• Αναζήτηση
  • Έχουν οι Έλληνες φωνή;

    Στην κρίση αρθρώνονται δύο απόψεις. Στην πρώτη οι δανειστές παρουσιάζονται ως αποικιοκράτες χωρίς όμως

    Έχουν οι Έλληνες φωνή; | tovima.gr

    Στην κρίση αρθρώνονται δύο απόψεις. Στην πρώτη οι δανειστές παρουσιάζονται ως αποικιοκράτες χωρίς όμως να αντιπροτείνονται αξιόπιστες εναλλακτικές. Στη δεύτερη επισημαίνεται πως η Τρόικα επιβάλλει την κάθαρση ενός νοσηρού κρατικού και τραπεζικού συστήματος, εξαθλιώνοντας ταυτόχρονα τους πολίτες ως αναγκαίο κακό. Και οι δύο εμβόλισαν στον μικρόκοσμο του καθενός το αίσθημα της αδικίας. Η συμφωνία των δεύτερων με τους τεχνοκράτες και η ενοχοποίησή τους από τους πρώτους οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Δίδεται η εντύπωση ότι κυοφορούνται μεγάλης κλίμακας κοινωνικά και κατ’ ουσίαν πολιτικά εγκλήματα.

    Η ανατροπή του κοινοβουλευτισμού, λόγω αδυναμίας βιοπορισμού, συνεπάγεται ως απελευθέρωση από ένα δυνάστη, ο οποίος δεν έχει σημασία αν είναι εγχώριος ή αλλοδαπός. Νομιμοποιείται από την ανέχεια που προκαλεί τόσο η απόρριψη όσο και η αποδοχή των Μνημονίων. Η «αντίσταση» και η «υπακοή» τοποθέτησαν στο ίδιο μετερίζι ασύμμετρες δυνάμεις. Και δεν είναι τυχαίο πως τα πρώτα φορολογικά μέτρα θετικοποιήθηκαν ως δήθεν νέμεση του καταναλωτισμού.

    Κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί τη σημερινή κατάσταση, η οποία είναι τόσο φρικτή που παραμένει εξωπραγματική. Η απουσία μιας υγιούς συγκρουσιακής δυναμικής οφείλεται στη διαλεκτική της κομματοκρατίας. Την εκφράζουν τα παρακάτω λόγια ενός στυγνού κατακτητή της Κύπρου, όπως τα αναφέρει ο Γιώργος Σεφέρης στην κυπριακή του συλλογή. «Ο φρόνιμος τη μοίρα δεν τηνε ξαγριεύει. / Όχι· δεν είμαστε ταγμένοι για να πούμε / που είναι το δίκιο. Το δικό μας χρέος / είναι να βρούμε το μικρότερο κακό. / Κάλλιο ένας να πεθάνει από το ριζικό του / παρά σε κίντυνο να μπούμε εμείς και το ρηγάτο». Ανάμεσα στις δύο εθνικές ήττες, όποιος υποσχόταν εύκολα λεφτά κέρδιζε πάντοτε τις εκλογές.

    Το εθνικό «δίκιο» επισκιάστηκε από το κομματικό «χρέος» μολύνοντας οσμωτικά όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας. Τα πάντα ερμηνεύονταν και ελέγχονταν κομματικά. Η κοινωνικοποίηση και η πολιτικοποίηση ήταν κομματισμός. Δύο κόμματα, τα οποία εναλλάσσονταν στην εξουσία, αρκέστηκαν να κατατρέχουν τηλεοπτικά οι μεν τους δε και στο τέλος όλοι παρακολούθησαν αμήχανοι τη χώρα να καταποντίζεται. Οι άνθρωποι χρεοκόπησαν πριν τους θεσμούς. Για αυτό είναι απρόθυμοι να τους στηρίξουν.

    Πάνω σε αυτό το μοτίβο οι Έλληνες υποδέχονται την καταστροφή. Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, όταν στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία εμφανίστηκαν ως υποδεέστεροι και τους ζητήθηκε να απολογηθούν ως τέτοιοι δεν απέφυγαν να το πράξουν. Προσποιούμενοι πως υπάρχει έξοδος διαφυγής από την κρίση ή απαντώντας όρθιοι στις προκλήσεις της, μεταχειρίστηκαν τα εργαλεία των «ανωτέρων» για να τους πλησιάσουν ή για να τους πολεμήσουν. Έτσι αλλοίωσαν την κουλτούρα της Ελλάδας. Η προσομοίωση της δυναμικής των υλικών όρων με μια άυλη αλλά τόσο πολύτιμη ελληνικότητα, ανέδειξε την τελευταία ως «κατώτερη» και την παγίδευσε στην έπαρση και στον συμβιβασμό. Ο σύγχρονος εθνικισμός και ο αντικαπιταλισμός είναι υβριδοποιημένα είδωλα των εχθρών τους, οι οποίοι λανθασμένα ταυτίζονται με όσους απειλούν την πατρίδα διασχίζοντας ξυπόλυτοι τα ναρκοπέδια των συνόρων ή εξασθενώντας την από μια οθόνη σε μια πλούσια πρωτεύουσα.

    Ο Ελληνισμός έχει αλλάξει και έχει για ακόμα μια φορά υπερβεί το σημείο από όπου γίνεται αντιληπτή αυτή η αλλαγή. Η επιλογή του Σαμψών, ο οποίος αυτοκτόνησε για να συμπαρασύρει στο θάνατο τους δεσμώτες του, καθίσταται ανώφελη. «Έτσι, με το “μικρότερο κακό” βάδιζε η μοίρα / ως την αυγή τ’ Αγι’ Αντωνιού, μέρα Τετάρτη / που ήρθαν οι καβαλάρηδες και τον έσυραν / από της καύχας του την αγκαλιά και τον έσφαξαν».

    Μια καινούρια εθνική επανάσταση θα απαντούσε στην παθητικότητα εκείνου του απογεύματος, όταν ανακοινώθηκε στους Έλληνες η καταστροφή, αλλά και αυτή είναι αδύνατη χωρίς τα χαμένα όνειρα της Μεταπολίτευσης που η κρίση ουδέποτε θα αναγνωρίσει σαν ελπίδα. Εκείνοι που εκμεταλλεύονται τον εξευτελισμό απειλούνται μόνο από ένα χειρότερο εκμεταλλευτή. Ο οίκτος εδραιώνει την ταπείνωση. Το αδιέξοδο των αδύναμων δεν είναι η αλαλία αλλά η συσσωρευμένη αδικία, η οποία εκδηλώνεται ως συνδιαλλαγή με τους ισχυρούς. Ο αντιαποικιακός αγώνας πυροδοτείται στις αποικίες αλλά διεξάγεται στις μητροπόλεις. Ο ιδεολογικός εξευμενισμός αλλοτριώνει το Έθνος όμοια με τον οικονομικό εμπαιγμό. Μια εθελούσια ήττα θα αποδείκνυε τελεσίδικα ότι τα όπλα των υποτελών εξαρτώνται από το πνεύμα των ηγεμόνων, κυρίως όταν η αυτοχειρία γίνεται επιθετική. Μα καθώς το αδιανόητο γίνεται αυτονόητο και φυσιολογικοποιείται, ολοένα η ήττα απομακρύνεται από τον ηττημένο και τη λύτρωσή του υποκαθιστά ο παραλογισμός.

    Είτε ως μοιρολόι, είτε ως ιαχή η ελληνική κραυγή είναι απόδοση της γλώσσας των ξένων. «Αυτό το τέλος / όρισε για το ρήγα Πιέρ ο δαίμων της πορνείας.»

    *Ο κ. Μαρίνος Χριστοδούλου είναι Υπ. Διδάκτορας Κυπριακής Ιστορίας και Πολιτισμού στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

    Γνώμες