• Αναζήτηση
  • Κοντές πόρτες

    Πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια τής ορκίστηκε ότι θα την αγαπά για πάντα. Ηταν ο μεγάλος του έρωτας, της είπε. Ητανε νέοι, πολύ νέοι, και το πάθος τους είχε τη γεύση του απόλυτου...

    Πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια τής ορκίστηκε ότι θα την αγαπά για πάντα. Ηταν ο μεγάλος του έρωτας, της είπε. Ητανε νέοι, πολύ νέοι, και το πάθος τους είχε τη γεύση του απόλυτου…
    Σύντομα η γεύση αυτή χάθηκε από το δικό του στόμα. Ο Φρανκ ξέχασε τη Ρόμι. Γνώρισε την Κλαούντια, παντρεύτηκαν, έκαναν ένα παιδί.
    Η Ρόμι όμως δεν ξέχασε τον Φρανκ. Κι ας έζησε έντονα τη ζωή της… Ανδρες, σχέσεις, περιπέτειες, όλα τα δοκίμασε, τίποτε δεν την ικανοποίησε όσο εκείνος, ο αξέχαστος νεανικός τους έρωτας.
    Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά η Ρόμι επιστρέφει για να διεκδικήσει αυτό που θεωρεί πως της ανήκει. «Μου ορκίστηκες ότι θα μ’ αγαπάς για πάντα» υπενθυμίζει στον Φρανκ χτυπώντας απρόσμενα ένα βράδυ την πόρτα του. Τι πιο απλό και συνάμα τι πιο πολύπλοκο και εφιαλτικό για τον μεσήλικο, τώρα, Φρανκ που ετοιμάζεται να μετακομίσει μαζί με την οικογένειά του στο καινούργιο τους σπίτι;
    «Στην περιοχή του ασυνείδητου, τίποτε δεν μπορεί να οδηγηθεί σε «κλείσιμο», τίποτε δεν ανήκει στο παρελθόν ούτε ξεχνιέται» υποστηρίζει ο Φρόιντ. Το ασυνείδητο δεν υπακούει στις επιταγές του χρόνου: «Οι ανεκπλήρωτες παρορμήσεις που έμειναν εγκλωβισμένες στην περιοχή του ασυνείδητου, αλλά και οι εντυπώσεις που βυθίστηκαν εκεί μέσω απώθησης, είναι επί της ουσίας αθάνατες· μετά το πέρασμα δεκαετιών συμπεριφέρονται λες και συνέβησαν μόλις πριν από λίγο» σημειώνει ο πατέρας της ψυχανάλυσης.
    Οι δυόμισι δεκαετίες δεν πέρασαν ποτέ. Αυτό που διαδραματίστηκε πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια είναι σαν να συνέβη χθες ή πριν από μία ώρα. Οσον αφορά τη Ρόμι, εκείνη η εφηβική υπόσχεση παντοτινής αγάπης διατηρεί μέσα της τέτοια ισχύ, τέτοια ένταση, ώστε δεν ξεθωριάζει ποτέ – αντιθέτως, ενισχύεται. Οσο περισσότερο απογοητεύει το παρόν, η επιστροφή στο παρελθόν φαντάζει ως η μόνη λύση, εφόσον εκεί, τότε, σε εκείνον τον χωροχρόνο, γεννήθηκε η πιο μεγάλη, η πιο σημαντική αλήθεια. Οπως το διατυπώνει ο ίδιος ο συγγραφέας, αυτό που φέρει η Ρόμι είναι «μια ματιά στην αιωνιότητα του αισθήματος, αυτού του υπεράνθρωπου τελικά όρκου, του έρωτα που εξακολουθεί να υπάρχει πέρα από κάθε φθορά».
    Μέσα σ’ ένα βράδυ η «γυναίκα απ’ τα παλιά» θα κινήσει γη και ουρανό προκειμένου να σβήσει τα δεδομένα της ζωής που ο Φρανκ έφτιαξε μακριά της. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το σχέδιό της – την εξολόθρευση της οικογένειας του Φρανκ – ως εκδικητικό. Στο δικό της μυαλό όμως αυτό που υπερισχύει είναι η επαναφορά στον ερωτικό παράδεισο του παρελθόντος – οι φόνοι συνιστούν απλώς ένα μέσο προς την επίτευξη αυτού του σκοπού. «Η γυναίκα, ο γιος, όλα αυτά δεν επιτρέπεται να υπάρχουν, ό,τι αναπτύχθηκε εν τω μεταξύ δεν επιτρέπεται να υπάρχει…» συνεχίζει ο Σίμελπφενιχ. Η πρόταση επανεκκίνησης – ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή, είναι σαν να λέει η Ρόμι στον Φρανκ – ακούγεται πράγματι πολύ ελκυστική, αν και στην πραγματικότητα ανέφικτη: «το μεγαλείο του σχεδίου της βρίσκεται στη ματαιότητά του».
    Η πόρτα είναι ιδιαίτερα «κοντή». Οταν ανοίγει, η Στεφανία Γουλιώτη (Ρόμι) στέκεται σκυφτή στο κατώφλι της, δίνοντας την αλλόκοτη εντύπωση μιας γοητευτικής γιγαντογυναίκας με μακριές λευκές γάμπες και εκτυφλωτικό κόκκινο παλτό. Λίγα λεπτά μετά την έναρξη της παράστασης και το παιχνίδι με τις αναλογίες – σε συνδυασμό με μια αμφιλεγόμενη κωμική διάθεση – κερδίζει την προσοχή μας και περνάει εύστοχα το μήνυμα: μια γυναίκα που δεν «χωράει» έρχεται να διεκδικήσει τον χώρο που θεωρεί πως της αξίζει.
    Από εκεί και μετά αρχίζουν τα προβλήματα, τα οποία όλο και πολλαπλασιάζονται. Τα χρονικά άλματα που προβλέπει το κείμενο, έτσι ώστε τα γεγονότα να παρουσιάζονται με «πειραγμένη» χρονική σειρά, αποδίδονται άγαρμπα και απλοϊκά από τη σκηνοθεσία. Δημιουργούν αναχώματα στον ρυθμό, ενώ δεν αφήνουν να αναπτυχθεί η ατμόσφαιρα γόνιμης αμφιβολίας («τι θα γινόταν αν…») που επιδιώκει ο συγγραφέας.
    Η χημεία ανάμεσα στους ηθοποιούς είναι μάλλον ανύπαρκτη, οι συγκρούσεις μεταξύ των ηρώων που ενσαρκώνουν δεν πείθουν για τη δυναμική τους, ούτε οι πράξεις τους για τα κίνητρά τους – με εξαίρεση ίσως τη Γουλιώτη, που μεταδίδει ως έναν βαθμό την αίσθηση της εμμονικής Ρόμι. Η διάσταση θρίλερ του κειμένου χάνεται κι αυτή κάπου μέσα στο πλήθος χαρτοκιβωτίων που συνεχώς μετακινούνται από τη μια μεριά της σκηνής στην άλλη ως μέρος του σχεδίου καταπολέμησης της σκηνικής αμηχανίας. Το έργο γενικότερα συρρικνώνεται σε περίγραμμα του εαυτού του· αρκείται στην αναπαράσταση των γεγονότων και αρνείται κάθε προσπάθεια αναζήτησης των ψυχικών μηχανισμών πίσω από αυτά. Μοναδικό ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης, το σκηνικό «κουτί» με το χαμηλό ταβάνι και τις ακόμη πιο χαμηλές πόρτες, «χάρτινο» κατασκεύασμα που παραπέμπει στις φάρσες του Φεϊντό, αιφνιδιάζοντας έτσι τις προσδοκίες.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες