• Αναζήτηση
  • Το «πρέπει» της Γερµανίας είναι το «δεν µπορώ» της Ελλάδας

    Λύστε τον ακόλουθο κόµπο αν µπορείτε. Τις επόµενες ηµέρες και εβδοµάδες το µέλλον της ευρωζώνης θα κριθεί από την ετυµηγορία που θα δώσουν οι χρηµαταγορές για τα περίπλοκα µέτρα τα οποία οι αλληλοσυγκρουόµενες εθνικές πολιτικές των διαφόρων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) επέτρεψαν στις κυβερνήσεις τους να συµφωνήσουν. Η µία χώρα µετά την άλλη, το ένα κοινοβούλιο µετά το άλλο υψώνει τη φωνή του και λέει: «Ως εδώ και µη παρέκει!». Αλλά αυτό για το οποίο µια χώρα επιµένει, µια ...

    TIMOTHY GARTON ASH
    Το «πρέπει» της Γερµανίας είναι  το «δεν µπορώ» της Ελλάδας | tovima.gr

    Λύστε τον ακόλουθο κόµπο αν µπορείτε. Τις επόµενες ηµέρες και εβδοµάδες το µέλλον της ευρωζώνης θα κριθεί από την ετυµηγορία που θα δώσουν οι χρηµαταγορές για τα περίπλοκα µέτρα τα οποία οι αλληλοσυγκρουόµενες εθνικές πολιτικές των διαφόρων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) επέτρεψαν στις κυβερνήσεις τους να συµφωνήσουν. Η µία χώρα µετά την άλλη, το ένα κοινοβούλιο µετά το άλλο υψώνει τη φωνή του και λέει: «Ως εδώ και µη παρέκει!». Αλλά αυτό για το οποίο µια χώρα επιµένει, µια άλλη δεν µπορεί να το αντέξει: το «πρέπει» της Γερµανίας είναι το «δεν µπορώ» της Ελλάδας, το «ουσιώδες» του Νικολά Σαρκοζί είναι το «αδύνατον» της Ανγκελα Μέρκελ, η κόκκινη γραµµή της Σλοβακίας είναι το απόλυτο µίνιµουµ της Ισπανίας. Και καθηµερινά η κακοφωνία αυτή των εθνικών δηµοκρατιών αποτελεί λεία στην παντοδυναµία των αγορών.

    Αυτή την εβδοµάδα παρακολούθησα – ζωντανά, στην οθόνη του υπολογιστή µου – δυο συναρπαστικές κοινοβουλευτικές συζητήσεις για την Ευρώπη: στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων την περασµένη ∆ευτέρα και στη γερµανική Μπούντεσταγκ την Τετάρτη.

    Και στις δύο ήταν απολύτως σαφές ότι η δηµοκρατική εξουσία για τη λήψη των ευρωπαϊκών αποφάσεων προέρχεται από τα εθνικά κοινοβούλια, όχι από το ευρωπαϊκό.

    Και στις δύο πίσω από την επιµονή για τα δικαιώµατα του εθνικού κοινοβουλίου µπορούµε να ακούσουµε τον θόρυβο της λαϊκής δυσαρέσκειας, όπως την εκφράζουν και τη µεγεθύνουν τα µέσα ενηµέρωσης – αλλά και οι δηµοσκοπήσεις, οι συζητήσεις µε τους ψηφοφόρους στα καφέ και στα µπαρ. Για να µην αναφερθούµε στο «χωριό» µε τα αντίσκηνα µπροστά από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο και τη βετεράνο πλέον στις διαµαρτυρίες πλατεία Συντάγµατος µπροστά από το ελληνικό κοινοβούλιο. Ολοι οι λαοί απαιτούν να ακουστούν. Το πρόβληµα είναι πως αυτό που θέλουν να πουν είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να συµφιλιωθεί µε τις απαιτήσεις άλλων ευρωπαϊκών λαών.

    Πάρτε την οµιλία της Μέρκελ για παράδειγµα. Αφού παραδέχτηκε καθυστερηµένα ότι οι θυσίες του ελληνικού λαού πρέπει να προκαλέσουν τον σεβασµό των Γερµανών (για πείτε το αυτό στα γερµανικά ταµπλόιντ…), συνέχισε λέγοντας ότι προκειµένου να βοηθήσει να λυθούν τα προβλήµατα της Ελλάδας απαιτούνται όχι µόνο «αυστηρές προϋποθέσεις» αλλά και «µόνιµη επιτήρηση της Ελλάδας». Σκεφτείτε για µια στιγµή πώς ακούγονται τα γερµανικά αυτά λόγια στα ελληνικά αφτιά µε την ελληνική ιστορική µνήµη.

    Στη συνέχεια επέµεινε ότι µια ικανοποιητική λύση απαιτεί να τροποποιηθούν οι ευρωπαϊκές συνθήκες. Το όνειρο όµως της Ανγκελα είναι ο εφιάλτης του Ντέιβιντ (Κάµερον). Η συζήτηση στη βρετανική βουλή ξεκίνησε από τους βουλευτές των πίσω εδράνων του ίδιου του Κάµερον, ακριβώς για να τον πιέσουν να διοργανώσει δηµοψήφισµα σχετικά µε την παραµονή της Βρετανίας στην ΕΕ. Η κυβέρνησή του έχει δεσµευτεί ότι θα πραγµατοποιήσει δηµοψήφισµα αν τυχόν αλλάξει κάποια συνθήκη.

    Τον φοβίζει τον Κάµερον αυτή η προοπτική; Βεβαίως τον φοβίζει. Και µετά η σιδηρά κυρία της Γερµανίας πρόσθεσε ότι η γερµανική κυβέρνηση υποστηρίζει την επιβολή φόρου στις χρηµατοπιστωτικές συναλλαγές – πράγµα που δεν θα αρέσει στους κυριότερους χρηµατοδότες των Συντηρητικών από το Σίτι του Λονδίνου. Είπε επίσης ότι θα ήταν απαραίτητο να λάβουµε σκληρά, ενοχλητικά µέτρα για τις χώρες που µονίµως παραβιάζουν το σύµφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης της ευρωζώνης… «και η Ελλάδα δεν είναι ο µεγαλύτερος παραβάτης». Αυτό ήταν για σένα, «κάρο Σίλβιο» Μπερλουσκόνι.

    ∆εν λέω ότι αυτές οι συζητήσεις είναι κάτι κακό. Το αντίθετο, έπρεπε να είχαν πραγµατοποιηθεί προ πολλού. Στη Γερµανία οι αµφιβολίες και τα ερωτηµατικά για το ευρώ θάφτηκαν κάτω από το χαλί. Και εδώ στη Βρετανία όντως χρειαζόµαστε ένα δηµοψήφισµα για τη σχέση µας µε την ΕΕ.

    Οχι µόνο πιστεύω ότι αυτές οι δηµοκρατικές εθνικές δηµόσιες συζητήσεις για την Ευρώπη είναι καλές, πιστεύω επίσης ότι µε τον καιρό θα επικρατήσουν τα επιχειρήµατα για µια βιώσιµη συνέχιση της σηµερινής ΕΕ. Αν και πυροδοτήθηκαν από σκεπτικισµό – σκεπτικισµό για το ευρώ στη Γερµανία, έναν ευρύτερο σκεπτικισµό για την Ευρώπη στη Βρετανία –, αµφότερες οι συζητήσεις παρήγαγαν ζωηρά επιχειρήµατα υπέρ της «Ευρώπης».

    ∆εν πρέπει να φοβόµαστε τον ανοιχτό διάλογο. Η παγίδα βρίσκεται στη φράση «µε τον καιρό». Πριν από 10 χρόνια είχαµε καιρό. Αν όλα αυτά ήταν θέµα εθνικών κοινοβουλίων και δηµοψηφισµάτων, θα είχαµε ακόµη καιρό. Αλλά δεν είναι – και δεν έχουµε. Οι αγορές µπορούν ανά πάσα στιγµή να τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια του ευρώ.

    Οσοι διαπραγµατεύονται οµόλογα ήδη αποχωρούν από τα ισπανικά, τα ιταλικά και τα γαλλικά κρατικά οµόλογα. Η ειρωνεία είναι ότι το κάνουν εν µέρει για να προστατεύσουν τα οικονοµικά συµφέροντα των ευρωπαϊκών ταµείων συνταξιοδότησης: δηλαδή, τα µακροχρόνια συνταξιοδοτικά επιδόµατα µερικών από τους ίδιους ανθρώπους οι οποίοι, µε άλλη ιδιότητα, ως ψηφοφόροι, δυσχεραίνουν τόσο πολύ την επίτευξη µιας λύσης που θα εντυπωσίαζε τις αγορές.

    Εχει κανείς καµία πειστική απάντηση στο πώς λύνεται αυτός ο κόµπος;

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες