• Αναζήτηση
  • Η «Βίβλος» της Κομιντέρν

    Ο μύθος της καμένης βάτου λέει ότι κάποτε οι πιο τολμηροί των ανθρώπων θέλησαν να χτίσουν έναν νέο κόσμο δίπλα σε μια καιόμενη βάτο που θα φώτιζε αιωνίως τα σκοτάδια και θα ζέσταινε τις καρδιές.

    Μπασκόζος Γιάννης Ν
    ΜΑΝΕΣ ΣΠΕΡΜΠΕΡ
    Η Καμένη Βάτος
    Μετάφραση Εμη Βαϊκούση.
    Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013,
    σελ. 576, τιμή 19 ευρώ

    Ο μύθος της καμένης βάτου λέει ότι κάποτε οι πιο τολμηροί των ανθρώπων θέλησαν να χτίσουν έναν νέο κόσμο δίπλα σε μια καιόμενη βάτο που θα φώτιζε αιωνίως τα σκοτάδια και θα ζέσταινε τις καρδιές. Ομως η βάτος κάηκε και οι τολμηροί έψαχναν να βρουν τι έφταιξε. Μόνον η ηγεσία διαφώνησε και θανάτωσε όλους όσοι έλεγαν ότι η βάτος κάηκε και δεν ζεσταίνει πια τις καρδιές των ανθρώπων. Η αλληγορία της καμένης βάτου είναι το σπέρμα μιας πολυσέλιδης τριλογίας για το τέλος της σοσιαλιστικής ουτοπίας από τον άγνωστο στο ελληνικό κοινό συγγραφέα Μανές Σπέρμπερ (Η Καμένη Βάτος, εκδ. Καστανιώτη).

    Ο Αρθουρ Κέσλερ, που στα περίφημα βιβλία του (Το μηδέν και το άπειρο, Ο κομισάριος και ο γιόγκι, Ο θεός που απέτυχε) είχε ασχοληθεί και αυτός με το τέλος της ουτοπίας του σοσιαλισμού, είχε χαρακτηρίσει το βιβλίο του Σπέρμπερ «σάγκα της Κομιντέρν», γιατί είναι η εξιστόρηση των παθών των κομμουνιστών, από την αισιοδοξία που σκόρπισε η ίδρυση της Γ’ Διεθνούς το 1919 από τον Λένιν ως τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν στα μέσα της δεκαετίας του ’30.
    Στο πρώτο μέρος της τριλογίας του Σπέρμπερ παρακολουθούμε τις ιστορίες συνεπών κομμουνιστών που υπό τις ευλογίες της «σωστής» (πάντα) γραμμής του κόμματος δίνουν τη μάχη ενάντια στους ναζιστές, τους τσιφλικάδες, τους μεγαλοαστούς. Παράλληλα όμως συνειδητοποιούν ότι δίνουν και μια προσωπική μάχη για την αλήθεια, το δίκιο, τη δημοκρατία και την αξιοπρέπεια. Ο κεντρικός ήρωας Ντόινο Φάμπερ, εβραίος, μέλος του γερμανικού ΚΚ, ταξιδεύει στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και στα Βαλκάνια οργανώνοντας τον αγώνα. Είναι η εποχή που το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει πάρει την εξουσία στη Ρωσία, ο Χίτλερ κερδίζει μάζες στη Γερμανία, ο Φράνκο δεσπόζει στην Ισπανία και οι κομμουνιστές θεωρούν τους σοσιαλδημοκράτες εχθρούς, ενώ για το αγροτικό κόμμα του δίνουν τη θέση του βαστάζου ο οποίος ως άλλος Αγιος Χριστόφορος θα πάρει το ΚΚ στον ώμο του και θα το οδηγήσει στην εξουσία.
    Ο Ντόινο Φάμπερ, παρ’ όλο που βλέπει γύρω του να πληθαίνουν τα σφάλματα της ηγεσίας, συντρόφους του να χαρακτηρίζονται χαφιέδες και να εκτελούνται, προτάσσει πάντα την ύψιστη μάχη για την εδραίωση του σοσιαλισμού. Τα γεγονότα όμως είναι πεισματάρικα. Οταν οι καλύτεροι φίλοι του, ο εργάτης Χέρμπετ Ζένεκε και ο γιουγκοσλάβος επαναστάτης Βάσος Μίλιτς, πέφτουν θύματα των σταλινικών δικών και εξοντώνονται ως προδότες από τους ίδιους τους συντρόφους τους, θα σπάσει και θα αποχωρήσει από το κίνημα επιχειρώντας αυτό που ονομάζει «πτώση στο απόλυτο τίποτα». Οι τελευταίες σελίδες του πρώτου μέρους είναι συγκλονιστικές καθώς ο Σπέρμπερ αφηγείται τις προσπάθειες της ηγεσίας του σοβιετικού ΚΚ να «τσακίσουν» το φρόνημα του Ζένεκ και του Μίλιτς, χρησιμοποιώντας κάθε είδους μέσον.
    Πικρές διαψεύσεις


    Η πορεία του Ντόινο Φάμπερ είναι μια αλληλοδιαδοχή πικρών διαψεύσεων. Εκεί που υπήρχαν ιδέες, τώρα υπάρχουν «πολλαπλοί ελιγμοί που σε κάνουν να ξεχνάς τον πρωταρχικό στόχο», κυνική φιλοσοφία στο όνομα της εξουσίας, απάρνηση των αξιών που πρέσβευε ο σοσιαλισμός. Ο άνθρωπος γίνεται «μηδέν» μπροστά σε ένα σχέδιο εξουσίας που στο όνομα του φτωχού ανθρώπου απαξιώνει τον ανθρωπισμό.
    Χαρακτηριστικό της κυνικής σκέψης: «Εχουμε έλλειψη από σπίρτα; Βάζουμε φωτιά σε δύο σειρές πολυκατοικιών. Οσο καίγονται, δεν θα έχουμε ανάγκη από σπίρτα. Διαδίδουμε ότι οι εχθροί μας έβαλαν φωτιά στα σπίτια. Αφού εξολοθρεύσουμε τους εχθρούς μας, θα φτιάξουμε εμείς σπίρτα και νέες πολυκατοικίες, καλύτερες και παραπάνω από όσες χρειάζονται». Αυτό είναι το σχέδιο που τσακίζει την ανθρώπινη υπόσταση και ανάγει τη διατήρηση της εξουσίας σε αυτοσκοπό.
    Είναι τόσο πολλές οι προσωπικές ιστορίες που παρελαύνουν, τόσο μεγάλος ο πόνος, που αναγκάζει τον ήρωα να οπισθοχωρήσει από την ακλόνητη πεποίθησή του ότι «κάποιοι κομμουνιστές κάνουν λάθη, το κόμμα δεν κάνει ποτέ» και να αναγνωρίσει ότι «ο δρόμος που ακολούθησε όχι μόνο δεν πλησιάζει τον στόχο, αλλά απομακρύνεται κιόλας». Ο Φάμπερ θα συνειδητοποιήσει ότι η σταλινική αντίληψη θα χρησιμοποιήσει κάθε είδους βία. Δεν θα διστάσει να συνθλίψει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να εκβιάσει αγωνιστές παίρνοντας ως ομήρους τα παιδιά τους, να συκοφαντήσει τις ανθρώπινες μικρές χαρές, τις ερωτικές σχέσεις, τις προσωπικές αγάπες. Λίγο πριν από το τέλος, ένας από τους ήρωες που εγκατέλειψε την αγάπη του για τη μουσική για να γίνει επαγγελματίας επαναστάτης θα αναρωτηθεί: «Αξιζε όλη αυτή η προσπάθεια; Κι αν ο Μπαχ επιβιώσει του κόμματος;».
    Ο Σπέρμπερ είναι βέβαιος, όπως και οι ήρωές του, ότι οι κομματικοί ηγέτες «έχουν ήδη νοθεύσει σε τέτοιον βαθμό τα πάντα ώστε κανείς δεν θα μπορέσει να βρει την αλήθεια» και «τα μέσα έχουν υποκαταστήσει τους σκοπούς», για να μας θυμίσει αυτό που έγραφε ο Φερδινάνδος Λασάλ και χρησιμοποιούσε ως μότο και ο Κέσλερ: «Μη μας δείχνετε σκοπό δίχως μέσα/ Γιατί σκοποί και μέσα είναι στον κόσμο τόσο μπλεγμένα/ Ωστε αλλάζοντας το ένα, αλλάζεις και το άλλο/ Κάθε μονοπάτι μας φέρνει μπροστά σε άλλο σκοπό».

    Η δικαίωση ήρθε μετά τον Μάη του ‘68
    Η μικρή ιστορία της γραφής της τριλογίας «Δάκρυ στον ωκεανό» έχει ως εξής: ο Μανές Σπέρμπερ δούλεψε το πρώτο μέρος κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’40, ως το 1948. Το δεύτερο και το τρίτο μέρος γράφτηκαν μεταξύ 1948 και 1951 και εκδόθηκαν πρώτα στα γαλλικά. Το τρίτο κεφάλαιο του τρίτου μέρους, που χάρισε και τον τίτλο σε ολόκληρη την τριλογία, αναφέρεται στην εβραϊκή κοινότητα της Βόλινα και εκδόθηκε αυτοτελώς με πρόλογο του Αντρέ Μαλρό.
    Στα γερμανικά η τριλογία εκδόθηκε πολύ αργότερα, το 1961. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 το μυθιστόρημα γνώρισε κάποια απήχηση στη Γαλλία, ενώ στη Γερμανία το συνολικό έργο του Σπέρμπερ παρέμενε σχεδόν άγνωστο – μολονότι έγραφε κυρίως στα γερμανικά. Με τη γερμανική πρώτη έκδοση του 1961 παρατηρήθηκε μια αλλαγή: η κριτική υποδέχθηκε το έργο με ενθουσιασμό, η κοινή γνώμη παρέμεινε ωστόσο επιφυλακτική. Η στάση του κοινού άλλαξε εντυπωσιακά στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Μετά τον Μάη του ’68, όταν έγιναν και πάλι στάχτη οι ουτοπίες, η τριλογία έγινε η «Βίβλος» της αντισταλινικής Αριστεράς.


    Βιβλία