• Αναζήτηση
  • Στην «άλλη Γερμανία» οι ανισότητες υπονομεύουν την οικονομία

    TO BHMA - LE MONDE Εναν χρόνο πριν από τις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου του 2013, ζητήματα κοινωνικής φύσεως επανέρχονται στο πολιτικό προσκήνιο της Ομοσπονδιακής Γερμανίας.

    TO BHMA – LE MONDE
    Εναν χρόνο πριν από τις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου του 2013, ζητήματα κοινωνικής φύσεως επανέρχονται στο πολιτικό προσκήνιο της Ομοσπονδιακής Γερμανίας. Το Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου, περίπου 40.000 άνθρωποι σε όλη τη χώρα διαδήλωσαν απαιτώντας υψηλότερη φορολόγηση για τους πλούσιους. Τη Δευτέρα 1 Οκτωβρίου, ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών για την καγκελαρία Πέερ Στάινμπρουκ και πολιτικός αντίπαλος της Ανγκελα Μέρκελ εξαπέλυσε επίθεση εναντίον της για δύο μείζονα ζητήματα: των πολύ χαμηλών κατώτατων μισθών και του κατώτατου ορίου συνταξιοδότησης.  
    Τα συντονισμένα αυτά πυρά δεν είναι συμπτωματικά. Η Γερμανία τα πάει καλύτερα από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες όσον αφορά στην ανεργία, συμπεριλαμβανομένης και αυτής των νέων, η οποία  διατηρείται στα πολύ χαμηλά επίπεδα της τάξεως του 6,8% του ενεργού πληθυσμού, τα ασφαλιστικά ταμεία είναι πλεονασματικά και ο προϋπολογισμός του 2013 έχει σχεδόν ισοσκελιστεί. Η Γερμανία μπορεί να τα πηγαίνει καλά, δεν ισχύει όμως
    το ίδιο και για όλους τους Γερμανούς.
    Μία δεκαετία μετά τις μεταρρυθμίσεις του καγκελάριου Γκέρχαρτ Σρέντερ, η Γερμανία ξανάγινε υπερανταγωνιστική. Ποιο είναι όμως το τίμημα που κλήθηκε να πληρώσει; Η συζήτηση αυτή διχάζει – κυρίως την Αριστερά – η οποία υποστήριξε τις μεταρρυθμίσεις αυτές. Το 2010, το 20% των γερμανών εργαζόμενων σε μία επιχείρηση η οποία απασχολούσε περισσότερους από δέκα μισθωτούς θεωρούσε χαμηλές αποδοχές τα έως 10 ευρώ και 36 λεπτά την ώρα. Σε ορισμένους κλάδους – οδηγούς ταξί, κομμωτήρια, βιομηχανικός καθαρισμός και στα εστιατόρια αυτοί οι χαμηλοί μισθοί απασχολούν περίπου πάνω από το 75% των μισθωτών. Το ένα τέταρτο των Γερμανών εργάζεται υπό καθεστώς «άτυπης» εργασίας, δηλαδή χωρίς σύμβαση αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης.
    Εξ ου και η συζήτηση περί απαράδεκτα χαμηλών κατώτατων αποδοχών. Περίπου 6,8 εκατομμύρια Γερμανοί βγάζουν λιγότερα από 8 ευρώ και 50 λεπτά την ώρα (μεικτά), όριο το οποίο, κατά τα συνδικάτα και τους Σοσιαλδημοκράτες, θα έπρεπε να αποτελεί τον κατώτατο μισθό στη χώρα ενώ η κυβέρνηση αρνείται να νομοθετήσει επ’ αυτού και επαφίεται στην καλή θέληση των κοινωνικών εταίρων. Αυτοί οι «πενιχροί μισθοί» δεν είναι οι μοναδικοί στη χώρα. Η Γερμανία αριθμεί έξι εκατομμύρια ανθρώπων που λαμβάνουν επίδομα κοινωνικής πρόνοιας (Hartz IV). Μπορεί η κυβέρνηση να αξίζει εύσημα για τη μείωση του αριθμού των μακροχρόνιων ανέργων κατά 40% μεταξύ 2007 και 2011, όμως εκατομμύρια ενηλίκων ικανών να εργαστούν αμείβονται με αποδοχές κατώτερες από εκείνες του 2005.
    Στην αντίπερα όχθη, οι πλούσιοι Γερμανοί περνούν καλά. Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά δεδομένα, το 10% των πλέον εύπορων Γερμανών που κατείχαν το 45% του ιδιωτικού πλούτου της χώρας το 1995, το 2008 κατείχαν το 53%, ενώ το 50% των χαμηλότερων εισοδημάτων μοιράζεται το 1% (σε αντίθεση με το 4% του 1995). Μεταξύ των δύο, οι Γερμανοί που βρίσκονται μεταξύ του 6ου και 9ου δεκατημορίου κατέχουν το 46% αυτού του πλούτου σε αντίθεση με το 51% στα μέσα της δεκαετίας του. Ετσι εξηγούνται οι διαδηλώσεις της 29ης Σεπτεμβρίου.
    Οι διαδηλωτές αυτοί διεκδικούν αύξηση της ανώτατης φορολογικής κλίμακας – την οποία ο Σρέντερ μείωσε από το 53% στο 42% και στη συνέχεια αύξησε η Μέρκελ στο 45% για τα ανώτερα εισοδήματα έως 250.000 ευρώ. Διεκδικούν επίσης αύξηση στον φόρο κληρονομιάς και επιστροφή στον φόρο περιουσίας που καταργήθηκε το 1997. Με διαφορετικούς όρους και τα τρία κόμματα της αριστεράς( οι Πράσινοι, οι Σοσιαλδημοκράτες και η Αριστερά), συνηγορούν υπέρ νέας φορολόγησης στην μεγάλη περιουσία.
    Ενωμένοι υπό το ακρώνυμο UmFAIRteilen, λογοπαίγνιο που σημαίνει «δίκαιη αναδιανομή», οι συντονιστές των διαδηλώσεων της 29ης Σεπτεμβρίου επηρεάστηκαν πολύ από μελέτη του διάσημου ινστιτούτου DIW. Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, στην Ευρώπη και κυρίως στη Γερμανία, οι ιδιωτικές περιουσίες και οι περιουσίες του 10% των πλέον εύπορων είναι μεγαλύτερες από το χρέος των τοπικών κρατιδίων της Ομοσπονδιακής Γερμανία. Εξ ου και η ιδέα για μεγαλύτερη συνδρομή των πλουσίων στην αποπληρωμή του δημόσιου χρέους των κρατιδίων.
    Θα ήταν λάθος να ισχυριστεί κανείς ότι το μυστικό της επιτυχίας της Γερμανίας βρίσκεται στους χαμηλούς μισθούς. Μία δεκαετία όμως μετά τις μεταρρυθμίσεις Σρέντερ, γνωστές και ως «Ατζέντα 2010», η χώρα χρειάζεται κατεπειγόντως μία «Ατζέντα 2020».


    *O Frédéric Lemaitre είναι ανταποκριτής της γαλλικής εφημερίδας Le Monde στο Βερολίνο.

    Οικονομία