• Αναζήτηση
  • Η ψυχή της λεωφόρου Λιοσίων

    Το βράδυ εκείνο ήταν ασυνήθιστα κρύο για την εποχή. Οι περισσότεροι Αθηναίοι μάλλον παρακολουθούσαν το ντέρμπι Παναθηναϊκός - Ολυμπιακός, όμως δύο παρέες, ηλικίας περί τα είκοσι, είχαν φτάσει στον συναυλιακό χώρο Gagarin 205.

    Νικολαΐδης Ηλίας
    10 Απριλίου 2005.
    Το βράδυ εκείνο ήταν ασυνήθιστα κρύο για την εποχή. Οι περισσότεροι Αθηναίοι μάλλον παρακολουθούσαν το ντέρμπι Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός, όμως δύο παρέες, ηλικίας περί τα είκοσι, είχαν φτάσει στον συναυλιακό χώρο Gagarin 205.
    Αυτοί οι έξι νεαροί – ανάμεσά τους και ο υπογράφων – αποτελούσαν το μοναδικό κοινό της συναυλίας εκείνης της βραδιάς. Είχαν φτάσει από διάφορες περιοχές της Αθήνας ως τον αριθμό 205 της Λιοσίων για να ακούσουν τους Pretty Girls Make Graves, ένα μικρό γκρουπ από το Σιάτλ των ΗΠΑ που έπαιζε garage rock. Παρά τις «πριβέ» συνθήκες που δεν επέτρεπαν «βουτιές» από τη σκηνή ή έστω κάποιον παλμό, η συναυλία ήταν θαυμάσια, η μουσική διασκεδαστική και παιγμένη με δεξιοτεχνία και όρεξη. Η μπάντα αστειευόταν συνεχώς με το ολιγομελές κοινό της. Είχε σχηματιστεί μόλις τέσσερα χρόνια νωρίτερα, δεν είχε μεγάλη δισκογραφία, ούτε, προφανέστατα, φανατικούς θαυμαστές στην Αθήνα.
    Ομως, αψηφώντας κάθε ορθή πρακτική επιχειρηματικότητας, κάποιος τους είχε «κλείσει» να παίξουν σε αυτή την αλλόκοτη βαλκανική πρωτεύουσα. Αυτός ήταν ο σκηνοθέτης και δημιουργική ψυχή του Gagarin 205, Νικόλας Τριανταφυλλίδης, που πέθανε την περασμένη Δευτέρα σε ηλικία 49 ετών. Ηταν ο άνθρωπος με τον αφοπλιστικό ρομαντισμό, ο οποίος όσο είχε τη δυνατότητα καλούσε στην Ελλάδα ακριβώς εκείνους που βρίσκονταν στη δισκοθήκη του. Ο συναυλιακός χώρος που από το 2002, όταν άρχισε να λειτουργεί, είχε ζήσει βραδιές μεγάλης δόξας, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο υπήρξε ένα σημείο αναφοράς της εναλλακτικής νεανικής κουλτούρας στην Αθήνα.
    Σε μια εποχή που οι εικοσάρηδες περιπλανώνται από κοκτεϊλάδικο σε μπεργκεράδικο, φαίνεται ακόμη πιο καθαρά ο τρόπος με τον οποίο το Gagarin 205 ωφέλησε το πολιτιστικό προφίλ της πόλης. Εκεί, γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 2000, είτε στη σκηνή βρισκόταν ο Morrissey είτε κάποια μικρή βρετανική μπάντα ή ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο χώρος διέθετε αυθεντικό στίγμα. Δεν ήταν πολυτελές θέατρο, δεν ήταν μπουζούκια, δεν ήταν κλαμπ, ούτε παρακμιακό στέκι. Χαρακτηριζόταν από τη δίψα του ιδιοκτήτη του να σου δείξει τι ακούει εκείνος, να σου ανοίξει το μυαλό. Είναι κάτι το οποίο λείπει· και θα λείψει ακόμη περισσότερο.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino