• Αναζήτηση
  • Στην Ελλάδα υπάρχει μόνο μία κουλτούρα

    Zούμε στις μεγάλες πόλεις, όπου το βράδυ του Σαββάτου έχει την ίδια αξία που είχε για τις αγροτικές κοινωνίες του παρελθόντος το πρωί της Κυριακής στην εκκλησία, και μπαίνουμε στo αυτοκίνητό μας, όλες οι κάστες και οι τάξεις, τις ίδιες ώρες για να συναντηθούμε στη νύχτα. Η εικόνα της Αθήνας το σαββατόβραδο είναι ιδανική. Από τις 22.00 ως τις 06.00 είμαστε πιο όμορφοι και πιο καλοντυμένοι, και πιο ήρεμοι, και πιο χαρούμενοι, και θυμόμαστε ότι αυτό συνέβαινε και παλιά, όταν πιστεύαμε ότι τα πράγματα θα πηγαίνουν για πάντα καλά. Κατά καιρούς υπάρχουν μερικά μέρη όπου μπορείς να δεις όλη την Αθήνα μαζί, το κέντρο, τα βόρεια, τα δυτικά και τα νότια προάστια να περιμένουν στην ίδια ουρά με τις κρατήσεις, και ένα από αυτά φέτος είναι το Αθηνών Αρένα, όπου οι παρκαδόροι παρατάσσουν έναν στρατό από SUV στο πάρκινγκ της Πειραιώς. Ολοι θέλουν να δουν τον Ρουβά και τους Onirama και όταν τα φώτα σβήσουν και ο καπνός πέσει στην πίστα, βρίσκονται στους καναπέδες που τους αρμόζουν. Τα κριτήρια αξιολόγησης των πελατών που εφαρμόζονται σε ένα τέτοιο μαγαζί της νύχτας αντανακλούν με έναν καταπληκτικά ακριβή τρόπο τα κριτήρια της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και αυτό είναι λογικό, αφού τα κριτήρια είναι κατ’ αρχήν οικονομικά.

    Πριν από μερικά χρόνια διάβαζες στα περιοδικά για το ένα ή το άλλο νυχτερινό κλαμπ που τύχαινε να είναι της μόδας, ότι τα τραπέζια του είναι ο μοναδικός χώρος στον οποίο μπορεί να συναντηθεί σε περιβάλλον ισότητας ένας εργάτης με το αφεντικό του. Αυτό, όπως πλέον όλοι γνωρίζουν, δεν είναι αλήθεια, όχι όταν υπάρχουν οι δίσκοι με τα γαρίφαλα. Προφανώς ένας από τα ορεινά μπορεί να κατέβει και να καθήσει μπροστά στην πίστα, στον χώρο ανάμεσα στα τραπέζια, τουλάχιστον ώσπου να βαρεθεί να είναι μόνος του ή να του πουν οι μπράβοι να μην κλείνει τους διαδρόμους, και αυτό μοιάζει πολύ με την ιδέα της κοινωνικής κινητικότητας. Ολοι μπορούν να διεκδικήσουν τη θέση που θέλουν στο κυνήγι του πρώτου τραπεζιού. Οπως έλεγε ο κοινωνιολόγος Πιέρ Μπουρντιέ, οι άνθρωποι ανταγωνίζονται αξιοποιώντας το κεφάλαιο που κατέχουν και αυτό δεν είναι μόνο το οικονομικό, αλλά και το πολιτιστικό και το κοινωνικό, πάνω-κάτω δηλαδή οι γνώσεις και η εκπαίδευση του καθενός, καθώς και οι κοινωνικές σχέσεις του. Στα πρώτα τραπέζια δεν θα δείτε μόνο τους πλούσιους επιχειρηματίες και τους ξαναμμένους γόνους που ιδρώνουν τα πουκάμισά τους πετώντας λουλούδια στις τραγουδίστριες. Ανάμεσά τους θα δείτε τηλεπερσόνες, μεγαλοδημοσιογράφους, δικηγόρους και γιατρούς, κοσμικές κυρίες και δεσποινίδες, και μαζί τους στυλίστες, κοσμικογράφους, μακιγέρ, συγγραφείς, μοντέλα, ηθοποιούς, όλους όσους ξέρετε από την τηλεόραση και όσους ξέρουν αυτοί που είναι στην τηλεόραση. Στην Ελλάδα υπάρχει μόνο μία κουλτούρα που παράγει πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς και αυτή είναι η μέση κουλτούρα, που ορίζεται αποκλειστικά από την τηλεόραση και αναπαράγεται από τα έντυπα.

    Ο Μπουρντιέ μελέτησε τη γαλλική κοινωνία του ’60 και του ’70, αλλά η ανάλυσή του ισχύει για τις περισσότερες σημερινές δυτικές χώρες. Κατέδειξε ότι οι πολιτιστικές επιλογές, από το να μπορείς να αναγνωρίσεις τις διακειμενικές σχέσεις ενός βιβλίου ή μιας ταινίας, μέχρι το ντύσιμο, το φαγητό και τη συμπεριφορά που έχεις σε μια κοινωνική εκδήλωση, υποδεικνύουν την κοινωνική σου θέση. Το πολιτιστικό κεφάλαιο οι πλουσιότεροι μπορούν να το εξασφαλίσουν μέσω της προνομιακής εκπαίδευσης σε ακριβά πανεπιστήμια και οι κατώτερες τάξεις μέσω της διάκρισης στις τέχνες και στις επιστήμες. Ενώ οι ανώτερες τάξεις χρησιμοποιούν οικονομικό κεφάλαιο για την απόκτηση σπάνιων και ακριβών πολιτιστικών αγαθών, έργων τέχνης ας πούμε, η τάξη των επαγγελματιών δίνει έμφαση στο εκλεπτυσμένο γούστο και στις ασυνήθιστες επιλογές και εκτιμά, για παράδειγμα, τον «Κυνόδοντα».

     

    Στην Ελλάδα η ανώτερη αστική τάξη δεν μπόρεσε ποτέ να δημιουργήσει πειστικά ένα κοινωνικό πρότυπο όπως αυτό του πεφωτισμένου νεοϋορκέζου μπουρζουά που μένει στο Upper East Side και είναι συνδρομητής του «New Yorker». Δεν θα βρεθεί ποτέ ο Ελληνας Γουόρεν Μπάφετ. Σε αντίθεση με τον υπόλοιπο κόσμο στον οποίο θεωρούμε ότι ανήκουμε, οι έλληνες πλούσιοι δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να ανταλλάξουν οικονομικό κεφάλαιο με πολιτιστικό. Μοιράζονται τις αναφορές τους με τα κατώτερα στρώματα της μέσης τάξης, η συμπεριφορά και οι επιδιώξεις τους είναι οι ίδιες, τα πρότυπά και των δύο είναι τα αυτοδημιούργητα μέλη της σόου-μπιζ με τους οποίους ανταλλάσσουν τετριμμένες κοελικές ατάκες στο Twitter. Διατηρούν την κοινωνική τους υπεροχή λόγω των χρημάτων τους και των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύσσουν στα ακριβά ιδιωτικά σχολεία. Σπουδάζουν σε μέτρια πανεπιστήμια του εξωτερικού και επιστρέφουν για να αναλάβουν τις οικογενειακές επιχειρήσεις. Το βράδυ διασκεδάζουν μαζί με τον Σάκη, την Ελεονώρα, την Ελένη και την Αννα. Oι συνομήλικοί τους στα περιοδικά την επόμενη μέρα βλέπουν τις φωτογραφίες τους μαζί με τους σταρ. Η κρίση τούς στενοχωρεί γιατί βλέπουν τους άλλους στενοχωρημένους.

     

    Βρέθηκα στο Αθηνών Αρένα με μια φίλη που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στον Κολωνό, βγάζει 1.000 ευρώ τον μήνα και έχει στήλη μόδας σε ένα περιοδικό. Από μακριά είδαμε στα πρώτα τραπέζια μια γνωστή μας που μένει στη Φιλοθέη και έχει το ίδιο επώνυμο με ένα προϊόν που βρίσκεις σε όλα τα σουπερμάρκετ. Μας έκανε νόημα να καθήσουμε μαζί της. Το μόνο που μας χώριζε ήταν μερικά τραπέζια.

     

    Αφιερώματα