• Αναζήτηση
  • Μια δυσοίωνη σάτιρα για την Αμερική

    Δυσκολεύεται ο αναγνώστης να πιστέψει ξεφυλλίζοντάς το πως ήταν το πρώτο του μυθιστόρημα, ότι εκδόθηκε όταν ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας ήταν μόλις 24 ετών.

    David Foster Wallace
    Η σκούπα και το σύστημα
    Μετάφραση – επίμετρο Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης.
    Εκδόσεις Κριτική, 2016,
    σελ. 576, τιμή 20 ευρώ

    Δυσκολεύεται ο αναγνώστης να πιστέψει ξεφυλλίζοντάς το πως ήταν το πρώτο του μυθιστόρημα, ότι εκδόθηκε όταν ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας ήταν μόλις 24 ετών. Ο λόγος για το The Broom of The System (1987) που μόλις κυκλοφόρησε στην ελληνική γλώσσα υπό τον τίτλο Η σκούπα και το σύστημα σε μια ολότελα παθιασμένη (και γι’ αυτό εκκεντρική σε ορισμένα σημεία) μετάφραση του Γιώργου-Ικαρου Μπαμπασάκη.

    Και δυσκολεύεται ο αναγνώστης επειδή σταδιακά πλην όμως σταθερά συνειδητοποιεί ότι η λεγόμενη λογοτεχνική ωριμότητα – κάτι που δεν παραπέμπει μονάχα στα εκφραστικά μέσα αλλά και στο συγγραφικό όραμα και τη θεματολογία που αυτά έρχονται να εξυπηρετήσουν – είναι ήδη παρούσα σε αυτό το βιβλίο και πάλλεται αρκούντως εντυπωσιακά. Επιπροσθέτως, όμως, δεν μπορεί ο αναγνώστης να μην το διαβάσει και υπό το ψυχρό φως της αυτοκτονίας του συγγραφέα το 2008. Εξήγηση: όχι να το ερμηνεύσει αποκλειστικά μέσω αυτής ετεροχρονισμένα (αλίμονο) αλλά να ψηλαφίσει τα πρώτα ίχνη (έστω αμυδρά) μιας λαμπρής διάνοιας που δεν άντεξε τον ίδιο της τον απελπισμό. Χωρίς αυτό να σημαίνει, ασφαλώς, ότι ο αναγνώστης δεν απολαμβάνει τον κυρίαρχο κωμικό τόνο ενός πολυφασικού κειμένου που διαπνέεται από έναν σαρκασμό που υπονομεύει τα πάντα – ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Διότι, εν προκειμένω, το χιούμορ του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας (εκλεπτυσμένο και επιθετικό) μπορεί ενίοτε να προκαλεί το ασυγκράτητο γέλιο αλλά συμπυκνώνεται πολύ πιο ουσιαστικά σε ένα μελαγχολικό υπομειδίαμα που στρέφεται αινιγματικά προς την εποχή μας.
    Η τηλεφωνήτρια στο «μουρλοκομείο»


    Η αφήγηση – στην οποία όλα αποδεικνύονται νευραλγικά, ακόμη και οι πιο φευγαλέες λεπτομέρειες – αρχίζει με μια χαρακτηριστική σκηνή στο κολέγιο θηλέων Μάουντ Χόλιοκ, το 1981, με τσιγαριλίκια να καίγονται ράθυμα και τις νότες του Κατ Στίβενς να συμπληρώνουν τη μαστούρικη ατμόσφαιρα στους κοιτώνες. Κάποια στιγμή εμφανίζονται δύο σουρωμένα αγόρια – μέλη μιας αδελφότητας από το κολέγιο Αμχερστ της Μασαχουσέτης – και λένε (με απίστευτη φυσικότητα) στα κορίτσια πως «πρέπει να βάλετε τα αυτόγραφά σας στους πισινούς μας».
    Περισσότερο απ’ όλες τους εκνευρίζεται η επισκέπτρια της υπόθεσης, η 15χρονη τότε Λινόρ Μπίντσμαν, η οποία μόλις είχε καταφτάσει από το Σέικερ Χέιτς του Οχάιο, κοντά στο Κλίβελαντ, για να δει την Κλάρις, την αδελφή της. Και οι δυο τους ανήκουν, όπως γίνεται σύντομα αντιληπτό, σε μια «φανταχτερή και φοβιστική οικογένεια» (στα μέλη της οποίας δεν θα αναφερθούμε αναλυτικά γιατί την γκροτέσκα πινακοθήκη όλων των χαρακτήρων του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας πρέπει να την ανακαλύψει ο αναγνώστης).
    Πάντως ο συναισθηματικός κόσμος της Λινόρ έρχεται τα πάνω κάτω μερικά χρόνια αργότερα, το 1990, όταν πλέον εργάζεται ως τηλεφωνήτρια στην εκδοτική εταιρεία Φρίκουεντ και Βίγκορους, κάτι που δεν μοιάζει ακριβώς με δουλειά αλλά με κανονικό «μουρλοκομείο»: εξαιτίας ενός μόνιμου και εκτεταμένου προβλήματος στις γραμμές, στα καλώδια και στις υπόγειες σήραγγες, η ίδια και οι συναδέλφισσές της λαμβάνουν λάθος κλήσεις όλη την ώρα, για σεξουαλικά βοηθήματα, για συνεργεία, για κατοικίδια.
    Βίτγκενσταϊν και Κέρκυρα


    Οι περιπλοκές όμως, τόσο στο ευαίσθητο πεδίο της ατομικής ταυτότητας αλλά και στην πραγματικότητα της ζωής που διάγει η καλοκάγαθη πρωταγωνίστρια, δεν ανακύπτουν εκεί αλλά πυροδοτούνται σε έναν Οίκο Ευγηρίας όπου ζει πλέον η προγιαγιά της, η οποία ακούει επίσης στο όνομα Λινόρ Μπίντσμαν και στη δεκαετία του 1920 είχε βρεθεί ως φοιτήτρια στο Κέμπριτζ, «με καθηγητή έναν θεοπάλαβο ιδιοφυή τύπο ονόματι Βίτγκενσταϊν, που πίστευε ότι τα πάντα είναι λέξεις». Οπως ενημερώνει τη Λινόρ ο κύριος Μπλέμκερ (διευθυντής της κλινικής και συνοδός της Μπρέντα, μιας φουσκωτής κούκλας), η 92χρονη συγγενής της, μια «αρχιταραξίας» που της άρεσαν οι «αντινομίες», είχε εξαφανιστεί: αγνοούνταν η ίδια και κάμποσοι ακόμη «ένοικοι» του ευαγούς ιδρύματος (η φυγή αυτή είναι που θα οδηγήσει τον αναγνώστη στον σκοτεινό κόσμο της βιομηχανικής κατασκοπείας και σε ένα μυστηριώδες «σχέδιο» που περιλαμβάνει «ένα παράγωγο επίφυσης βοοειδών», μια μετάφραση σε «νέα ιδιωματικά ελληνικά» αλλά και το νησί των Φαιάκων, την Κέρκυρα).
    Ο κ. Μπλέμκερ λέει στη Λινόρ πως, παρ’ όλα αυτά, «δεν θα επικοινωνήσουμε με την αστυνομία», εξηγώντας της ότι πρόκειται για «εσωτερικό» ζήτημα: ενδοοικογενειακό θα λέγαμε, καθ’ ότι το γηροκομείο είχε ήδη περάσει στα χέρια του Στόουνσιφερ Μπίντσμαν ΙΙΙ, του άπιαστου πατέρα της Λινόρ και ιδιοκτήτη της ομώνυμης επιχείρησης Παιδικών Τροφίμων Στόουνσιφεκο που συγκαταλεγόταν στις πλέον «μοχθηρές βιομηχανίες του Κλίβελαντ» – το στίγμα της το δίνει ο ζωντοχήρος σύντροφος της Λινόρ, ο παράξενος Ρικ Βίγκορους, ο οποίος, μεταξύ άλλων, ταλανίζεται από όνειρα όπως το ακόλουθο: «Πασχίζω να ερεθίσω την κλειτορίδα της Βασιλίσσης Βικτωρίας με το πίσω μέρος μιας βούρτσας για τα μαλλιά από ταρταρούγα».
    Ο δεσμός τους, βέβαια, είναι μάλλον πιο σύνθετος: φανταστείτε ότι, εκτός από απίθανες ιστορίες, μοιράζονται και τον ίδιο ψυχαναλυτή, τον δόκτορα Κέρτις Τζέι, ο οποίος είναι εμμονικός με το «άγχος της υγιεινής» και δεν διστάζει να φορέσει αντιασφυξιογόνο μάσκα όταν «οσμίζομαι συνειδητοποίηση» στο πλαίσιο των συνεδριών.
    Στην πραγματικότητα δεν ξέρει κανείς πού να πρωτοσταθεί σε αυτή την ηλεκτρισμένη μυθοπλαστική συνδεσμολογία που έχει φτιάξει ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, όπου η υψηλή φιλοσοφία εγγράφεται στο πολιτισμικό ήθος της δεκαετίας του 1990. Στο «σχιζοφρενικά ναρκισσιστικό πτηνό» Βλαντ τον Παλουκωτή, τον παπαγάλο κοκατίλ της Λινόρ, που φθάνει να κάνει καριέρα στη θρησκόληπτη καλωδιακή τηλεόραση με ένα «αλλόκοτο κράμα από εδάφια της Βίβλου και αισχρόλογα»; Στον υπέρβαρο επιχειρηματία Νόρμαν Μπομπαρντίνι που σκοπεύει να αναπτυχθεί απεριόριστα και το εννοεί κυριολεκτικά; Στη Θρυλική Ερημο Οχάιο, κάτι σαν θεματικό πάρκο στον αντίποδα της καταναλωτικής κοινωνίας, ένα μέρος με κάκτους και σκορπιούς και τον ήλιο να τσουρουφλίζει τα πάντα, το οποίο φτιάχτηκε «για να περιπλανούνται οι άνθρωποι μόνοι τους» με σκοπό τον αναστοχασμό του βίου τους;
    Ανάμεσα στο Εγώ και στον Αλλον


    David Foster Wallace
    Αυτό εδώ είναι νερό – Μερικές σκέψεις για τη ζωή
    Μετάφραση – επίμετρο Κώστας Καλτσάς.
    Εκδόσεις Κριτική, 2015,
    σελ. 162, τιμή 10 ευρώ

    Ολα ωστόσο συγκλίνουν προς έναν τρυφερό και βαθιά ανθρώπινο ορίζοντα, στην αγωνία του συγγραφέα να διερευνήσει «ένα αίσθημα ταύτισης, αντι-μοναξιάς, κοντολογίς ασφάλειας και ζεστασιάς, συναισθηματικού καταφυγίου» (σελ. 213) ανάμεσα στο Εγώ και στον Αλλον. Η σύγχρονη δυτική υπαρξιακή δυσθυμία τοποθετείται από τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας στο επίκεντρο μιας διασκεδαστικής μα δυσοίωνης σάτιρας που αργοσβήνει μέσα στη συναίσθηση του κενού ως νοήματος. Η ανάγνωση του μυθιστορήματος διευρύνεται όμορφα από τη συμπληρωματική ανάγνωση του τομιδίου «Αυτό εδώ είναι νερό» (μια ομιλία δοκιμιακού χαρακτήρα), όπου, αναφερόμενος ο συγγραφέας στη χρησιμότητα των ελευθέριων τεχνών, υποστηρίζει πως «η αληθινά σημαντική εκπαίδευση (…) δεν αφορά τόσο την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε όσο το τι επιλέγουμε να σκεφθούμε».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία