• Αναζήτηση
  • Από τη Γη της Επαγγελίας στη χώρα των κρίσεων

    Γράφεται ένα μυθιστόρημα στη διάρκεια ενός αεροπορικού ταξιδιού; Ναι, λέει η Φωτεινή Τσαλίκογλου και συμπυκνώνει τον μυθιστορηματικό χρόνο σε 8 ώρες και 35 λεπτά: όσο διαρκεί ένα ταξίδι από τη Νέα Υόρκη προς την Αθήνα.

    Μπασκόζος Γιάννης Ν
    Φωτεινή Τσαλίκογλου
    8 ώρες + 35 λεπτά
    Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013,
    σελ. 120

    Γράφεται ένα μυθιστόρημα στη διάρκεια ενός αεροπορικού ταξιδιού; Ναι, λέει η Φωτεινή Τσαλίκογλου και συμπυκνώνει τον μυθιστορηματικό χρόνο σε 8 ώρες και 35 λεπτά: όσο διαρκεί ένα ταξίδι από τη Νέα Υόρκη προς την Αθήνα. Ο αφηγητής, ο Τζόναθαν, ταξιδεύει για πρώτη φορά από τη Νέα Υόρκη προς την Αθήνα με σκοπό να βρει τις ρίζες του. Μέσα στο αεροπλάνο ο ήρωας θα αρχίσει να ανακαλεί σταδιακά στη μνήμη του θραύσματα από το πρόσφατο οικογενειακό παρελθόν του προσπαθώντας να τα συνδέσει και να τα ερμηνεύσει.

    Ο ταξιδιωτικός χρόνος είναι το πεδίο όπου σιγά-σιγά θα ξεδιπλωθεί η τραυματική ιστορία της οικογένειάς του. Αρχίζει τον Ιούλιο του 1940, όταν ο Μενέλαος Αργυρίου παίρνει τη Φρόσω, ένα φτωχό κορίτσι από τη Νέα Ιωνία Αττικής, για να μεταναστεύσουν στη Γη της Επαγγελίας, την Αμερική. Μέσα στο πλοίο η Φρόσω θα πάθει σοκ. Μη αντέχοντας τον ξαφνικό χωρισμό από τους δικούς της αυτοκτονεί πέφτοντας στη θάλασσα. Ο Μενέλαος επιστρέφει στην Ελλάδα και παντρεύεται την αδελφή της Φρόσως, την Ερασμία.
    Η οικογένεια θα ζήσει, σχεδόν φυσιολογικά, για κάποια χρόνια στη Νέα Υόρκη. Η Ερασμία θα γεννήσει δύο παιδιά, τον Τζόναθαν και την Αμαλία, αγνώστου πατρός και τα δύο. Μετά θα βυθιστεί στην κατάθλιψη και στο αλκοόλ και θα αλλάξει το όνομά της σε Λάλε Αντερσεν. Θα θελήσει να ξεχάσει οτιδήποτε ελληνικό, αυτή που μεγάλωσε τα παιδιά με ιστορίες από τη μυθολογία και μαθαίνοντάς τους αρχαίες λέξεις.
    Ο Τζόναθαν, ο οποίος επισκέπτεται για πρώτη φορά την Ελλάδα και έχει μάθει τα τοπωνύμια και τους δρόμους της Αθήνας από έναν οδηγό, θα προσπαθήσει στη διάρκεια του ταξιδιού να τακτοποιήσει τις μνήμες του. Αλλά αυτές δεν τον υπακούουν, έρχονται ακατάταχτες, με τους δικούς τους ρυθμούς, κάνοντας μπρος-πίσω στη ζωή του, και τον κατακλύζουν βασανιστικά. Από τη Μικρά Ασία ως τον Πειραιά και από εκεί στη Νέα Υόρκη και πίσω στην Αθήνα: ένα τραυματικό ταξίδι για την οικογένεια Αργυρίου αλλά και μια προσωπική δοκιμασία για τον τελευταίο επίγονό της.
    Ανθρωπος χωρίς πατρίδα


    Το μυθιστόρημα αναπτύσσεται μέσα από τον νοητό διάλογο του Τζόναθαν με την αδελφή του Αμαλία, την οποία υπεραγαπά. Ενας διάλογος που τεστάρει αλήθειες και ψέματα για την οικογενειακή τους ιστορία. Στο φόντο θα βρεθούν οι κρίσεις του 1922, του 1930, η χούντα, η Μεταπολίτευση αλλά και η σημερινή κρίση στην Ελλάδα.
    Ο Τζόναθαν είναι ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα ή, αν θέλετε, έχει δύο πατρίδες αλλά καμία δεν τον καλύπτει απόλυτα. Δεν είναι όμως κοσμοπολίτης. Ψάχνει να βρει ένα παρελθόν που να του ανήκει, ένα παρελθόν που θα δώσει απαντήσεις ουσιαστικές για την ίδια τη ζωή του. Φεύγει από τη μία πατρίδα με ερωτηματικά και πηγαίνει σε μια άλλη η οποία δεν υπόσχεται απαντήσεις. Ολο το ταξίδι είναι μια πάλη με τον εαυτό του. Σε αυτό το πλαίσιο η οικογένεια είναι αυτή που παίζει τον κυρίαρχο λόγο, είναι το κινούν στοιχείο στην ανάπτυξη του μυθιστορηματικού λόγου. «Κανείς δεν σώζεται από την οικογένειά του» θα πει η Αμαλία. Αυτή όμως η οικογένεια είναι αρκετά ιδιότυπη: «Κανείς στην οικογένειά μας δεν έμεινε στην ίδια θέση μέχρι τέλους. Στην ίδια θέση πνιγόμαστε. Είχαμε τον δικό μας τρόπο ν’ αγαπιόμαστε, αλλάζαμε μεταξύ μας ονόματα, ρόλους, τόπους, χρόνους» θα συμπληρώσει η Αμαλία.
    Η οικογένεια είναι όπως και η ελληνική κοινωνία, κλυδωνίζεται από το ιστορικό παρελθόν, βυθίζεται στο αβέβαιο σήμερα. Ο Τζόναθαν, έχοντας χάσει το μεγαλύτερο μέρος μιας οικογένειας, χωρίς φανερό έρμα, κάνει μια βουτιά στο κενό – η επιστροφή στην πατρίδα – με μικρές πιθανότητες επιτυχίας. Η συγγραφέας δεν μας λύνει την απορία τι θα συναντήσει στην επιστροφή του. Ισως η επίσκεψη του Τζόναθαν στα πάτρια εδάφη να είναι το υλικό ενός σίκουελ.
    Στο 8 ώρες και 35 λεπτά (εκδόσεις Καστανιώτη) η Φωτεινή Τσαλίκογλου βρίσκει την αφορμή να θίξει θέματα της παθολογίας των Ελλήνων, της ελληνικής οικογένειας αλλά και των προσωπικών σχέσεων. Οι ήρωές της αναζητούν απαντήσεις εκεί όπου δεν υπάρχουν (ομορφιά, αυτοκτονία) αλλά και εκεί όπου νομίζουν ότι είναι ευδιάκριτες (κρίση, παρελθόν). Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα το να μιλήσεις μέσα σε λίγες σελίδες για μια μεγάλη τραγωδία όπως η Μικρασιατική και για ό,τι ακολούθησε (Εμφύλιος, χούντα), για τα προσωπικά τραύματα που άφησαν τα δραματικά εκείνα γεγονότα σε όσους έμειναν στη χώρα αλλά και σε όσους προτίμησαν την οδό της μετανάστευσης.
    Η συγγραφέας καταφέρνει τελικά να συνοψίσει τα γεγονότα και να τα εκφράσει μέσα από την ψυχολογία του κεντρικού της ήρωα αφήνοντας στον αναγνώστη την ίδια γλυκόπικρη γεύση σαν να διάβαζε ένα εκτενές μυθιστόρημα. Γιατί μέλημά της είναι να αναδείξει αυτό που θα πει πιο παραστατικά η Αμαλία: «Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλιώς ο κόσμος θα ήταν πολύ φτωχός».

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία