• Αναζήτηση
  • Αλήθειες και υπερβολές για την άκρα Δεξιά

    Εάν υπάρχει ένας τομέας που η πολιτική του ελληνικού κράτους έχει παταγωδώς αποτύχει (περισσότερο ακόμη και από τη δημοσιονομική πολιτική!) αυτός είναι η μεταναστευτική πολιτική. Με εξαίρεση την αντιφατική προσπάθεια Παυλόπουλου και, κυρίως, τα νομοθετήματα Ραγκούση, η ελληνική Πολιτεία παρακολουθούσε υπνωτισμένη την έκρηξη του προβλήματος.

    Αλήθειες και υπερβολές για την άκρα Δεξιά | tovima.gr
    Εάν υπάρχει ένας τομέας που η πολιτική του ελληνικού κράτους έχει παταγωδώς αποτύχει (περισσότερο ακόμη και από τη δημοσιονομική πολιτική!) αυτός είναι η μεταναστευτική πολιτική. Με εξαίρεση την αντιφατική προσπάθεια Παυλόπουλου και, κυρίως, τα νομοθετήματα Ραγκούση, η ελληνική Πολιτεία παρακολουθούσε υπνωτισμένη την έκρηξη του προβλήματος. Οσο δε το πρόβλημα μεγάλωνε και, ως συνέπεια, η επίλυσή του γινόταν βουνό, τόσο η φαταλιστική παραίτηση κυριαρχούσε. Το Μεταναστευτικό θα ήταν το πρόβλημα της δεκαετίας για τη χώρα (ο όρος «ωρολογιακή βόμβα» είναι ήπιος), αν δεν είχε ανακύψει ένα μεγαλύτερο, αυτό της χρεοκοπίας. Η μάχη του Μεταναστευτικού δεν δόθηκε στην πραγματικότητα ποτέ. Τώρα ανήκει σε εκείνη την κατηγορία θεμάτων που θα τα ονομάζαμε «εκτός ελέγχου». Και θα ήταν εκτός ελέγχου ακόμη και αν δεν είχαμε την πτώχευση του ελληνικού κράτους. Πλέον ό,τι και αν κάνει η ελληνική Πολιτεία, ό,τι και αν επινοήσει, θα είναι τραγικά ανεπαρκές.
    Η άνοδος της Χρυσής Αυγής οφείλεται στην οικονομική κρίση; Κατηγορηματικά όχι. Φυσικά η κρίση σπάει κανόνες και αξιακά φρένα. Ευνοεί την ενδυνάμωση των άκρων. Ομως ο κύριος λόγος δεν βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται στο μεταναστευτικό. Η διαδεδομένη πίστη ότι οι πολίτες έχουν αφεθεί στη μοίρα τους, ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει και συνεχώς επιδεινώνεται, αυτά τρέφουν τη Χρυσή Αυγή. Επιπλέον, η επιρροή της σε γειτονιές της Αθήνας δικαιολογείται από τη δράση της οργάνωσης, από μηχανισμούς ισχυρής παρουσίας που συνδυάζουν την πυγμή, την τάξη και πρωτόλειες μορφές αλληλεγγύης και ασφάλειας με σχεδόν «μαφιόζικες πρακτικές προστασίας». Η «διεστραμμένη αίσθηση καθήκοντος» (Δ. Χριστόπουλος) συναντάται με το φόβο που προκαλεί μια εξίσου διεστραμμένη κατάσταση υποβάθμισης και ανομίας. Πώς όμως δικαιολογείται η επιρροή της Χρυσής Αυγής σε πανελλαδικό επίπεδο;
    Η υπόλοιπη χώρα απηχεί το «παραμελημένο» πρόβλημα. Οι συμπολίτες μας θεωρούν τόσο πολύ παραμελημένο το Μεταναστευτικό ώστε να δηλώνουν ότι «θα ψηφίσουν» (έστω και αν τελικά δεν το κάνουν στον βαθμό που δείχνουν οι έρευνες) ένα κόμμα «αγνώστων». Η Χρυσή Αυγή είναι ο συγκυριακός υποδοχέας της δυσαρέσκειας που προκαλούν η ανεξέλεγκτη μετανάστευση, η ανερμάτιστη και νωχελική κρατική πολιτική και ο ευγενής αλλά αφελής ανθρωπιστικός αντιρατσισμός αριστερών ρευμάτων και προοδευτικών διανοουμένων που εξακολουθούν να θεωρούν ότι ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών, όσο η δυστυχία κυριαρχεί σε χώρες του πλανήτη μας, αντίκειται στα ανθρωπιστικά ιδεώδη. Το εξαιρετικά μικρό ποσοστό πολιτών που είναι υπέρ της «ένταξης» ή «αφομοίωσης» των μεταναστών (αθροιστικά, σύμφωνα με την Κάπα Research, μόλις 11,4%) δείχνει τον μοιραίο μετασχηματισμό του μεταναστευτικού προβλήματος σε μηχανή παραγωγής συντηρητικών αξιών. Δυστυχώς, η σημερινή πολιτική Χρυσοχοΐδη υποκαθιστά την απουσία στρατηγικής και πόρων (και την περισσότερο από ποτέ αναγκαία πολιτική ασφάλειας) με φανφαρόνικες, και επικίνδυνες για ένα κράτος δικαίου, προεκλογικές πολιτικές νόμου και τάξης.
    Οι «Πραγματικοί Φινλανδοί» έλαβαν 19% της ψήφου (2011), το Κόμμα Προόδου της Νορβηγίας 22,1% (2009), το Κόμμα Ελευθερίας της Ολλανδίας 15,5% (2010), το Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας 17,5% (2011), το φλαμανδικό VB 15,3% (2009) και το δανικό Λαϊκό Κόμμα 12,3% (2011). Αυτές, οι μόνον ενδεικτικές εκλογικές επιδόσεις της ριζοσπαστικής – λαϊκιστικής Δεξιάς σε χώρες οικονομικής ευημερίας υπογραμμίζουν το εύρος του φαινομένου. Ο συνδυασμός ξενοφοβίας και εθνικισμού, ο λαϊκισμός, ο νόμος και η τάξη, η σκληρή κριτική προς το κατεστημένο πολιτικό προσωπικό, η δυσπιστία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση «ενοποιούν» -με το μεταναστευτικό ως εστιακό κέντρο – έναν πολιτικό χώρο που συντίθεται από κόμματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Απέναντι σε αυτούς τους αριθμούς, η δυναμική της ελληνικής Ακροδεξιάς είναι – προς το παρόν – εξόχως περιορισμένη. Συνεπώς, ας μην υπερβάλλουμε. Στην Ελλάδα, η δυναμική της οικονομικής κρίσης έχει κυρίως ευνοήσει την Αριστερά, όχι την ριζοσπαστική Δεξιά.
    Σε σύγκριση με τον φασισμό του μεσοπολέμου, η νέα γενιά ριζοσπαστικών δεξιών κομμάτων είναι περισσότερο light (και ο ΛΑΟΣ, με τις ακροβατικές μεταλλαγές του, αντιπροσώπευσε, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κόμμα στην Ευρώπη, αυτή τη διάσταση). Η σύγχρονη ριζοσπαστική Δεξιά ως «ιδεατός συλλογικός λαϊκιστής» (όρος της Βασιλικής Γεωργιάδου) δεν διαθέτει την οργανωτική εμβέλεια, τη σφιχτή ιδεολογία τη δαιμονική ακτινοβολία του παλαιού φασισμού. Βέβαια, η Χρυσή Αυγή προσεγγίζει περισσότερο το «παλαιό μοντέλο». Τοποθετείται πολύ κοντά στο «μολυσμένο πεδίο». Αυτό όμως συνιστά και την κορυφαία αδυναμία της. Η ελληνική κοινωνία έχει όλα τα κακά του κόσμου (και πολλά καλά). Επιπλέον, κυριαρχείται από απογοήτευση, απόγνωση, κυνισμό, ανομία και αντιμεταναστευτικά αισθήματα. Δεν είναι όμως διατεθειμένη να παίξει «εν ου παικτοίς». Είναι πιο δημοκρατική, ανεκτική και φιλελεύθερη από όσο αρέσκεται να δείχνει. Και πιο μοντέρνα από όσο νομίζουμε.
    Ο κ. Γεράσιμος Μοσχονάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες