• Αναζήτηση
  • Το ερευνητικό έργο στο πρωτάθλημα των οικονομικών πανεπιστημίων

    Oλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον αποκτά τόσο για την επιστημονική κοινότητα όσο και ευρύτερα για την κοινή γνώμη η αξιολόγηση πανεπιστημίων και πανεπιστημιακών τμημάτων. Ενώ όμως η αξιολόγηση πανεπιστημίων δίνει μια συνολική εικόνα για το γενικότερο κύρος και την επιστημονική τους απήχηση, η σύγκριση ομοειδών πανεπιστημιακών τμημάτων αποδίδει με μεγαλύτερη πιστότητα την κατάταξη ακαδημαϊκών μονάδων. Η κατάταξη των πανεπιστημιακών τμημάτων με βάση το ερευνητικό έργο όσων υπηρετούν σε αυτά αποτελεί φυσικά ένα μόνο μέρος της συνολικής τους εικόνας.

    Oλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον αποκτά τόσο για την επιστημονική κοινότητα όσο και ευρύτερα για την κοινή γνώμη η αξιολόγηση πανεπιστημίων και πανεπιστημιακών τμημάτων. Ενώ όμως η αξιολόγηση πανεπιστημίων δίνει μια συνολική εικόνα για το γενικότερο κύρος και την επιστημονική τους απήχηση, η σύγκριση ομοειδών πανεπιστημιακών τμημάτων αποδίδει με μεγαλύτερη πιστότητα την κατάταξη ακαδημαϊκών μονάδων.

    Η κατάταξη των πανεπιστημιακών τμημάτων με βάση το ερευνητικό έργο όσων υπηρετούν σε αυτά αποτελεί φυσικά ένα μόνο μέρος της συνολικής τους εικόνας. Δυστυχώς, αξιολόγηση και μάλιστα συγκριτικού χαρακτήρα άλλων δραστηριοτήτων, όπως, πρώτα και κύρια, του διδακτικού έργου, λόγω σημαντικών μεθοδολογικών προβλημάτων αλλά και έλλειψης των απαραίτητων στοιχείων, δεν είναι προς το παρόν δυνατή.

    Ο τρόπος ωστόσο αξιολόγησης του ερευνητικού έργου ισοδυναμεί συχνά με το άνοιγμα του κουτιού της Πανδώρας! Τουλάχιστον όμως όσον αφορά τις οικονομικές επιστήμες ο αριθμός των δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά αποτελεί μια διεθνώς απολύτως αποδεκτή μέθοδο. Από την άλλη μεριά, η ανάγκη αξιολόγησης όχι μόνο ποσοτικών αλλά και ποιοτικών χαρακτηριστικών του δημοσιευμένου έργου οδηγεί σε επιπλέον προβλήματα. Στον τομέα αυτόν η αξιολόγηση κάθε άρθρου ξεχωριστά από τους ειδικούς του κλάδου, η ανάλυση αναφορών και η αποτίμηση της σπουδαιότητας μιας επιστημονικής εργασίας με βάση το περιοδικό στο οποίο έχει δημοσιευθεί αποτελούν τις τρεις γνωστές και διαθέσιμες επιλογές.

    Στην εργασία που πραγματοποιήσαμε για τη συγκριτική αξιολόγηση των ελληνικών οικονομικών τμημάτων επιλέξαμε τη δεύτερη μέθοδο, αυτή δηλαδή της ανάλυσης αναφορών. Και αυτό γιατί είναι σχετικά απλή, οικονομική, γρήγορη και επιπλέον διότι η υπάρχουσα βιβλιογραφία διαπιστώνει μικρές μόνο αποκλίσεις σε κατατάξεις τμημάτων λόγω διαφορετικής επιλογής όσον αφορά τη μέθοδο αξιολόγησης.

    Η παρουσίαση ορισμένων αντιπροσωπευτικών δεικτών, από την πληθώρα όσων υπολογίσαμε, δίνει μια επαρκή εικόνα για το ερευνητικό δυναμικό των ελληνικών οικονομικών τμημάτων σε όρους ανθρωπίνου κεφαλαίου το οποίο σήμερα απασχολείται σε αυτά. Οι δείκτες αυτοί είναι: ο αριθμός των αναφορών ανά μέλος ΔΕΠ (συνολική απήχηση τμήματος), ο αριθμός των δημοσιευμένων άρθρων ανά μέλος ΔΕΠ (ποσοτική συνιστώσα), ο αριθμός των αναφορών ανά άρθρο (ποιοτική συνιστώσα) και οι σχετικά νέοι στη βιβλιογραφία δείκτες h και g, οι οποίοι για το παρόν κείμενο υπολογίστηκαν ως οι μέσοι όροι των ατομικών δεικτών h και g των μελών ΔΕΠ κάθε τμήματος.

    Ενας ερευνητής έχει δείκτη h όταν έχει h αριθμό δημοσιεύσεων οι οποίες έχουν τύχει τουλάχιστον h αριθμού αναφορών.

    Ενας ερευνητής έχει δείκτη g όταν οι g πρώτες δημοσιεύσεις του έχουν λάβει τουλάχιστον g2 αριθμό αναφορών.

    Με βάση τα στοιχεία του πίνακα, το Οικονομικό Τμήμα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ) εμφανίζει μια υψηλή απήχηση στην ερευνητική κοινότητα με 64,2 αναφορές ανά μέλος ΔΕΠ, τόσο επειδή έχει μια συγκριτικά υψηλή παραγωγικότητα (ποσοτική συνιστώσα: 10,7 άρθρα ανά μέλος ΔΕΠ) όσο και επειδή τα άρθρα αυτά έχουν μια υψηλή κατά μέσον όρο επιστημονική ποιότητα (ποιοτική συνιστώσα: 6 αναφορές ανά άρθρο).

    Στις αμέσως επόμενες θέσεις έχουμε τμήματα με συνολικά υψηλή απήχηση λόγω συγκριτικά υψηλών τιμών και των δύο συνιστωσών, όπως είναι τα Οικονομικά Τμήματα των Πανεπιστημίων Κρήτης και Πατρών. Διαφορετική είναι η περίπτωση του Οικονομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, όπου μια ιδιαίτερα υψηλή παραγωγικότητα αντισταθμίζει χαμηλότερες επιδόσεις της μέσης απήχησης του δημοσιευθέντος ερευνητικού έργου. Ολα τα υπόλοιπα τμήματα εμφανίζουν χαμηλότερες επιδόσεις στη συνολική ερευνητική απήχησή τους. Δύο αξιοσημείωτες περιπτώσεις αποτελούν τα Τμήματα των Πανεπιστημίων Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης, τα οποία εμφανίζουν συγκριτικά υψηλές επιδόσεις για τη μία από τις δύο συνιστώσες, οι οποίες δεν είναι όμως ικανές να βελτιώσουν τη διαμορφούμενη συνολικά χαμηλότερη θέση τους στην όλη κατάταξη.

    Ο υπολογισμός των αριθμητικών μέσων των ατομικών δεικτών h και g των μελών ΔΕΠ κάθε τμήματος στις δύο τελευταίες στήλες του πίνακα επιβεβαιώνει τα πιο πάνω συμπεράσματα. Και από τους δύο προκύπτει μια ίδια σχεδόν κατάταξη και ομαδοποίηση τμημάτων, με εξαίρεση το Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπως αυτή έχει προκύψει με βάση την πρώτη στήλη του πίνακα. Πιο συγκεκριμένα, η θέση του Οικονομικού Τμήματος του ΟΠΑ παραμένει αδιαμφισβήτητη. Τις αμέσως επόμενες θέσεις καταλαμβάνουν τα Οικονομικά Τμήματα των Πανεπιστημίων Πατρών και Μακεδονίας, ενώ συγκριτικά χαμηλά στην κλίμακα βρίσκονται τόσο τμήματα του κέντρου (Οικονομικά Τμήματα Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Πειραιώς) όσο και της περιφέρειας (Οικονομικό Τμήμα Πανεπιστημίου Ιωαννίνων).

    Ο κ. Στ. Δ. Κατρανίδης είναι αντιπρύτανης Ακαδημαϊκών Υποθέσεων και πρόεδρος της Μονάδας Διασφάλισης Ποιότητας (ΜΟΔΙΠ) του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

    Ο κ. Κ. Ζωντανός είναι βιβλιοθηκονόμος, στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

    Οικονομία