• Αναζήτηση
  • Αναζητώντας τη χαμένη τιμή του Παρθενώνα

    «Οταν η Θεοτόκος αντικατέστησε την Αθηνά στον Παρθενώνα, κατέλαβε τη θέση της αρχαίας θεότητας ως πολιούχος και προστάτιδα της πόλης. Μια παρθένα "ιερή μορφή" πήρε τη θέση μιας άλλης, όπως ακριβώς άλλες θεραπευτικές θεότητες αντικαταστάθηκαν από άγιους θεραπευτές».

    Θερμού Μαρία
    Αντώνης Κλαδέλλης
    Ο Βυζαντινός Παρθενώνας
    Εκδόσεις Ψυχογιός, 2013,
    σελ. 400, τιμή 18,80 ευρώ

    «Οταν η Θεοτόκος αντικατέστησε την Αθηνά στον Παρθενώνα, κατέλαβε τη θέση της αρχαίας θεότητας ως πολιούχος και προστάτιδα της πόλης. Μια παρθένα «ιερή μορφή» πήρε τη θέση μιας άλλης, όπως ακριβώς άλλες θεραπευτικές θεότητες αντικαταστάθηκαν από άγιους θεραπευτές». Η μετατροπή του Παρθενώνα σε χριστιανική εκκλησία, που σήμανε και την οριστική επικράτηση της νέας θρησκείας στην Αθήνα έναντι της παλαιάς, έγινε, όπως αναφέρει ο καθηγητής Βυζαντινού Πολιτισμού Αντώνης Κλαδέλλης, χωρίς να απολεσθεί η ταυτότητά του.

    Ο Παρθενώνας «μεταμορφώθηκε και εμπλουτίστηκε» λέει. Ολόκληρο το βιβλίο εξάλλου αποτελεί μια επιχείρηση ανασκευής των ευρέως γνωστών θεωριών για τη σημασία του κλασικού Παρθενώνα και την ιδεολογία του αντιπαραβάλλοντας σε αυτήν την αντίστοιχη ή και μεγαλύτερη – κατά τα λεγόμενά του – αξία που προσέλαβε για τον κόσμο ως χριστιανικός ναός.
    Αν για περίπου 1.000 χρόνια ο Παρθενώνας ήταν ειδωλολατρικός, για άλλα τόσα ήταν χριστιανικός: «Η ιστορία του Παρθενώνα (και της Αθήνας) πρέπει να ξαναγραφτεί. Η αφήγηση περί κλασικής «δόξας», μεσαιωνικής «παρακμής» και νεότερης «ανακάλυψης» πρέπει να αντικατασταθεί από μια άλλη, σύμφωνα με την οποία η φήμη και η θρησκευτική σπουδαιότητα του ναού άρχισαν να αυξάνονται όλο και περισσότερο κατά τη Βυζαντινή περίοδο επισκιάζοντας ό,τι άλλο υπήρχε στην πόλη, μέχρι που το μνημείο άρχισε με βραδύ ρυθμό να διεισδύει στο συλλογικό δυτικοευρωπαϊκό φαντασιακό (και μάλιστα σε μια περίοδο τόσο όψιμη όσο ο ύστερος 17ος αιώνας)».
    Η ιδιαιτερότητα της Αθήνας στο πέρασμα από τον έναν κόσμο στον άλλον αρχίζει με την επίσκεψη του Παύλου, του πρώτου που επικαλέστηκε τα μνημεία των θεών προκειμένου να προσηλυτίσει τους Αθηναίους στον χριστιανισμό. Από τον 7ο αιώνα και εντεύθεν στην πόλη αρχίζουν πλέον να φθάνουν επισκέπτες όχι για να σπουδάσουν στις φιλοσοφικές σχολές της, όπως γινόταν παλαιότερα, αλλά ως προσκυνητές στον Παρθενώνα. Ενας από αυτούς θα είναι ο Στέφανος της Σουγδαίας, άγιος του 8ου αιώνα από την Καππαδοκία, ο οποίος, «αφού ξενιτεύθηκε από την πατρίδα του, έσπευσε στην Αθήνα γιατί είχε την επιθυμία να προσκυνήσει και να ασπασθεί τον ναό της Θεομήτορος», όπως αναφέρεται στον Βίο του.
    Προσκυνητές


    Οι σχέσεις της Αθήνας με την Κωνσταντινούπολη ήταν άλλωστε πάντα στενές: το 662-663 ο αυτοκράτορας Κώνστας Β’ θα ξεχειμωνιάσει με όλον τον στρατό και τον στόλο του στην Αθήνα προτού συνεχίσει την πορεία του προς Ιταλία και Σικελία. Το 769 ο Κωνσταντίνος Ε’ θα διαλέξει μια Αθηναία, την Ειρήνη, για σύζυγο του γιου του και μετέπειτα αυτοκράτορα Λέοντα Δ’. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ θα επισκεφθεί την Αθήνα το 1018 και, όπως αναφέρει ο Ιωάννης Σκυλίτζης, «εν Αθήναις δε γενόμενος, και τη Θεοτόκω τα της νίκης ευχαριστήρια δους και αναθήμασι λαμπροίς και πολυτελέσι κοσμήσας τον ναόν, επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν».
    Οπως αναφέρει ο συγγραφέας, «στα μάτια ορισμένων η Αθήνα είχε μετατραπεί στη χριστιανικότερη πόλη της αυτοκρατορίας έχοντας σφετερισθεί τη θέση της Κωνσταντινούπολης ως της προεξάρχουσας πόλης της Θεοτόκου». Η δε ιερά πανήγυρις της Παναγίας Αθηνιώτισσας, που θα πρέπει να εορταζόταν τον Δεκαπενταύγουστο, συγκέντρωνε πλήθη προσκυνητών. Στον ναό της Θεοτόκου εμφανιζόταν ένα θεϊκό φως, όπως παλαιότερα στον Παρθενώνα άσβεστο έκαιγε το λυχνάρι της θεάς Αθηνάς μέσα σε ένα χρυσό ομοίωμα τριήρους.
    Διαμαρτυρία


    Σκοπός του συγγραφέα είναι καλύψει το κενό που θεωρεί ότι υπάρχει στην ιστορία του Παρθενώνα και στη βυζαντινή Αθήνα γενικότερα. Βασικό του όπλο είναι φυσικά η Ιστορία, ιδωμένη όμως μέσα από μια θεώρηση που αντικρούει τη γενική αντίληψη περί του Παρθενώνα ως συμβόλου της δημοκρατίας, θριάμβου της κλασικής αρχιτεκτονικής και ύψιστης καλλιτεχνικής έκφρασης της αρχαίας ελληνικής θρησκευτικότητας. «Είναι ελάχιστα ή και ανύπαρκτα τα στοιχεία που υποδηλώνουν ότι στην αρχαιότητα τον αντιμετώπιζαν με αντίστοιχο τρόπο ή ότι προκαλούσε μεγαλύτερο θαυμασμό σε σχέση με τα άλλα μνημεία της Αθήνας» γράφει ο ίδιος.
    Καινοφανείς θέσεις και αιρετικές απόψεις εμφανίζονται συχνά σε αυτό το βιβλίο, που θα μπορούσε να είναι και μια διαμαρτυρία: Γιατί έχετε κρύψει τη βυζαντινή ιστορία του Παρθενώνα; «Η ειδωλολατρική και μιλιταριστική σημασία που είχε το συγκεκριμένο μνημειακό κέντρο για τους αρχαίους Αθηναίους δεν είναι κάτι που θα μας έβρισκε εύκολα σύμφωνους αν το προσεγγίζαμε χωρίς τα διαμεσολαβητικά φίλτρα της νεότερης ρητορείας. Δεν ήταν ένα μνημειακό κέντρο εύκολα μετατρέψιμο σε σύνολο οικουμενικών αξιών. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε με το Βυζάντιο» καταθέτει ο συγγραφέας.
    Οσο για τα μετά το Βυζάντιο… «Η πιο καταστροφική περίοδος της ιστορίας του ξεκίνησε στα τέλη του 17ου αιώνα και συνεχίστηκε ως τις αρχές του 20ού. Ο ναός βομβαρδίστηκε, δέχτηκε βολές από σφαίρες, διαμελίστηκε, τεμαχίστηκε με πριόνια, διαρπάχθηκε και κατόπιν τον εξάγνισαν χρησιμοποιώντας τσιμέντο και σίδηρο».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία