• Αναζήτηση
  • Ποτέ δεν μας κάλεσες

    Καβαλάει ταράνδους, πέφτει από γκρεμούς, βουτάει στα παγωμένα νερά των φιόρδ.

    Αρκουμανέα Λουίζα
    Καβαλάει ταράνδους, πέφτει από γκρεμούς, βουτάει στα παγωμένα νερά των φιόρδ. Ατίθασος και επιπόλαιος, καυχιέται πως κυνηγάει με τους αϊτούς και τα γεράκια, χορεύει με όμορφες χωριατοπούλες, ρουφάει ποτάμια αλκοόλ, ενώ ακόμη και τον Διάβολο μπορεί να τον κλείσει μέσα σ’ ένα καρυδότσουφλο. Ο νεαρός ακόμη Πέερ Γκυντ βρίσκει πάντα τρόπο να γοητεύει και να ξεγελάει, από τον κίνδυνο να ξεγλιστράει: στον γάμο ακάλεστος, τη νύφη κλέβει και μετά την παρατάει.
    Στο βασίλειο των Τρολ αρνείται να υποστεί επέμβαση στους οφθαλμούς του. Προτιμάει την ανθρώπινη ματιά στα πράγματα, όσο κι αν τα τελευταία αποδεικνύονται όλο και πιο δυσάρεστα. Μόνο η Σούλβαϊγ τον αγαπάει αληθινά… Δυστυχώς ο Πέερ έχει να πάει τη μητέρα του μια τελευταία βόλτα στο κάστρο του Αγίου Πέτρου. Και μετά να περιπλανηθεί σε όλον τον κόσμο. Να αγοράσει φυτείες και σκλάβους στην Αμερική, να στείλει ιεραπόστολους στην Κίνα, να πέσει θύμα επιτήδειων στο Μαρόκο, να παραστήσει τον προφήτη στην Αίγυπτο, να συνομιλήσει με τη Σφίγγα, να επιστρέψει κατάκοπος στην πατρίδα του μόνο και μόνο για να πέσει στα σκοτεινά χέρια του Χύτη Κουμπιών. Ο Πέερ δεν μπορεί να δεχθεί την καταδίκη του Χύτη: «Δεν ήσουνα ποτέ ο εαυτός σου», τον κατηγορεί ο τελευταίος, «οπότε ο θάνατός σου δεν κάνει καμία διαφορά».
    Κι όμως, ο Πέερ έκανε τα πάντα για να βρει τον εαυτό του. Γύρισε τα μήκη και τα πλάτη της Γης, δοκίμασε κάθε γεύση, κάθε απαγορευμένη δραστηριότητα. Τι απ’ όλα αυτά ήταν αληθινό; Τόσα λάθη, τόσες ανεκπλήρωτες επιθυμίες… Στην πλαγιά των καμένων κορμών τον επισκέπτονται όλα όσα δεν έκανε, όλα όσα δεν είπε, σκέψεις πικρίας και μεταμέλειας: «Είμαστε τα τραγούδια που δεν τραγούδησες / στα βάθη της καρδιάς σου καθόμασταν και περιμέναμε / ποτέ δεν μας κάλεσες και τώρα δηλητηριάζουμε τη φωνή σου». Αυτοκράτορας δεν έγινε ούτε κατά διάνοια. Ακόμη και οι αμαρτίες του δεν είχαν ιδιαίτερη αίγλη. Τι έπρεπε να είχε κάνει; Πώς να επανορθώσει;
    Το κείμενο του Χ. Ιψεν απευθύνεται, κατά κύριο λόγο, στη φαντασία του αναγνώστη. Οσο πιο μακριά από τον ρεαλισμό κινηθεί κανείς, όσο πιο πολύ πειραματιστεί με αυτό το ξέφρενο κολλάζ ονείρων, σουρεαλιστικών τοπίων και υπαρξιακών αναζητήσεων, τόσο  περισσότερες πιθανότητες έχει να προσεγγίσει την ιψενική φαντασία.
    Στη δική της πρόσφατη διασκευή, η ομάδα The 3d Person Theatre Group επέλεξε τον δρόμο της λιτότητας: σε μια γυμνή σκηνή, μια ξύλινη, φαγωμένη από τον χρόνο επιφάνεια (σκηνικά Γιάννης Θεοδωράκης) χρησιμεύει πότε ως βουνοπλαγιά, πότε ως θαλασσοδαρμένο καράβι, πότε ως πλατφόρμα συναντήσεων και περιπλανήσεων των τριών ηθοποιών που μοιράζονται όλους τους ρόλους με χαλαρότητα και παιγνιώδη διάθεση. Η προσπάθεια «επιστροφής στα βασικά» δεν αποδεικνύεται αρκετή να ερεθίσει τη φαντασία μας όμως: οι αυτοσχεδιασμοί δεν γοητεύουν το βλέμμα, οι πάσης φύσεως επιλογές δεν αιφνιδιάζουν τις προσδοκίες, δεν υπάρχει τίποτε πρωτότυπο ούτε σε κινησιολογικό ούτε σε υποκριτικό ή σκηνοθετικό επίπεδο που θα μπορούσε να ερεθίσει τη φαντασία μας και να μας παρασύρει σε έναν άλλο κόσμο. Ακόμη κι αν αναδεικνύεται η πιο ανάλαφρη πλευρά του έργου, αυτό δεν στέκεται αρκετό να πείσει για την ιδιαιτερότητα του εγχειρήματος, το οποίο υπογράφουν – ως ηθοποιοί αλλά και ως σκηνοθέτες – οι Ελένη Ζαραφίδου, Βαλάντης Φράγκος και Αντιγόνη Φρυδά.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες