• Αναζήτηση
  • Ποιος «έχασε» την Τουρκία; Η Ευρώπη

    Το «όχι» της Τουρκίας (και της Βραζιλίας) τον περασμένο μήνα στην επιβολή κυρώσεων εναντίον του Ιράν οι οποίες εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποκαλύπτει δραματικά πόσο έχει απομακρυνθεί η Αγκυρα από τη Δύση. Μήπως αυτό σημαίνει ότι γινόμαστε μάρτυρες των συνεπειών του λεγόμενου «νεο-οθωμανισμού» της τουρκικής κυβέρνησης, ο οποίος υποτίθεται ότι επιδιώκει την αλλαγή στρατοπέδων και την επιστροφή της Τουρκίας στις ισλαμικές ρίζες της; Θεωρώ υπερβολικούς αυτούς τους φόβους.

    Joschka Fischer

    Το «όχι» της Τουρκίας (και της Βραζιλίας) τον περασμένο μήνα στην επιβολή κυρώσεων εναντίον του Ιράν οι οποίες εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποκαλύπτει δραματικά πόσο έχει απομακρυνθεί η Αγκυρα από τη Δύση. Μήπως αυτό σημαίνει ότι γινόμαστε μάρτυρες των συνεπειών του λεγόμενου «νεο-οθωμανισμού» της τουρκικής κυβέρνησης, ο οποίος υποτίθεται ότι επιδιώκει την αλλαγή στρατοπέδων και την επιστροφή της Τουρκίας στις ισλαμικές ρίζες της; Θεωρώ υπερβολικούς αυτούς τους φόβους. Αν τα πράγματα εξελιχθούν πράγματι κατ΄ αυτόν τον τρόπο, αυτό θα οφείλεται περισσότερο σε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία της Δύσης, παρά στις πολιτικές επιλογές της Τουρκίας.

    Στην πραγματικότητα η τουρκική εξωτερική πολιτική, στόχος της οποίας είναι η επίλυση των προβλημάτων με τα γειτονικά κράτη και η ενεργή εμπλοκή της Τουρκίας σε αυτήν, επ΄ ουδενί συγκρούεται με τα δυτικά συμφέροντα- το αντίθετο μάλιστα. Η Δύση όμως και κυρίως η Ευρώπη θα πρέπει επιτέλους να θεωρήσουν την Τουρκία σοβαρό εταίρο και όχι πελάτη της Δύσης. Η Τουρκία είναι, όπως θα έπρεπε, μέλος της ομάδας του G20 διότι με τον νεανικό και γοργά αυξανόμενο πληθυσμό της θα γίνει μία πολύ ισχυρή οικονομία του 21ου αιώνα.

    Οταν μετά το ψήφισμα του ΟΗΕ ο υπουργός Αμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών Ρόμπερτ Γκέιτς άσκησε έντονη κριτική στους Ευρωπαίους επειδή συνέβαλαν στην αποξένωση της Τουρκίας με τη συμπεριφορά τους απέναντί της, η ευθύτητά του, ελάχιστα διπλωματική, προκάλεσε έντονες συζητήσεις στο Παρίσι και στο Βερολίνο. Ο κ. Γκέιτς όμως είχε αγγίξει την καρδιά του ζητήματος.

    Μετά την αντικατάσταση του Ζακ Σιράκ από τον Νικολά Σαρκοζί στη Γαλλία και του Γκέρχαρντ Σρέντερ από την Ανγκελα Μέρκελ στη Γερμανία, η Ευρώπη απωθεί την Τουρκία. Οι Ευρωπαίοι στήριξαν επισήμως την απόφασή τους να ξεκινήσουν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, αλλά έκαναν ελάχιστα για να τις προωθήσουν. Μόνο τώρα που γίνεται εμφανής η κατάρρευση των τουρκοευρωπαϊκών σχέσεων, η Ευρωπαϊκή Ενωση δείχνει ξαφνικά διατεθειμένη να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στη διαδικασία. Και αυτό δείχνει ότι πίσω από το αδιέξοδο υπήρχαν πολιτικά κίνητρα.

    Η Τουρκία βρίσκεται σε μια ιδιαιτέρως ευαίσθητη γεωπολιτική θέση, κυρίως σε ό,τι αφορά την ασφάλεια της Ευρώπης. Χωρίς τουρκική στήριξη, η Ανατολική Μεσόγειος, το Αιγαίο, τα Δυτικά Βαλκάνια, η περιοχή της Κασπίας, ο Νότιος Καύκασος, η Κεντρική Ασία και η Μέση Ανατολή είναι περιοχές στις οποίες η Ευρώπη μπορεί να επιτύχει από τίποτε έως ελάχιστα. Αυτό ισχύει όχι μόνο για ζητήματα εξωτερικής αλλά και ενεργειακής πολιτικής, σε περίπτωση που οι Ευρωπαίοι αναζητήσουν εναλλακτική λύση για την αυξανόμενη εξάρτησή τους από τις ρωσικές ενεργειακές πηγές.

    Η Δύση και κυρίως η Ευρώπη δεν έχουν την πολυτέλεια να αποξενώσουν την Τουρκία, διότι η Ευρώπη τον 21ο αιώνα θα εξαρτηθεί σημαντικά από τους γείτονές της στα νοτιοανατολικά. Αντικειμενικά όμως αυτή η αποξένωση αποτελεί συνεπεία των ευρωπαϊκών πολιτικών απέναντι στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια. Αυτού του είδους η πολιτική είναι ταυτόχρονα ειρωνική, παράλογη και κοντόφθαλμη. Σπρώχνει την Τουρκία στην «αγκαλιά» της Ρωσίας και του Ιράν, δύο ιστορικών αντιπάλων της.

    Βεβαίως και η Τουρκία εξαρτάται σημαντικά από την ενσωμάτωσή της στη Δύση. Αν τη χάσει, θα αποδυναμώσει δραστικά τη θέση της απέναντι στους τοπικούς εταίρους και αντιπάλους της. Το τουρκικό «όχι» στις κυρώσεις εναντίον του Ιράν πιθανότατα θα αποδειχτεί σημαντικό σφάλμα, αν δεν καταφέρει ο τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να επιφέρει πραγματική στροφή στην πυρηνική πολιτική του Ιράν, πράγμα εξαιρετικά απίθανο. Επιπλέον, καθώς η αντιπαράθεση Τουρκίας- Ισραήλ ενδυναμώνει τις ακραίες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, τι μπορεί να περιμένει άραγε η ευρωπαϊκή διπλωματία; Μια μόνιμη ρήξη μεταξύ των δύο κρατών είναι βέβαιο ότι θα κοστίσει πολύ ακριβά στη Δύση, όπως και στην ίδια την Τουρκία και το Ισραήλ, εκτός και αν το επιθυμητό αποτέλεσμα είναι η περαιτέρω αποσταθεροποίηση της περιοχής. Είναι ώρα να αναλάβει δράση η Ευρώπη. Η νωθρότητα της Ευρώπης, που είναι ορατή στην Τουρκία και στη Μέση Ανατολή, επεκτείνεται και στον Νότιο Καύκασο και στην Κεντρική Ασία, από όπου θα πρέπει να αναζητήσει την εκπλήρωση των ενεργειακών αναγκών της, να εμπλακεί ενεργά και έτσι να επιβληθεί στη Ρωσία και στην Ουκρανία, ενώ ένας νέος παίκτης, η Κίνα, δραστηριοποιείται στην περιοχή.

    Η Ευρώπη κινδυνεύει να ξεμείνει από χρόνο ακόμη και στην ίδια της τη γειτονιά, διότι η έλλειψη αποφασιστικής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής είναι οδυνηρά ορατή σε όλες αυτές τις χώρες. Ή, όπως το έθεσε ο μεγάλος πολιτικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, «η ζωή έχει τον τρόπο της να τιμωρεί όσους καθυστερούν».

    ©ΤΟ ΒΗΜΑ- Ρroject Syndicate/ Ιnstitute for Ηuman Sciences, 2010

    Γνώμες