• Αναζήτηση
  • Αυξάνεται ο κίνδυνος για μια «διπλή ύφεση»

    Παρά τα συνεχόμενα πλήγματα στην παγκόσμια οικονομία το 2011, οι τιμές στα μεγάλα διεθνή χρηματιστήρια συνεχίζουν να ανεβαίνουν εδώ και σχεδόν ένα μήνα. Η χρονιά ξεκίνησε με αύξηση στις τιμές των τροφίμων, του πετρελαίου και των αγροτικών προϊόντων, γεγονός που οδήγησε σε προειδοποιήσεις γιά άνοδο του πληθωρισμού. Ύστερα, ξέσπασαν οι μεγάλες ταραχές στη Μέση Ανατολή, που οδήγησαν σε επιπλέον αύξηση τις τιμές του πετρελαίου. Ακολούθησε ο τρομερός σεισμός στην Ιαπωνία, ο οποίος έπληξε τόσο την οικονομία της, όσο και την διεθνή εμπορική ισορροπία εν γένει. Και μετά, η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία απώλεσαν την δυνατότητα δανεισμού από τις αγορές, και αναγκάστηκαν να ζητήσουν πακέτα «διάσωσης» από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Nouriel Roubini
    Αυξάνεται ο κίνδυνος για μια «διπλή ύφεση» | tovima.gr
    ΤΟ ΒΗΜΑ – THE PROJECT SYNDICATE

    Παρά τα συνεχόμενα πλήγματα στην παγκόσμια οικονομία το 2011, οι τιμές στα μεγάλα διεθνή χρηματιστήρια συνεχίζουν να ανεβαίνουν εδώ και σχεδόν ένα μήνα. Η χρονιά ξεκίνησε με αύξηση στις τιμές των τροφίμων, του πετρελαίου και των αγροτικών προϊόντων, γεγονός που οδήγησε σε προειδοποιήσεις γιά άνοδο του πληθωρισμού. Ύστερα, ξέσπασαν οι μεγάλες ταραχές στη Μέση Ανατολή, που οδήγησαν σε επιπλέον αύξηση τις τιμές του πετρελαίου.

    Ακολούθησε ο τρομερός σεισμός στην Ιαπωνία, ο οποίος έπληξε τόσο την οικονομία της, όσο και την διεθνή εμπορική ισορροπία εν γένει. Και μετά, η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία απώλεσαν την δυνατότητα δανεισμού από τις αγορές, και αναγκάστηκαν να ζητήσουν πακέτα «διάσωσης» από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Η ιστορία, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Παρ’ όλο που η Ελλάδα έλαβε οικονομική βοήθεια πριν από ένα χρόνο, το πλάνο «Α» έχει ξεκάθαρα αποτύχει. Η Ελλάδα θα χρειαστεί κι άλλο επίσημο πακέτο σωτηρίας – με ή χωρίς την συμμετοχή ιδιωτων πιστωτών, ένα ενδεχόμενο το οποίο προκαλεί σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτικών.

    Τον τελευταίο καιρό, οι ανησυχίες για τα μη διαχειρίσιμα δημοσιονομικά ελλείματα των ΗΠΑ είχαν σαν αποτέλεσμα εξίσου άσχημες πολιτικές διαμάχες, οι οποίες παραλίγο να οδηγήσουν σε κυβερνητικό «λουκέτο» χρηματοδοτήσεων. Μια παρόμοια διένεξη λαμβάνει σήμερα χώρα σχετικά με το περίφημο «ταβάνι χρέους» της Αμερικής – ενα πρόβλημα που, αν δεν βρεί την λύση του, θα εισάγει το ρίσκο μιάς «τεχνικής» χρεοκοπίας των Ηνωμένων Πολιτειών.

    Μέχρι πρόσφατα, τα χρηματιστήρια δεν έδειχναν θορυβημένα από αυτές τις εξελίξεις. Με εξαίρεση κάποια ολιγοήμερα διαστήματα διόρθωσης, λογω του πανικού γιά την Ιαπωνία και τη Μέση Ανατολή, τα χρηματιστήρια συνέχιζαν την ανοδική πορεία τους. Ωστόσο, από τα τέλη Απριλίου και ως σήμερα, παρακολουθούμε μιά πιό επίμονη διόρθωση στις αγορές μετοχών, καθώς οι ανησυχίες για νέα επιβράδυνση στον ρυθμό οικονομικής ανάκαμψης των Ηνωμένων Πολιτειών και του υπόλοιπου κόσμου ενισχύονται σημαντικά.

    Στοιχεία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, την περιφέρεια της ευρωζώνης, την Ιαπωνία, ακόμα και τις αναδυόμενες οικονομίες, δείχνουν ότι ένα μέρος της παγκόσμιας οικονομίας – και ιδιαίτερα οι λεγόμενες προηγμένες οικονομιες – κινδυνεύει από αναπτυξιακή στασιμότητα, ίσως ακόμη και από μιά διπλή ύφεση. Η αποφυγή του ρίσκου σε παγκόσμιο επίπεδο έχει επίσης αυξηθεί, καθώς η τακτική της αναμονής και της προσευχής που εφαρμόζεται στην Ελλάδα από πολλούς επενδυτές, καθίσταται πλέον ανεπιθυμητή.

    Οι αισιόδοξοι υποστηρίζουν ότι η παγκόσμια οικονομία έχει απλώς κάνει μιά φυσιολογική «κοιλιά». Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές αντέδρασαν στα σοκ του έτους, μειώνοντας «προσωρινά» την κατανάλωση, τη σπατάλη κεφαλαίου και τις προσλήψεις προσωπικού. Στον βαθμό που δεν θα υπάρξουν νέα, χειρότερα σοκ, η εμπιστοσύνη και η ανάπτυξη θα επανέλθουν στο δεύτερο μισό του έτους, και τα χρηματιστήρια θα ανακάμψουν σύντομα, λένε.

    Υπάρχουν, ωστόσο, σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε πως διανύουμε μια πιο επίμονη κάμψη. Πρώτον, κάποια προβλήματα στην περιφέρεια της ευρωζώνης δεν οφείλονται απλά σε έλλειψη ρευστότητας, αλλά σε αφερεγγυότητα: δημόσια και ιδιωτικά ελλείμματα και χρέη που ολοένα μεγαλώνουν, κατεστραμμένα χρηματοπιστωτικά συστήματα που πρέπει να «αποτοξινωθούν»και να ενισχυθούν με νέα κεφάλαια, τεράστια απώλεια ανταγωνιστικότητας, πτώση του ΑΕΠ, και αυξανόμενα ποσοστά ανεργίας. Δε μπορούμε πλέον να αρνηθούμε ότι τα δημόσια και/ή ιδιωτικά χρέη της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας θα πρέπει να αναδιαρθρωθούν.

    Δεύτερον, οι παράγοντες που φρενάρουν την ανάπτυξη των Ηνωμένων Πολιτειών είναι χρόνιοι. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η αργή, αλλά σταθερή μείωση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα: αύξηση της τιμής του πετρελαιου, χαμηλό ρυθμό δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, νέα κάμψη στην αγορά κατοικιών, σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο. Και, φυσικά, μη διαχειρίσιμο έλλειμμα και χρέος σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

    Τρίτον, η οικονομική ανάπτυξη, στο Ηνωμένο Βασίλειο, είχε μείνει σε γενικές γραμμές στάσιμη το τελευταίο εξάμηνο. Τα εμπροσθοβαρή μετρα δημοσιονομικης αυστηρότητας άρχισαν να εφαρμόζονται την εποχή που ο αυξανόμενος πληθωρισμός εμπόδιζε την Τράπεζα της Αγγλίας να χαλαρώσει τη νομισματική της πολιτική. Πράγματι, ο πληθωρισμός ενδέχεται να αναγκάσει την Τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια μέχρι το φθινόπωρο. Η Ιαπωνία έχει ήδη αρχίσει να βαδίζει ξανα προς την ύφεση, λόγω του Εγκέλαδου.

    Όλες αυτές οι οικονομίες αναπτύσσονταν ήδη αναιμικά, κάτω από τους συνήθεις μέσους όρους τους. Η διαδικασία της μείωσης αποδοτικότητας του κεφαλαίου απαιτούσε μια επιβράδυνση της δημόσιας και ιδιωτικής κατανάλωσης, προκειμένου να μειωθούν οι δαπάνες και τα χρέη. Και τώρα, στα φετινά «μαύρα» γεγονότα που αντιμετώπισαν οι προηγμένες οικονομίες, ερχεται να προστεθεί η σταδιακή απώλεια των νομισματικών και δημοσιονομικων μέτρων τόνωσης (stimulus), τα οποία εκπνέουν ή θα εκπνεύσουν σύντομα στις περισσότερες χωρες.

    Εάν η τωρινή κατάσταση αποδειχθεί κάτι παραπάνω από μια απλή οικονομική «κοιλιά», η πτώση των χρηματιστηρίων θα συνεχιστεί, αποδυναμώνοντας έτσι περαιτέρω την ανάπτυξη. Οι αρνητικές επιδράσεις της πτώσης των χρηματιστηρίων μειώνουν την ιδιωτική κατανάλωση. Την περίοδο 2007 – 2010, κάθε αρνητικό απρόοπτο και χρηματιστηριακή πτώση αντιμετωπίζονταν με πιο αυστηρά, κυβερνητικά μέτρα. Αντιθέτως, σήμερα, οι πολιτικοί ξεμένουν από πολεμοφόδια. Θα είναι λοιπόν πολυ πιό δύσκολο γιά τις κυβερνήσεις να εμποδίσουν μιά νέα πτώση και να ξαναδωσουν αναπτυξιακή ώθηση στην πραγματική οικονομία.

    Το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις ξεμένουν από πολιτικές «σφαίρες» αντικατοπτρίζεται στην απόφαση των περισσότερων προηγμένων οικονομικών να υιοθετήσουν δεσμες μέτρων λιτότητας, προκειμένου να αποφύγουν ένα δημοσιονομικό «ναυάγιο» στο κοντινό μέλλον. Το δημόσιο χρέος είναι ήδη υψηλό, και πολλά ανεξάρτητα κράτη δυσφορούν. Επομένως, οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται ήδη να υποστηρίξουν τις τράπεζές τους με περισσότερες ενέσεις κεφαλαίων «σωτηρίας» ή εγγυήσεις γιά αμφισβητούμενα ή «τοξικά» περιουσιακα στοιχεία τους. Επίσης, δυσκολα θα δουμε ενα νεο γύρο της αποκαλούμενης «ποσοτικής χαλάρωσης» από τις νομισματικές αρχές ενδέχεται αν μη λειτουργήσει, όσο αυξάνεται ο πληθωρισμός – ακόμη και με αργούς ρυθμούς – στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες.

    Εάν τα τελευταία οικονομικά δεδομένα από όλο τον κόσμο αντανακλούν κάτι σοβαρότερο από μια πρόσκαιρη αναποδιά, εάν τα χρηματιστήρια και οι οικονομίες εξακολουθήσουν να καταρρέουν, οι πολιτικοί ηγέτες θα μείνουν με άδεια χέρια. Εάν συμβεί αυτό, το ρίσκο μιάς νεας φάσης στασιμότητας ή ακόμη και μιάς διπλής ύφεσης στις ανεπτυγμένες οικονομίες θα αυξηθεί σημαντικά.
    Ο κύριος Νουριέλ Ρουμπινί είναι επικεφαλής της εταιρίας οικονομικών συμβούλων «Roubini Global Economics» και καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

    Γνώμες