• Αναζήτηση
  • Το Goncourt 2016 σε ένα μυθιστόρημα-θρίλερ

    Το εφετινό βραβείο Γκονκούρ για το μυθιστόρημα, που ανακοινώθηκε από την ομώνυμη Ακαδημία την περασμένη Πέμπτη, ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενο.

    Το εφετινό βραβείο Γκονκούρ για το μυθιστόρημα, που ανακοινώθηκε από την ομώνυμη Ακαδημία την περασμένη Πέμπτη, ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενο. Η δεκαμελής κριτική επιτροπή  του, με πρόεδρο τον Μπερνάρ Πιβό, εκδότη του περιοδικού «Lire» και δημιουργό της πλέον επιτυχημένης τηλεοπτικής εκπομπής για το βιβλίο, το απένειμε στην τριανταπεντάχρονη γαλλομαροκινή συγγραφέα και δημοσιογράφο Λεϊλά Σλιμανί, η οποία γεννήθηκε στο Ραμπάτ αλλά εδώ και αρκετά χρόνια ζει στο Παρίσι. Είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της μετά το Dans les jardin de l’ ogre (Στoν κήπο του δράκου) που εκδόθηκε πριν από δύο χρόνια και γνώρισε εξαιρετική υποδοχή τόσο από το κοινό όσο και από την κριτική.
    Η επιτυχία του δεύτερου μυθιστορήματος της Σλιμανί είναι ακόμη μεγαλύτερη, αφού αμέσως σχεδόν μετά την έκδοσή του μπήκε στη λίστα των ευπωλήτων. Οι πωλήσεις του βεβαίως θα ανεβούν στα ύψη, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο με τα μυθιστορήματα που τιμώνται με το Γκονκούρ, το οποίο παραμένει το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο στη Γαλλία. Χαράς ευαγγέλια για τον Gallimard, τον εκδότη της Σλιμανί. Το Γκονκούρ έχει τεράστιο κύρος, αφού έχει απονεμηθεί σε κορυφαίους συγγραφείς, όπως ο Μαρσέλ Προυστ και ο Αντρέ Μαλρό, όπως και σε άλλους πεζογράφους, όχι του ίδιου μεγέθους, αλλά σημαντικούς επίσης (λ.χ. τον Ρομέν Γκαρί και τον Ανρί Τρουαγιά).  
    Το Γκονκούρ όμως δεν έχει μόνο συμβολική αλλά και εμπορική σημασία. Ο μέσος όρος πωλήσεων των μυθιστορημάτων που βραβεύει είναι 345.000 αντίτυπα.
    Το πρώτο μυθιστόρημα της Σλιμανί μπορεί να το θεωρήσει κανείς «ερωτικό» αφού η πρωταγωνίστριά του Αντέλ για να αποδράσει από τον συμβατικό της γάμο με έναν γιατρό συνάπτει απανωτές ερωτικές σχέσεις. Το βιβλίο ωστόσο δεν περιορίζεται στο θέμα του αχαλίνωτου ερωτισμού ως διεξόδου από την ανία, αλλά έχει και έναν υπαρξιακό χαρακτήρα. Η Αντέλ, όπως και η Μαντάμ Μποβαρί, ζει και εκείνη μια διπλή ζωή, γι’ αυτό και σαν την ηρωίδα του Φλομπέρ «χάνει εντελώς τον έλεγχο της ύπαρξής της». Ηταν επόμενο οι γάλλοι κριτικοί να τη θεωρήσουν – με αρκετή δόση υπερβολής, θα έλεγε κανείς – ως σύγχρονη εκδοχή της ηρωίδας του Φλομπέρ.
    Από το νανούρισμα στον θάνατο


    Στο δεύτερο μυθιστόρημά της με τίτλο Chanson dοuce (Νανούρισμα) η Σλιμανί βουτάει στα βαθιά νερά. Ηρωίδα της αυτή τη φορά είναι η Λουίζ, μια γκουβερνάντα που την προσλαμβάνει ένα ζευγάρι ευκατάστατων γάλλων αστών, ο Πολ και η Μιριάμ. Η γκουβερνάντα διαθέτει άριστες συστάσεις και είναι άψογη στη «συνέντευξη» που της παίρνουν προτού την προσλάβουν. Γρήγορα γίνεται «μέλος της οικογένειας» που φροντίζει τα πάντα. Το ζευγάρι  και τα δύο του παιδιά τη λατρεύουν. Σύντομα τους γίνεται τόσο απαραίτητη που την παίρνουν μαζί τους και όταν πηγαίνουν διακοπές. Ωσπου η γκουβερνάντα δολοφονεί τα παιδιά. Ετσι εξηγείται και ο τίτλος του μυθιστορήματος: η Λουίζ νανουρίζει και «αποκοιμίζει», όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και τους γονείς. Στο τέλος έχουμε την τραγωδία.
    Αυτή είναι η ιστορία, όμως το βιβλίο της Σλιμανί δεν αρχίζει από την αρχή αλλά από το τέλος, όταν τα εγκλήματα έχουν διαπραχθεί: «Το παιδί είναι νεκρό» είναι η πρώτη πρόταση (περίπου όπως αντίστοιχα αρχίζει ο Ξένος του Καμί, ο οποίος σαφέστατα έχει επηρεάσει τη Σλιμανί).  
    Στη συνέχεια η συγγραφέας κινείται αντίστροφα στον χρόνο για να μας δώσει τον χαρακτήρα, τον ψυχισμό και τον αβυσσαλέο κόσμο της γκουβερνάντας μέσα σε σκοτεινές εκρήξεις ποίησης που παρεμβάλλονται στη σχεδόν νατουραλιστική αφήγησή της.
    Το Νανούρισμα εν τούτοις δεν περιορίζεται σε αυτά. Είναι επιπλέον ένα μυθιστόρημα που αγγίζει δύο παράλληλα και κάποτε αλληλένδετα θέματα: της κυριαρχίας και της κοινωνικής δυστυχίας. Η κυριαρχία και η διαφορά παράγουν την κοινωνική δυστυχία και το έγκλημα είναι η ακραία της μορφή. Αν ο Μερσό στον «Ξένο» του Καμί σκοτώνει από άγχος, η Λουίζ σκοτώνει όταν χάνει τον έλεγχο της ύπαρξής της – και δεν τον χάνει απότομα αλλά σταδιακά. Το μυθιστόρημα, έτσι, είναι και μια ανατομία του ψυχολογικού ταξιδιού της νταντάς, δηλαδή της καθόδου της στην άβυσσο.  
    Αφορμή για να γράψει το βιβλίο της η Σλιμανί υπήρξε ένα πραγματικό γεγονός, όπως και για τη Μαντάμ Μποβαρί του Φλομπέρ. Συνέβη στη Νέα Υόρκη το 2012, όταν κι εκεί η άψογη κατά τα φαινόμενα γκουβερνάντα ενός μεσοαστικού ζευγαριού δολοφόνησε τα παιδιά του και επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Ηταν και εκείνη «μέλος της οικογένειας».

    Ούτε Μαρόκο, ούτε Γαλλία

    Η Σλιμανί είναι η τέταρτη γυναίκα στην οποίαν απονέμεται το Γκονκούρ τα τελευταία 20 χρόνια. Η ίδια πιστεύει (και το υποστηρίζει με πάθος) πως η λογοτεχνία είναι «ένας χώρος ελευθερίας» – και αυτό εξηγείται, ιδιαίτερα αν σκεφθεί κανείς ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μαρόκο. Ετσι μπορεί να γράφει όπως θέλει, δηλαδή ούτε ως μουσουλμάνα ούτε ως κοσμική συγγραφέας, να μην είναι είτε Μαροκινή είτε Γαλλίδα – να είναι επομένως μόνον ο εαυτός της. Σε μια συνέντευξή της μάλιστα δήλωσε ειρωνικά πως είναι «πρέσβης του τίποτε».
    Τα τελευταία χρόνια συγγραφείς από τις πρώην γαλλικές αποικίες γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία στη χώρα του Βολταίρου. Σε επιφανέστερους από αυτούς που είναι γνωστοί και στη χώρα μας, όπως ο Ταχάρ Μπεν Ζελούν ή ο Γιασμίνα Χάντρα καθώς και άλλες περιπτώσεις (γεννημένες στη Γαλλία αλλά με σύνθετη καταγωγή) όπως αυτή της Γιασμίνα Ρεζά (η οποία τιμήθηκε επίσης την Πέμπτη με ένα άλλο γνωστό βραβείο, το Ρενοντό), θα προστεθεί, υποθέτω, και η Λεϊλά Σλιμανί.
    * Το μυθιστόρημα της Λεϊλά Σλιμανί αναμένεται και στην ελληνική γλώσσα, εντός του 2017, από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία