• Αναζήτηση
  • Στον «μεγάλο» και στον «μικρό κόσμο»

    Πώς οι κοινωνιολόγοι μπορούν και ισορροπούν το «μακροεπίπεδο» και το «μικροεπίπεδο» των ερευνών τους; Ας δώσω ένα παράδειγμα.

    Νούτσος Παναγιώτης
    Στον «μεγάλο» και στον «μικρό κόσμο» | tovima.gr
    Πώς οι κοινωνιολόγοι μπορούν και ισορροπούν το «μακροεπίπεδο» και το «μικροεπίπεδο» των ερευνών τους; Ας δώσω ένα παράδειγμα. Mε τη συμμετοχή της χώρας στην Eυρωπαϊκή Ενωση δίδεται για μια ακόμη φορά η ευκαιρία για τον αναστοχασμό με αντικείμενο τους τρόπους πρόσληψης της Δύσης από την ελληνική κοινωνία, αξιοποιώντας μάλιστα και τις θεωρητικές επεξεργασίες του G. Balandier για τις κοινωνίες που βρίσκονται «πάντα σε εκκίνηση» (Μ. Ηλιού, «Ζ. Μπαλαντιέ», Ο πολίτης, τχ. 45 [19.12.1997]: 25/26).

    Πράγματι, η «Eυρώπη», ως αυτοτελής γεωπολιτική και πολιτιστική οντότητα, δεν υπήρξε και προφανώς δεν είναι και στις μέρες μας δεδομένη. Πάντα ήταν αντιληπτή η διχοτομία ανάμεσα στους ενδογενείς και στους εξωγενείς ορισμούς της καθώς και η πολλαπλότητα των διαφοροποιήσεων στους κόλπους κάθε κατηγορίας ορισμών, με αποτέλεσμα να συνιστά εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα η επαρκής ανασυγκρότηση της ιστορίας των ιδεών για την ήπειρο που θεωρήθηκε «finis mundi».

    H δυσχέρεια βέβαια αυτή επιτείνεται όταν πρόκειται να ανευρεθεί ο ομφάλιος λώρος των ιδεών αυτών με τα ιδεολογικά σύνολα και υποσύνολα που παρήγαγε στη μακραίωνη Ιστορία της η Δύση.

    «Comment passer du «micro» au «macro»» (Noiriel 2006); Ή από το «τηλεσκόπιο» στο «μικροσκόπιο» και τούμπαλιν; Αναμφίβολα, σε ένα τέτοιο ερευνητικό εγχείρημα, που εδώ και κάποιες δεκαετίες γνώρισε μια νέα αίγλη, θα μπορούσαν να ληφθούν υπ’ όψιν και τα εξής:
    α) Η διάκριση σε «εκ των κάτω» και «εκ των άνω» διεργασίες να μην ολισθαίνει σε μια ανιστόρητη διχοτομία, όπως κάποτε την ωθούν εκβιαστικά θιασώτες της «history from below»·
    β) Η ευκταία είσοδος της «καθημερινότητας» στην «επίσημη» Ιστορία να μην υπονοεί την αναζωογόνηση μιας ψυχαναλυτικής ή βιολογίζουσας «Psychohistory»·
    γ) Ο μικρόκοσμος των συγκεκριμένων υποκειμένων να αντιμετωπίζεται και αυτός ως ένας «μικρός», έστω, κοινωνικός κόσμος που υπακούει όμως σε διακριβώσιμες συντεταγμένες·
    δ) Η ισοσθενής παράκαμψη της «συμβαντολογικής» Ιστορίας και της «Ιστορίας χωρίς πρόσωπα» να συνιστά δυνατότητα για αμοιβαία άρση του «ψυχολογισμού» και του «κοινωνιολογισμού», όποιο κι αν είναι το ερευνώμενο πεδίο·
    ε) Η πρόβλεψη να μην τίθεται η κοινωνία ως «αφαίρεση απέναντι στο άτομο» να συνάπτεται με την αξίωση να αντικαθίσταται η «χαοτική παράσταση του όλου» από την «πλούσια σε καθορισμούς και σχέσεις ολότητα»·
    στ) Σε κάθε περίπτωση, το «συγκεκριμένο», καθώς έγραφε ένας από τους παππούδες μας, όποια κι αν εμφανίζονται τα όριά του, «είναι συγκεκριμένο, γιατί αποτελεί τη σύνοψη πολλών καθορισμών»·
    ζ) Ο,τι και αν οριοθετηθεί ως «μέρος» ή «μικρό» να συντάσσει την αυτοτέλειά του στους κόλπους των δακτυλίων του «όλου», με διαύλους διπλής επικοινωνίας και όχι με μονόδρομους από τη μία ή την άλλη κατεύθυνση·
    η) Η όποια «μικροϊστορία» δεν έχει μόνο να αντιπαρέλθει το – υπαρκτό ή μη – φόβητρο των «μεγάλων αφηγήσεων», αλλά και τον εγγενή κίνδυνο εγκλεισμού και αυτοπεριχαράκωσης στο «μέρος»·
    θ) Η ιστορικοκριτική ανασυγκρότηση του «μέρους» θα έπρεπε να αυτοπροστατεύεται από τον φολκλορισμό των μεθοδεύσεων του «πολιτικώς ορθού» που εισήχθη, εδώ και αρκετές δεκαετίες, ως «απορρυθμιστική» πρακτική στη διεξαγωγή της έρευνας·
    ι) Συμπερασματικά, στο «ιστοριογραφικό τοπίο» της εποχής μας, όπως κι αν το ανασυνθέσουμε, το μικροσκόπιο δεν έχει καταργήσει το τηλεσκόπιο.
    Με αυτήν την οπτική μπορεί άνετα να αντιμετωπισθεί το βιβλίο της Μαρίας Ηλιού: Παιχνίδια πολέμου (Αθήνα, 2012), το οποίο συνιστά ένα δομημένο σύνολο «αφηγήσεων» με αντικείμενο «επεισόδια» των παιδικών και εφηβικών της χρόνων. Από μια τέτοια «εκδρομή» στον χρόνο, δηλαδή μέσα σε ό,τι «διαφύλαξε η μνήμη», καταγράφεται η «διαχρονικότητα της ψείρας» αλλά και η «τραυματική εμπειρία του πολέμου». Οι βόλτες στον «φαρδύ δρόμο» αλλά και η Επιμελητεία του Αντάρτη, τα νεανικά ερωτικά σκιρτήματα αλλά και η «κατάθλιψη της κατεχόμενης πόλης», τα στιγμιότυπα του παιδαγωγικού «συστήματος της οικογένειας» αλλά και ο «καθημερινός αγώνας για επιβίωση». Μέσα από αυτό το «δίπορτο» κινείται το κείμενο, στο οποίο «επιβλήθηκε το πρώτο πρόσωπο», προσπερνώντας τόσο τον «αυτoβιογραφικό» όσο και τον «λογοτεχνικό» τόνο…


    Ο κ. Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες