τις ΗΠΑ, όπως τυπικά έγινε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο εφοδιασμός μιας μονάδας με όπλα τελευταίας τεχνολογίας θα στοιχίσει 23-26 εκατ. δολάρια, η συντήρησή του τουλάχιστον 1 εκατ. δολάρια τον χρόνο και το μόνιμο προσωπικό τουλάχιστον 2,5 εκατ. δολάρια τον χρόνο.

    ΠΑΛΑΙΟ «ΟΝΕΙΡΟ»
    Η δημιουργία ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης είναι ένα παλαιό όνειρο ευρωπαίων στρατιωτικών και αμερικανικών πολεμικών βιομηχανιών. Πήρε διαστάσεις όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ενωση, υποχώρησε όταν υπολογίστηκε ότι η δημιουργία της θα στοίχιζε 80-90 δισ. ευρώ και η διατήρησή της 8-12 δισ. τον χρόνο (τιμές 2006), αναστήθηκε μετά την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία και επανήλθε αυτές τις ημέρες και μάλιστα με τον χαρακτηρισμό του «επείγοντος» με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αμφισβητεί τον ρόλο του ΝΑΤΟ και προεκλογικά καλούσε τις χώρες της Ευρώπης «να σκεφθούν εκείνες για την άμυνά τους».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κόσμος