• Αναζήτηση
  • Η άλλη πλευρά του λόφου: Ας καταλάβουμε τους Γερμανούς

    Δανείζομαι τον τίτλο από το διάσημο στους ειδικούς βιβλίο του Άγγλου στρατιωτικού ιστορικού σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ, που λίγο μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, παρουσίασε τον πόλεμο μέσα από τις εμπειρίες των Γερμανών. Δεδομένου ότι πολλοί πολιτικοί μας, με κύριο τον κ. Βενιζέλο, δεν χάνουν ευκαιρία να μας υπενθυμίσουν ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο (όμως εναντίον ποιών;) και δεδομένου ότι η νικηφόρα έκβαση κάθε πολέμου απαιτεί την γνώση του αντίπαλου, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τις θέσεις και τα επιχειρήματα της γερμανικής πλευράς, όσο γίνεται πιο νηφάλια

    Κυριαζής Νίκος Κ
    Η άλλη πλευρά του λόφου: Ας καταλάβουμε τους Γερμανούς | tovima.gr

    Δανείζομαι τον τίτλο από το διάσημο στους ειδικούς βιβλίο του Άγγλου στρατιωτικού ιστορικού σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ, που λίγο μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, παρουσίασε τον πόλεμο μέσα από τις εμπειρίες των Γερμανών.

    Δεδομένου ότι πολλοί πολιτικοί μας, με κύριο τον κ. Βενιζέλο, δεν χάνουν ευκαιρία να μας υπενθυμίσουν ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο (όμως εναντίον ποιών;) και δεδομένου ότι η νικηφόρα έκβαση κάθε πολέμου απαιτεί την γνώση του αντίπαλου, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τις θέσεις και τα επιχειρήματα της γερμανικής πλευράς, όσο γίνεται πιο νηφάλια.

    Φυσικά, όπως σε κάθε πόλεμο, η εύκολη λύση είναι η δαιμονοποίηση του αντιπάλου, όπου καταφεύγουν έντυπα λαϊκής κατανάλωσης και χαμηλής στάθμης και από τις δυο πλευρές, αλλά, πιο επικίνδυνο, και ορισμένοι πολιτικοί. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε πως τα σοβαρά γερμανικά ΜΜΕ, όπως η Φρανκφούρτερ Ζάϊτουνγκ και πολλές άλλες, και πολιτικοί όπως ο Χέλμουτ Σμίτ, επανειλημμένα έχουν υποστηρίξει και προβάλλει αντικειμενικά ελληνικές και ευρωπαϊκές θέσεις.

    Ορισμένοι Έλληνες πολιτικοί μίλησαν για εκβιασμό στις διαπραγματεύσεις, όμως αν υπήρξε εκβιασμός, σε τι διαφέρει από τον εκβιασμό του κ. Βενιζέλου προς τους πολίτες πως αν δεν πληρώσουν το τέλος ακίνητης περιουσίας θα στερηθούν (καταχείμωνα) το βασικό αγαθό του ηλεκτρισμού; Και πώς μπορούν να μιλούν για εκβιασμό όταν η προηγούμενη κυβέρνηση συμπεριφέρθηκε ως «απατεώνας» εφόσον δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα από το πρώτο μνημόνιο του Μαΐου 2010;

    Ας θυμηθούμε ότι ήδη εκεί προβλεπόταν η αναγκαία μείωση του κράτους με μείωση των δημοσίων υπαλλήλων, ιδιωτικοποιήσεις 50 δις. και καταργήσεις-συγχωνεύσεις άχρηστων οργανισμών κλπ ( όπως της διαβόητης ΑΓΡΟΓΗΣ που μόνο το 2010 δημιούργησε ζημιές 25 εκ. ευρώ). Αντί να γίνουν αυτά, μέχρι το τέλος του 2011 δεν είχε γίνει τίποτα, και τον Ιούλιο του 2011 «ανακάλυψε» η τότε κυβέρνηση την «εφεδρεία», για να διαπιστώσει στα τέλη Δεκέμβρη την παταγώδη αποτυχία της.

    Ως προς τις ιδιωτικοποιήσεις, οι μοναδικές ήταν μεριδίου του ΟΤΕ προς την DT (συμφωνημένο ήδη) και του ΟΠΑΠ, ενώ πχ ο πρωταθλητής της απραξίας υπουργός Τουρισμού κος Γερουλάνος επί 26 μήνες δεν κατόρθωσε να συνεισφέρει ούτε ένα ευρώ! από την μεγάλη ακίνητη περιουσία του ΕΟΤ (35 Ξενία, εκτάσεις, γκολφ, ιαματικές πηγές κλπ) που μάλιστα δεν θα είχε και το παραμικρό  κόστος. Άρα, η κυρία Μέρκελ έχει απόλυτο δίκιο σε αυτά τα θέματα να τηρεί σκληρή στάση.

    Ως προς το ευρωομόλογο, η κυρία Μέρκελ θεωρεί πως η «κολεκτιβοποίηση»  του χρέους των χωρών της Ευρωζώνης θα δημιουργούσε μια «ένωση χρέους», όχι μια «ένωση σταθερότητας» και μία «μεταβατική ένωση» όπου οι χώρες που ακολούθησαν σταθερή πολιτική, όπως η Γερμανία, θα αναγκασθούν να επιβαρυνθούν λόγω της αύξησης των επιτοκίων των ευρωομολόγων σε σχέση με τα γερμανικά, για την πολιτική των «ασώτων» χωρών. Χρειάζεται, σύμφωνα με την λογική αυτή, να δημιουργήσουμε πρώτα παρεμφερή επίπεδα ανταγωνιστικότητας, για να έχουμε μετά παρεμφερή επίπεδα επιτοκίων και όχι αντίστροφα, καθώς και παρόμοια επίπεδα προϋπολογισμού ως προς τα ποσοστά χρέους και ελλειμμάτων, όπως άλλωστε προβλέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας του Μάαστριχτ. Έπεται, πως οι «άσωτες»  χώρες πρέπει να ακολουθήσουν πολιτική εσωτερικής προσαρμογής με κόστος βέβαια την ύφεση.

    Ο αντίλογος στα σοβαρά αυτά επιχειρήματα είναι διπλός: πρώτον, παρατεταμένη ύφεση σε πολλές χώρες της ΟΝΕ (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία και Γαλλία) τελικά θα δημιουργήσει ύφεση και στην Γερμανία που το ΑΕΠ της εξαρτάται σε μεγάλο ποσοστό από τις εξαγωγές της στην Ευρωζώνη, πέρα από τις αρνητικές συνέπειες για τις χώρες αυτές. Δεύτερο, ο ηγεμόνας μιας νομισματικής ένωσης, όπως η Γερμανία στην ΟΝΕ, που είναι ο κύριος ωφελημένος (λόγω εξαγωγών που διευκολύνονται από το κοινό νόμισμα) σε καλές εποχές, πρέπει να είναι διατεθειμένος να αναλαμβάνει ένα κάπως μεγαλύτερο κόστος, την άνοδο του επιτοκίων των ευρωομολόγων στις λιγότερο καλές εποχές αλλιώς η θέση του ως ηγεμόνα θα αναβαθμιστεί με πιθανόν καταστρεπτικές συνέπειες για όλους.

    Η κυρία Μέρκελ υποστηρίζει ακόμα πως αν το χρέος γίνει κοινό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η διάκριση της προέλευσης του γίνεται δύσκολη και το «ηθικό ρίσκο»  (moral hazard) μεγαλώνει, δίνεται δηλαδή κίνητρο στους λιγότερο εγκρατείς δημοσιονομικά  να παραμείνουν « άσωτοι». Επιπλέον, το ευρωομόλογο είναι αντίθετο με την Συνθήκη του Μάαστριχτ που προβλέπει πως καμία χώρα δεν είναι υπόλογη για μια άλλη. Άρα, αν η Γερμανία δεν μπορεί να παρέμβει για να συγκρατήσει τα χρέη άλλων χωρών, δεν μπορεί να είναι υπόλογη γι’ αυτά.

    Πάντως πρέπει να διευκρινίσουμε πως η συμμετοχή της Γερμανίας και στα δυο ελληνικά δάνεια (22 δις το 2010 και περίπου 23 δις για το νέο έτος) δεν προέρχονται από τον γερμανικό προϋπολογισμό, άρα δεν επιβαρύνουν τον Γερμανό φορολογούμενο. Η Γερμανία δανείζεται από τις αγορές με επιτόκιο τότε 2-3% και τώρα πολύ χαμηλότερο και το δανείζει στην Ελλάδα με επιτόκιο 4,2% για το πρώτο δάνειο. Άρα πρόκειται για «καλή δουλειά» (όπως άλλωστε την ονόμασε η γερμανική εφημερίδα Φρανκφούρτερ Ρουντσάου) για την Γερμανία και τον Γερμανό φορολογούμενο, που θα εισπράξει συνολικά 450 εκ. ευρώ από αυτή τη διαφορά επιτοκίων.

    Εδώ λοιπόν τίθεται το θέμα τροποποίησης της Συνθήκης του Μάαστριχτ: θα μπορούσε να συμφωνηθεί μια κοινή δημοσιονομική πολιτική (που ουσιαστικά λείπει, παρά τα δυο δημοσιονομικά κριτήρια) κάτω από την προϋπόθεση της δημιουργίας ευρωπαϊκού θεσμικού οργάνου που θα ελέγχει την δημοσιονομική πολιτική (και προσαρμογή των χωρών-μελών) κάτι ανάλογο με την τωρινή ύπαρξη «υπουργού Εξωτερικών»  στην ΕΕ.

    Νομίζω ότι η λογική αυτή είναι κατά βάση σωστή και πως στην Ελλάδα, με την κάκιστη εμπειρία που είχαμε από την δημοσιονομική μας πολιτική, θα έπρεπε να την κατοχυρώσουμε με συνταγματικές τροποποιήσεις που θα προβλέπουν κυρώσεις προς υπουργούς που θα παραβιάζουν τα συμφωνηθέντα (θα πάψουν δηλαδή να είναι ανεύθυνοι όπως τώρα με τον ισχύοντα νόμο του κ. Βενιζέλου) και θα είναι υπόλογοι ακόμα και για περιπτώσεις απραξίας, για να αποφύγουμε μελλοντικά «φαινόμενα τύπου Γερουλάνου» .(Υπενθυμίζω πως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην δεκαετία του 1980 κέρδισε προσφυγή για απραξία στον τομέα της πολιτικής μεταφορών εναντίον της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο).

    Ο κ. Νίκος Κ. Κυριαζής είναι Καθηγητής Οικονομικού πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Συγγραφέας

    Γνώμες