• Αναζήτηση
  • Τα σοσιαλιστικά και αριστερά κόμματα δεν έχουν εκμεταλλευτεί τις αποτυχίες της Δεξιάς

    Η κρίση του καπιταλισμού βλάπτει τους… σοσιαλιστές

    Ενα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Αυτό της αργής κατάρρευσης του σοσιαλισμού. Ακόμη και εν μέσω της μεγαλύτερης κρίσης που περνάει ο καπιταλισμός εδώ και 75 χρόνια με την κατάρρευση του οικονομικού συστήματος και την αδυναμία των κανονιστικών συστημάτων, τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα και τα αριστερά ξαδέλφια τους δεν έχουν βρει μια ικανοποιητική απάντηση και δεν έχουν εκμεταλλευτεί τις αποτυχίες της Δεξιάς. Οι Γερμανοί ψηφοφόροι την περασμένη Κυριακή τιμώρησαν ...

    Του SΤΕVΕΝ ΕRLΑΝGΕR

    Ενα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Αυτό της αργής κατάρρευσης του σοσιαλισμού. Ακόμη και εν μέσω της μεγαλύτερης κρίσης που περνάει ο καπιταλισμός εδώ και 75 χρόνια με την κατάρρευση του οικονομικού συστήματος και την αδυναμία των κανονιστικών συστημάτων, τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα και τα αριστερά ξαδέλφια τους δεν έχουν βρει μια ικανοποιητική απάντηση και δεν έχουν εκμεταλλευτεί τις αποτυχίες της Δεξιάς. Οι Γερμανοί ψηφοφόροι την περασμένη Κυριακή τιμώρησαν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, που απέσπασε μόλις το 23% των ψήφων- το χαμηλότερο ποσοστό από την εποχή του Β Δ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ψηφοφόροι επίσης τιμώρησαν τους αριστερούς υποψηφίους στις ευρωεκλογές το καλοκαίρι και τους γάλλους Σοσιαλιστές το 2007. Οπου τα αριστερά κόμματα έχουν την εξουσία, όπως στη Βρετανία και στην Ισπανία, δέχονται επιθέσεις. Οπου είναι εκτός κυβέρνησης, όπως στη Γαλλία, στην Ιταλία και τώρα στη Γερμανία, είναι διχασμένα και αποδυναμωμένα. Παρ΄ ότι οι αμερικανοί Συντηρητικοί δαιμονοποιούν τις πολιτικές του Μπαράκ Ομπάμα υποστηρίζοντας ότι συνιστούν μια επικίνδυνη στροφή προς τον ευρωπαϊκό τύπου σοσιαλισμό, είναι η Δεξιά και όχι η Αριστερά που θέτει την πολιτική ατζέντα της ηπείρου.

    Τα κεντροδεξιά κόμματα της Ευρώπης έχουν ενστερνιστεί πολλές παραδοσιακές αριστερές ιδέες, περιλαμβανομένων των παροχών της κοινωνικής πρόνοιας, των αυστηρών περιορισμών στις εκλύσεις διοξειδίου του άνθρακα και της εκχώρησης μερικής κυριαρχίας στην υπερεθνική Ευρωπαϊκή Ενωση. Αλλά κέρδισαν ψήφους υποσχόμενα να υλοποιήσουν αυτές τις πολιτικές με πιο αποτελεσματικό τρόπο από την Αριστερά, μειώνοντας παράλληλα τους φόρους και βελτιώνοντας την οικονομική ρύθμιση. Οι Συντηρητικοί της Ευρώπης, λέει ο γάλλος ιστορικός Μισέλ Βινόκ, «έχουν προσαρμοστεί στη νεωτερική εποχή». Οταν ο Νικολά Σαρκοζί της Γαλλίας και η Ανγκελα Μέρκελ της Γερμανίας καταδικάζουν τις υπερβολές του «αγγλοσαξονικού καπιταλιστικού μοντέλου» ενώ εκθειάζουν τον κρατικό προστατευτισμό, χρησιμοποιούν τις άλλοτε σοσιαλιστικές ιδέες που τώρα έχουν επικρατήσει στην πολιτική ιδεολογία. Η Αριστερά δεν είναι εντελώς αδιάφορη – συχνά αποτελεί τη μοναδική βιώσιμη αντιπολίτευση στις κυβερνήσεις.

    Στην Πορτογαλία το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα επανεξελέγη, αλλά έχασε την απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Στην Ισπανία οι Σοσιαλιστές θα κερδίσουν αναγνώριση για την αντίσταση στο καθεστώς του Φράνκο και την εναντίωσή τους στον πόλεμο του Ιράκ. Στη Γερμανία η ευρεία Αριστερά μαζί με τους Πρασίνους έχει κερδίσει μια «λειτουργική» πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Αλλά οι Σοσιαλδημοκράτες περνούν μια μετεκλογική κρίση και μελετούν τη σύναψη συμμαχίας με το Αριστερό Κόμμα, που έχει τις ρίζες του στο πρώην Κομμουνιστικό Κόμμα της Ανατολικής Γερμανίας. Το πρόβλημα εντοπίζεται εν μέρει στις διαφορές μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Γερμανίας. Ενώ οι Χριστιανοδημοκράτες έχουν μετατοπιστεί ομαλά προς ανατολάς, οι Σοσιαλδημοκράτες της Δύσης δεν μπόρεσαν ποτέ να συγχωνευθούν με τους κομμουνιστές της Ανατολικής Γερμανίας. «Οι δύο Γερμανίες, μία σοσιαλιστική, μία κομμουνιστική, δύο ψυχές, ποτέ δεν ενώθηκαν» είπε ο Τζιοβάνι Σαρτόρι, επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια στη Νέα Υόρκη. «Εξηγεί γιατί το SΡD, που πάντα ήταν το μεγάλο σοσιαλιστικό κόμμα της Ευρώπης, δεν συγχωνεύεται». Η κατάσταση στη Γαλλία είναι ακόμη χειρότερη για την Αριστερά. Ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί, εμβληματική προσωπικότητα των Σοσιαλιστών, όταν ρωτήθηκε το καλοκαίρι αν το κόμμα «πεθαίνει», απάντησε: «Οχι. Εχει ήδη πεθάνει. Κανείς ή σχεδόν κανείς δεν τολμά να το πει. Αλλά όλοι ή σχεδόν όλοι το γνωρίζουν» . Και ενώ κατηγορήθηκε ότι υπερβάλλει, δεδομένου ότι το κόμμα είναι το μεγαλύτερο της αντιπολίτευσης και παραμένει ισχυρό στην τοπική πολιτική, τα λόγια του είχαν αντίκτυπο στη χώρα. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Γαλλίας, με μακρά επαναστατική παράδοση και δεσμούς με τη συρρικνούμενη εργατική τάξη, μαστίζεται από προσωπικές διαμάχες. Υποψήφιος του κόμματος κέρδισε τελευταία φορά την προεδρία το 1988 και το 1997 η Σεγκολέν Ρουαγιάλ έχασε την προεδρία από τον κ. Σαρκοζί με διαφορά 6,1%. Εχοντας τη φήμη της εκκεντρικής προσωπικότητας, η κυρία Ρουαγιάλ έχασε στις εκλογές για την ηγεσία του κόμματος από μια πιο δογματική Σοσιαλίστρια, τη Μαρτίν Ομπρί, με διαφορά 102 ψήφων και έκτοτε οι σχέσεις τους είναι τεταμένες. Ενώ η κυρία Ρουαγιάλ επιθυμεί οι Σοσιαλιστές να μετακινηθούν προς το κέντρο και να μελετήσουν μια πιο επίσημη συμμαχία με τους Πρασίνους και το Δημοκρατικό Κίνημα του Φρανσουά Μπαϊρού, η κυρία Ομπρί δείχνει να ανησυχεί για μια πιθανή διάσπαση του κόμματος. Είναι διάσημη αλλά και διαβόητη για την καθιέρωση του 35ώρου εβδομαδιαίας εργασίας στην τελευταία σοσιαλιστική κυβέρνηση και θεωρείται «μεταβατική» παρουσία για το κόμμα. Αλλά μετάβαση προς τι; «Το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήθελε να διατηρήσει τον ανταγωνισμό με το Κομμουνιστικό Κόμμα και, αντί να γίνει σοσιαλδημοκρατικό και μεταρρυθμιστικό, παρέμεινε μαρξιστικό» εξήγησε ο κ. Βινόκ. Το κόμμα στο λεγόμενο «θερινό πανεπιστήμιο» της Λα Ροσέλ μίλησε για «συντρόφους» και «αγωνιστές» και διοργάνωσε σεμινάρια με τίτλους όπως «Ο διεθνισμός την ώρα της κρίσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού».

    Το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα «είναι εγκλωβισμένο σε μια ανώφελη αντίφαση» είπε ο Τόνι Τζουντ, διευθυντής του Ινστιτούτου Ρεμάρκ στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. «Δεν διαθέτει ούτε τα μέσα ούτε την ιδεολογία ούτε τους υποστηρικτές για να τα εφαρμόσει», προσέθεσε. Ετσι οι Σοσιαλιστές «γέρνουν» προς τα αριστερά, προκειμένου να εξουδετερώσουν πιο «επαναστατικά» κόμματα και όχι προς το κέντρο, όπου κερδίζονται οι εκλογές. Την ίδια στιγμή οι εσωτερικές διαμάχες το κάνουν να φαίνεται γελοίο, με τον κ. Σαρκοζί να διακηρύσσει προσφάτως ότι θέλει να πει ένα «μεγάλο ευχαριστώ» στην κυρία Ρουαγιάλ γιατί «τον βοηθάει πολύ» και τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ των Πρασίνων να λέει ότι όλοι στο Σοσιαλιστικό Κόμμα έχουν «εξαπατήσει» και να κατηγορεί την κυρία Ρουαγιάλ ότι συμπεριφέρεται σαν «εξοργισμένο νεαρό κορίτσι» . Μέσα σε αυτόν τον πόλεμο αλληλοεξόντωσης στη Γαλλία και αλλού, τα αριστερά κόμματα αδυνατούν να απαντήσουν στο πιο σημαντικό ερώτημα της εποχής: Πώς θα διατηρηθεί το κράτος πρόνοιας εν μέσω χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και των διογκούμενων κυβερνητικών ελλειμμάτων; Γενικότερα οι Σοσιαλιστές έχουν γίνει πιο συντηρητικοί και προσπαθούν να διατηρήσουν τα υπάρχοντα συστήματα που οι ψηφοφόροι θεωρούν ότι πρέπει να βελτιωθούν, όχι όμως και να εγκαταλειφθούν. «Οι Σοσιαλιστές δεν μπορούν να προσαρμοστούν στην απώλεια των παραδοσιακών ψηφοφόρων τους και με την παγκοσμιοποίηση το κράτος πρόνοιας δεν μπορεί πλέον να υπάρχει με την ίδια μορφή» είπε ο κ. Σαρτόρι. Ο 43χρονος Ενρίκο Λέτα θεωρείται η ελπίδα της ιταλικής Αριστεράς, η οποία δείχνει αποδιοργανωμένη από τον εθνικιστικό λαϊκισμό του πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι . «Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο σοσιαλισμός είναι η απάντηση του προηγούμενου αιώνα» είπε ο κ. Λέτα. «Πρέπει να χτίσουμε μια Κεντροαριστερά πιο ρεαλιστική, που θα αποτελεί μια δελεαστική εναλλακτική και όχι απλώς μια αντιπολίτευση» . Ο κ. Λέτα υποστηρίζει ότι οι σοσιαλιστικές πολιτικές πρέπει να πάρουν μια πιο σύγχρονη και λιγότερο ιδεολογική μορφή, που θα επιτρέψει τη συμμαχία με κεντρώα, φιλελεύθερα και πράσινα κόμματα και δεν θα αποκαλείται «σοσιαλιστική». Ο κ. Τζουντ είπε ότι «ο ευρωπαϊκός σοσιαλισμός πρέπει να σκεφτεί πολύ για το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει το κράτος τον 21ο αιώνα». Ο γάλλος ιστορικός Βινόκ κατέληξε: «Πιστεύω ότι η Αριστερά και ο σοσιαλισμός έχουν ακόμη δρόμο μπροστά τους, έχουν λόγο ύπαρξης και πρέπει να βασιστούν περισσότερο στις περιβαλλοντικές πολιτικές».

    Κόσμος