• Αναζήτηση
  • Κάθε νίκη και κάθε ήττα

    Το κλίμα της αρχής είναι σχεδόν εορταστικό. Tα φώτα ολάνοιχτα σε πλατεία και σκηνή, δύο γυναίκες διαδηλώνουν με πυγμή, διάχυτος ενθουσιασμός, πνεύμα νικηφόρο, επαναστατικό, «ξεσηκωτικό», ακόμη και εύθυμο.

    Κάθε νίκη και κάθε ήττα | tovima.gr
    Το κλίμα της αρχής είναι σχεδόν εορταστικό. Tα φώτα ολάνοιχτα σε πλατεία και σκηνή, δύο γυναίκες διαδηλώνουν με πυγμή, διάχυτος ενθουσιασμός, πνεύμα νικηφόρο, επαναστατικό, «ξεσηκωτικό», ακόμη και εύθυμο.
    Το ίδιο βράδυ η μία από τις δύο νοσηλεύτριες που είδαμε να πρωτοστατεί στη «διαδήλωση», η σαραντάχρονη Εζρι, πανηγυρίζει στο σπίτι της. Τα μέσα ενημέρωσης την αναγόρευσαν ηρωίδα του εργατικού αγώνα: τόλμησε να καταδείξει τη διαφθορά στο κρατικό σύστημα υγείας! Το τηλέφωνο χτυπάει, τα συγχαρητήρια δίνουν και παίρνουν. Καθισμένες μαζί της στον καναπέ, η ηλικιωμένη μητέρα και η έφηβη κόρη της πίνουν φτηνή σαμπάνια και μοιράζονται την ευφορία της Εζρι.
    Το μέλλον διαγράφεται λαμπρό. Κι όμως, δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο δυσοίωνο. Η εντατική μονάδα νεογνών κλείνει λόγω «αναδιοργάνωσης» (κοινός τόπος πλέον στην Ανατολική Ευρώπη) και οι νοσηλεύτριες χάνουν τη θέση τους. Κανένα άλλο τμήμα του νοσοκομείου ούτε κάποια άλλη μονάδα δέχεται να απορροφήσει τους «ταραξίες». Μετά τον θρίαμβο, η απόλυτη απαξίωση. Ακόμη χειρότερα: καθώς η Εζρι ζητάει βοήθεια από τη Νίκι, συνάδελφο και συναγωνίστριά της, η τελευταία αποκαλύπτει πως όλα – η απεργία, η διαμαρτυρία κ.ο.κ. – υποκινήθηκαν στην πραγματικότητα από μια ερωτική βεντέτα. Από ένα… γκομενικό καπρίτσιο. Οπως και στον Μπρεχτ, θεατράνθρωπο-ίνδαλμα του Σίλινγκ, οι φτωχοί δεν είναι άγιοι και οι πλούσιοι δεν είναι διάβολοι. Πίσω από μια μεγαλειώδη πράξη γενναιότητας κρύβεται συχνά το πιο ταπεινό ένστικτο.
    Η πτώση της Εζρι διαγράφεται ιλιγγιώδης. Ψάχνει για δουλειά, αλλά οι πόρτες μένουν κλειστές. Τελικά προσλαμβάνεται ως καθαρίστρια σε ένα spa πολυτελείας. Τα φτιάχνει με τον εργοδότη της, που είναι παντρεμένος. Και ενώ τα πράγματα τσουλάνε συμπαθητικά, η μητέρα της αρχίζει να χάνει την όρασή της. Πουλάνε το σπίτι και η κόρη πάει να μείνει με τον πατέρα της, ο οποίος της νοικιάζει δωμάτιο σε ξενοδοχείο για να μην την έχει μες στα πόδια του. Η Εζρι παραδίδει τις τελευταίες οικονομίες της στον εργοδότη και εραστή της για μια «σίγουρη» επένδυση. Η μάνα τυφλώνεται. Η κόρη εκπορνεύεται ή αρραβωνιάζεται – και οι δύο εκδοχές προτάσσονται ως ισάξιες. Ο εραστής-επενδυτής εξαφανίζεται. Η Εζρι αυτοκτονεί.
    «Για μας ο άνθρωπος πάνω στη σκηνή είναι σημαντικός λόγω της κοινωνικής υπόστασής του. Δεν είναι η σχέση με τον εαυτό του ούτε η σχέση του με τον Θεό αλλά η σχέση του με την κοινωνία που βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής μας. Κάθε φορά που εμφανίζεται, εμφανίζεται μαζί του η κοινωνική τάξη του. Οι ηθικές, πνευματικές ή σεξουαλικές μάχες του είναι μάχες με την κοινωνία» έγραφε το 1929 ο Ερβιν Πισκάτορ, πρωτεργάτης μαζί με τον Μπρεχτ του πολιτικού θεάτρου.
    Κάθε νίκη και κάθε ήττα της Εζρι έχει σημασία τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Νιώθουμε, δηλαδή, λες και επάνω στο άτομό της διεξάγεται μια οικονομική σύγκρουση με ασύμφορα αποτελέσματα όχι μόνο για την ίδια αλλά και για όλους τους άνεργους, τους οικονομικά «ανενεργούς», του σημερινού κόσμου. Η «Μέρα της οργής» συνιστά την αξιόλογη προσπάθεια ενός καλλιτέχνη που αφουγκράζεται την εποχή του, μοιράζεται τις αγωνίες των ανθρώπων γύρω του και προσπαθεί να τις μετουσιώσει σε θεατρική γραφή και πράξη (ο Σίλινγκ υπογράφει τη σκηνοθεσία και συνυπογράφει το κείμενο με την Εύα Ζαμπεζίνσκι). Η ιστορία που πλάθει έχει ως αφετηρία το θέατρο-ντοκουμέντο (βασίζεται σε αληθινό περιστατικό), εξελίσσεται όμως σε κοινωνικά ενεργό θέατρο με νατουραλιστικό πνεύμα και μπρεχτική μέθοδο. Από τη μία, δηλαδή, έχουμε μια ηρωίδα με συγκεκριμένες κοινωνικές καταβολές η οποία μπαίνει στο μικροσκόπιο ενός αδυσώπητου οικονομικού πειράματος και από την άλλη έχουμε την επιθυμία του σκηνοθέτη να εμποδίσει την ταύτισή μας με τα «θύματα», να εξασφαλίσει την αποστασιοποίησή μας: τα φώτα της πλατείας μένουν στην αρχή αναμμένα, μικρά μουσικά «δρώμενα» αναχαιτίζουν τη δράση, η παράσταση «διακόπτεται» ώστε οι ηθοποιοί να προβούν σε χαριτωμένα σχόλια κ.ο.κ. Το αποτέλεσμα σε ρουφάει με τον δυναμισμό, τη γοργή ροή, τις αβίαστες εναλλαγές επεισοδίων, το σασπένς και, φυσικά, τις σφιχτοδεμένες ερμηνείες. Αν ο ταλαντούχος ούγγρος δημιουργός καταφέρει να απαλλαγεί από ευκολίες, κλισέ και μελοδραματικές εξάρσεις σε δραματουργικό επίπεδο (το «ξάφρισμα» της ανυποψίαστης, ο παντρεμένος εραστής, η μάνα που χρειάζεται επέμβαση, η αυτοκτονία κ.ο.κ.) έτσι ώστε να μπει πιο βαθιά στην ουσία των πραγμάτων και των ηρώων, τότε σίγουρα θα κάνει σπουδαία πράγματα στο μέλλον. Ελπίζουμε να τον ξαναδούμε, λοιπόν…

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες