• Αναζήτηση
  • Η νοσταλγία του πρώτου έρωτα

    Οταν ο κριτικός των «Financial Times» αισθάνεται την ανάγκη να γράψει «Η κριτική επιτροπή της Στοκχόλμης πρέπει να σηκώσει πάση θυσία το τηλέφωνο» εννοεί ότι ο Τζον Μπάνβιλ με το Αρχαίο φως έγραψε ένα μικρό αριστούργημα, εφάμιλλο, όπως πολλοί θα πουν, του καλύτερου ως τώρα βιβλίου του, Θάλασσα, με το οποίο είχε κερδίσει το 2005 το Βραβείο Μπούκερ.

    Μπασκόζος Γιάννης Ν
    ΤΖΩΝ ΜΠΑΝΒΙΛ
    Αρχαίο φως
    Μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο.
    Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013,
    σελ. 288, τιμή 16 ευρώ

    Οταν ο κριτικός των «Financial Times» αισθάνεται την ανάγκη να γράψει «Η κριτική επιτροπή της Στοκχόλμης πρέπει να σηκώσει πάση θυσία το τηλέφωνο» εννοεί ότι ο Τζον Μπάνβιλ με το Αρχαίο φως έγραψε ένα μικρό αριστούργημα, εφάμιλλο, όπως πολλοί θα πουν, του καλύτερου ως τώρα βιβλίου του, Θάλασσα, με το οποίο είχε κερδίσει το 2005 το Βραβείο Μπούκερ.

    Ο Τζον Μπάνβιλ, από τους καλύτερους στυλίστες στον αγγλοσαξονικό χώρο, γράφει ένα μυθιστόρημα με θέμα τη μνήμη και την επινόηση, θέτοντας σε δοκιμασία το ερώτημα αν τα γεγονότα που ανακαλούμε νοσταλγικά μέσω της μνήμης είναι πραγματικά ή επινοημένα. Παράλληλα θίγει το ζήτημα της αίγλης του πρώτου σωματικού έρωτα, την οδύνη της απώλειας, τον πόνο που προκαλεί η αίσθηση ότι φθάνει το γέρμα της ζωής.
    Ο Αλεξ Κλιβ, επίσης πρωταγωνιστής στα βιβλία του Μπάνβιλ Εκλειψη και Σάβανο, αφηγείται τον πρώιμο έρωτά του για την τριανταπεντάχρονη κυρία Γκρέι, τη μητέρα του καλύτερού του φίλου, Μπίλι. Ο ίδιος είναι ήδη 65 ετών, κουρασμένος ηθοποιός και παντρεμένος με τη Λύδια. Ο χαμός της κόρης τους Κας (θέμα που τον είχε απασχολήσει στο Σάβανο, ωστόσο σε αυτό το μυθιστόρημα τον βρίσκουμε να αγνοεί τι ακριβώς είχε συμβεί τότε) βαραίνει τις σχέσεις τους αλλά και τον ίδιο. Οι αναμνήσεις είναι ό,τι ζωντανό τον κρατεί σε εγρήγορση.
    Απρόσμενα θα λάβει μια πρόσκληση να πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία με ήρωα τον διανοούμενο Αξελ Βάντερ. Το σενάριό της βασίζεται σε μια βιογραφία του Βάντερ την οποία πρόσφατα δημοσίευσε ο συγγραφέας JB (προφανώς ο Τζον Μπάνβιλ). Συμπρωταγωνίστριά του είναι η Ντον Ντάβενπορτ (ψευδώνυμο της Στέλλας Στέμπινγκς), μια λεπτόκορμη στα όρια της ανορεξικής, ευαίσθητη σταρ η οποία όμως κατατρύχεται από τις δικές της εμμονές και ψυχολογικά προβλήματα. Στη σχέση τους η Ντον θα πάρει τον ρόλο της χαμένης Κας και οι δύο μαζί, Ντον και Αλεξ Κλιβ, έπειτα από μια κρίση της κοπέλας, θα επιχειρήσουν ένα ταξίδι στην Ιταλία, κοντά στην περιοχή όπου «ανεξήγητα» αυτοκτόνησε η Κας.
    Εραστής και αγαπημένος


    Το όλο μυθιστόρημα έχει ως κορμό την ερωτική ιστορία του Κλιβ με την κυρία Γκρέι, όπως ο ίδιος αρέσκεται να την αποκαλεί. Η ερωτική μύηση, θαυμάσια αποτυπωμένη βήμα-βήμα, γραμμένη με το ύφος του Ναμπόκοφ στη Λολίτα και τον αισθησιασμό του Ντέιβιντ Λόρενς στη Λαίδη Τσάτερλι, αρχίζει σε ένα πλυσταριό – με τον κίνδυνο να τους ανακαλύψουν – και συνεχίζεται σε μια καλύβα στο δάσος, άλλοτε μέσα στην κάψα του καλοκαιριού και άλλοτε με φόντο τις βροχερές στιγμές του φθινοπώρου και τα διαπεραστικά κρύα του χειμώνα.
    Η διαφορά ηλικίας των δύο εραστών διαμορφώνει και δύο διαφορετικές οπτικές για τη σχέση τους. Η κυρία Γκρέι χαίρεται τη σεξουαλική επαφή και το νεανικό σφρίγος, αλλά γι’ αυτήν ο Αλεξ είναι ακόμη ένα παιδί. Για τον Αλεξ η σχέση αυτή, πέρα από την ανακάλυψη της χαράς που προσφέρει η απελευθέρωση του σώματος από τη βασανιστική εφηβεία, συνδέεται με τον απόλυτο έρωτα. Αισθάνεται άνδρας με τις ευθύνες που επωμίζεται ως εραστής και αγαπημένος.
    Ο Μπάνβιλ έχει να επιλύσει πολλά προβλήματα. Η αποθησαύριση εικόνων και στιγμιοτύπων του νεανικού του έρωτα διχάζονται ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό. Ο Κλιβ διαρκώς αναρωτιέται αν αυτό που θυμάται έγινε έτσι ακριβώς ή αν η νοσταλγία έδωσε στο παρελθόν την πατίνα που ο ίδιος σήμερα θα ήθελε να έχει.
    Πώς όμως καταφέρνει ο Μπάνβιλ, ασχολούμενος με αυτά τα φθαρτά και ταυτόχρονα αιώνια θέματα, του έρωτα, του θανάτου και της απώλειας, να γράψει ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων; Οι ειδικοί συμφωνούν ότι είναι ο λόγος του, η περιγραφή των γεγονότων και η φροντίδα του ύφους που του δίνουν την ετικέτα του σπάνιου στυλίστα. Οι εικόνες του, χωρίς να ωραιοποιούν, προσδίδουν ένα αισθαντικό βάθος στα γεγονότα της ζωής των ηρώων του.
    Ελάχιστο δείγμα, μια σκηνή φαντασιακής ενηλικίωσης όπου οι δύο μικροί, ο Αλεξ και ο φίλος του Μπίλι, παραβιάζουν ένα ερμάρι και βάζουν χέρι στο πολύτιμο μπουκάλι με παλαιωμένο ουίσκι του πατέρα του Μπίλι. «Ορθιοι μπροστά στο παράθυρο, κρατώντας από ένα κρυστάλλινο ποτήρι, εγώ και το φιλαράκι μου νιώσαμε σαν διεφθαρμένοι δανδήδες που εποπτεύουν με βαθύτατη περιφρόνηση έναν πληκτικά νηφάλιο κόσμο».

    Υψηλή λογοτεχνία με πρόσχημα τη μυθοπλασία
    Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος Αλεξ Κλιβ γίνεται αυτόχρημα ειρωνικός απέναντι και στον ίδιο τον συγγραφέα του, όταν κρίνει το έργο του Αξελ Βάντερ, ανακαλώντας κρίσεις που σίγουρα έχουν γραφτεί για το έργο του Τζον Μπάνβιλ: «Πρόκειται για επιτήδευση ή για εσκεμμένη επιλογή; Είναι μια γενικευμένη υποδόρια ειρωνεία; Ακραία ρητορική, υπερβολικά εξεζητημένη, ολότελα αφύσικη, συνθετική και μπουκωμένη, είναι μία πρόζα σαν κι αυτή που θα μπορούσε να έχει πλαστογραφήσει le mot juste κάποιος ήσσων αξιωματικός του Βυζαντίου». Αλλά τη «σωστή λέξη», που τόσο έψαχνε ο Γκυστάβ Φλομπέρ, ο Μπάνβιλ την κατέχει: στη σύνδεση των λέξεων, στο τελείωμα μίας φράσης. Το ύφος του είναι το χαρακτηριστικό μιας απαράμιλλα υψηλής λογοτεχνίας. Διαβάζεις και απολαμβάνεις τον λόγο. Η μυθοπλασία είναι απλώς το πρόσχημα. Λίγοι συγγραφείς μπορούν να καταφέρουν κάτι ανάλογο.
    Τι είναι όμως το «αρχαίο φως» του τίτλου; Αποκαλύπτεται λίγο πριν από το τέλος του βιβλίου, όταν σε ένα παραιτημένο από την εποχή ιταλικό ξενοδοχείο ο Κλιβ συναντά έναν άγνωστο άνδρα μαζί με τον οποίο πίνει ένα μπουκάλι κρασί ξενυχτώντας. Αυτός θα του πει ότι «το αρχαίο φως των γαλαξιών που ταξιδεύει εκατομμύρια – δισεκατομμύρια – τρισεκατομμύρια μίλια για να φτάσει ως εμάς, σ’ αυτό το τραπέζι, το φως που είναι αντικείμενο της δικής μου όρασης, απαιτεί κάποιο χρόνο, απειροελάχιστο μεν, αλλά κάποιο χρόνο για να φτάσει στα δικά σου μάτια, κι έτσι οπουδήποτε κι αν κοιτάξουμε, οπουδήποτε, στην πραγματικότητα κοιτάζουμε κάτι από το παρελθόν». Ή, όπως γράφει ο Ελιοτ, ό,τι θα μπορούσε να συμβεί και ό,τι συνέβη δείχνουν σε ένα τέλος που είναι πάντοτε παρόν.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία