• Αναζήτηση
  • Γιατί δεν υπάρχει πια εθνικό στυλ

    Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο εμφανίζεται εδώ και αρκετά χρόνια μια ομογενοποίηση των αγωνιστικών στυλ των εθνικών ομάδων, η οποία υπερβαίνει τα λεγόμενα εθνικά στυλ όπως τα είχαμε συνηθίσει στο παρελθόν.

    Ρότσα Χουάν Ραμόν
    Γιατί δεν υπάρχει πια εθνικό στυλ | tovima.gr
    Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο εμφανίζεται εδώ και αρκετά χρόνια μια ομογενοποίηση των αγωνιστικών στυλ των εθνικών ομάδων, η οποία υπερβαίνει τα λεγόμενα εθνικά στυλ όπως τα είχαμε συνηθίσει στο παρελθόν. Σε έναν κόσμο που είναι όλο και πιο παγκοσμιοποιημένος, εξέλιξη που επηρεάζει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και μεταξύ αυτών και τον αθλητισμό, το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να βρίσκεται εκτός αυτής της νέας πραγματικότητας. Την τάση αυτή, της εξάλειψης των λεγόμενων εθνικών στυλ ποδοσφαίρου, την παρακολουθήσαμε και στο Μουντιάλ της Βραζιλίας. Στην κορυφαία πασαρέλα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όπως είναι η τελική φάση του Μουντιάλ, όλες οι ομάδες αγωνίζονται με παραπλήσια αγωνιστικά στυλ ανεξαρτήτως αν διαθέτουν μεγάλα ονόματα ή όχι. Βλέπουμε επίσης ότι οι αγωνιστικές διαφορές μεταξύ των ομάδων είναι πλέον μικρές, γι’ αυτό και παρακολουθούμε πολύ ανταγωνιστικά ματς που κρίνονται στις λεπτομέρειες.
    Στην κατεύθυνση της ομογενοποίησης του ποδοσφαίρου λειτουργεί και η εξάπλωση της γνώσης σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη μας. Πλέον οι προπονητές, ακόμη και σε χώρες που δεν είναι παραδοσιακές δυνάμεις του ποδοσφαίρου, διαθέτουν τις γνώσεις και βρίσκονται πολύ κοντά σε ό,τι συμβαίνει στην Ευρώπη, από όπου προέρχονταν οι περισσότερες επεξεργασίες σε επίπεδο προπονητικής και προετοιμασίας των παικτών και των ομάδων.
    Την ίδια στιγμή οι μεγαλύτερες χώρες εξαγωγής ποδοσφαιριστών προς την Ευρώπη, όπως είναι η Βραζιλία και η Αργεντινή, δουλεύουν με σύγχρονες μεθόδους προετοιμασίας και προπόνησης, ώστε οι παίκτες να έχουν όλα τα στοιχεία για να μπορούν να αντεπεξέλθουν στα στάνταρντ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και του υψηλού ανταγωνισμού των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων και των ευρωπαϊκών κυπέλλων. Ταυτόχρονα και άλλες μικρότερες χώρες, όπως διαπιστώσαμε και στο Μουντιάλ, μεταξύ των οποίων η Χιλή, η Κόστα Ρίκα, η Κολομβία, το Μεξικό αλλά και από παλαιότερα η Ουρουγουάη, έχουν παίκτες υψηλού αγωνιστικού επιπέδου, καθώς και αυτές δουλεύουν με τον ίδιο τρόπο. Με την παρουσία τους επηρεάζουν το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, καθώς προετοιμάζονται πλέον με σύγχρονες μεθόδους προπόνησης και επιπλέον έχουν τη βοήθεια της επιστήμης.
    Αν πάρουμε το παράδειγμα της Βραζιλίας που εξέφραζε κάποτε τη φαντασία και την τεχνική, βλέπουμε ότι η σημερινή Σελεσάο είναι διαφορετική, γιατί πλέον και στη χώρα που διοργανώνει το Μουντιάλ «παράγονται» άλλου είδους ποδοσφαιριστές. Οι βραζιλιάνοι παίκτες είναι πλέον Ευρωπαίοι, γι’ αυτό και βλέπουμε να προσαρμόζονται πιο εύκολα στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Η Βραζιλία μετά την αποτυχία της στο Μουντιάλ της Ισπανίας (1982), όταν ενώ είχε μια από τις πιο ταλαντούχες ομάδες απέτυχε, άρχισε σταδιακά να προσαρμόζεται στα παγκόσμια δεδομένα.
    Βέβαια μπορεί οι εθνικές ομάδες να μην αγωνίζονται πλέον παρουσιάζοντας το λεγόμενο «εθνικό στυλ», αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε κατώτερες κατηγορίες δεν επιβιώνει. Στην Αγγλία, ενώ στην Πρέμιερ Λιγκ έχει εξαφανιστεί το γνωστό από το παρελθόν στυλ με τις σέντρες, παραμένει στις κατώτερες κατηγορίες, και αυτό εξηγεί ως έναν βαθμό και την αποτυχία της Εθνικής Αγγλίας στα Μουντιάλ, όπου έχουν κατακτήσει μόνο ένα τρόπαιο στη χώρα τους, το 1966. Και όλα αυτά τη στιγμή που έχουν ξοδέψει 430 εκατ. στερλίνες τα τελευταία τέσσερα χρόνια στις υποδομές τους.
    Φυσικά η ομογενοποίηση των αγωνιστικών στυλ δεν αποκλείει να εκφράζονται ορισμένα εθνικά χαρακτηριστικά στο παιχνίδι μιας ομάδας. Στο Μουντιάλ είδαμε το παράδειγμα της Εθνικής Ελλάδος, η οποία διακρίνεται για το συγκροτημένο αμυντικό παιχνίδι της. Οταν όμως χρειάστηκε να επιτεθεί, τότε το έκανε, έστω και άναρχα, με τσαγανό και εγωισμό, κάτι που χαρακτηρίζει τους Ελληνες.
    Ο Χουάν Ραμόν Ρότσα είναι προπονητής ποδοσφαίρου.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες