• Αναζήτηση
  • Καλύτερα μόνοι τους

    Μία ημέρα πριν από τις κάλπες οι περί δημοσκοπήσεων φήμες (!) και η γενική εντύπωση μιλούν για επικράτηση του ΠαΣοΚ, με αμφισβητούμενο το εύρος και «στοίχημα» την αυτοδυναμία. Η τελευταία αποτελεί, ωστόσο, ερώτημα από μόνη της- είτε επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις υπέρ της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης είτε τυχόν γινόταν η μεγάλη ανατροπή από τη ΝΔ. Είναι επιθυμητή η ανάδειξη αυτοδύναμου του πρώτου κόμματος ή θα ήταν προτιμότερο για τη χώρα να οδηγηθεί σε κυβέρνηση συνεργασίας; Από άποψη κοινοβουλευτικού ιδεατού ορθότερο είναι το δεύτερο.

    Δημήτρης Καστριώτης
    Καλύτερα  μόνοι τους | tovima.gr

    Μία ημέρα πριν από τις κάλπες οι περί δημοσκοπήσεων φήμες (!) και η γενική εντύπωση μιλούν για επικράτηση του ΠαΣοΚ, με αμφισβητούμενο το εύρος και «στοίχημα» την αυτοδυναμία. Η τελευταία αποτελεί, ωστόσο, ερώτημα από μόνη της- είτε επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις υπέρ της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης είτε τυχόν γινόταν η μεγάλη ανατροπή από τη ΝΔ. Είναι επιθυμητή η ανάδειξη αυτοδύναμου του πρώτου κόμματος ή θα ήταν προτιμότερο για τη χώρα να οδηγηθεί σε κυβέρνηση συνεργασίας;

    Από άποψη κοινοβουλευτικού ιδεατού ορθότερο είναι το δεύτερο. Οσο κανένα κόμμα δεν κατακτά απόλυτη πλειοψηφία σε ψήφους, θα έπρεπε να μην την εξασφαλίζει ούτε σε έδρες. Στη Βουλή θα εκφράζονταν, έτσι, στην επακριβή τους αναλογία τα ρεύματα πολιτικών προτιμήσεων στον πληθυσμό. Και εκεί, εντός του Κοινοβουλίου, οι λαϊκοί αντιπρόσωποι θα καλούνταν να συγκλίνουν σε έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή και να συγκροτήσουν κυβέρνηση από περισσότερες παρατάξεις.

    Δυστυχώς, όμως, από το ιδεατό ως την ιστορική εμπειρία υπάρχει μεγάλη απόσταση. Η κυβέρνηση συνεργασίας του 1989 είχε στρατηγικό στόχο κατά τους μεν τη διερεύνηση των σκανδάλων, κατά τους δε την επιδίωξη διάλυσης του ΠαΣοΚ- πρόγραμμα για τη χώρα, όμως, δεν είχε.

    Η οικουμενική κυβέρνηση, που τη διαδέχθηκε, ήταν προάγγελος νέων εκλογών με το ένα της μέλος (και δη τη ΝΔ που είχε την προσδοκία νίκης) να υποβλέπει το άλλο. Από αληθινή συνεργασία και μέτρα ευρείας συναίνεσης (άρα και με εγγυημένο χρονικό ορίζοντα εφαρμογής) δεν είδαμε σχεδόν τίποτε.

    Η σημερινή κατάσταση είναι μάλλον χειρότερη. «Μεγάλη συνεργασία» των δύο κομμάτων εξουσίας δεν φαίνεται εφικτή, παρά μόνο αν έχει κανείς κατά νου ένα μεταβατικό σχήμα, κατά τον βραχύ βίο του οποίου οι εταίροι θα αλληλοϋποσκάπτονται. ΝΔ και ΛΑΟΣ θα μπορούσαν να συνεργαστούν, αλλά αφενός είναι δύσκολο να επαρκούν οι δυνάμεις τους, αφετέρου η ΝΔ θα φοβόταν την απομάκρυνση κεντρόστροφων ψηφοφόρων της εξαιτίας της σύμπραξης. Οσο για την Αριστερά, έχει φροντίσει να αποκλείσει εκ προοιμίου τη συνεργασία- και η αλήθεια είναι πως θα ήταν δύσκολη. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως έχει, είναι εμποτισμένος με πολύ πλούσιο μείγμα Εξαρχείων για να μπορεί να συνεργαστεί μαζί του το ΠαΣοΚ.

    Το δε ΚΚΕ, πέραν του ότι θεωρεί απάτη τη σοσιαλδημοκρατία και περιμένει υπομονετικά την πτώση του καπιταλισμού, έχει δείξει ότι μπορεί σε κάποια θέματα να τα βρει με τη ΝΔ (για το καλό του μαγαζιού), όχι όμως με το ΠαΣοΚ που απειλεί να απαντλήσει κομμουνιστές ψηφοφόρους.

    Μπορεί, λοιπόν, οι συμπράξεις να είναι το κοινοβουλευτικό ιδεώδες, αν όμως θέλει κανείς να κυβερνηθεί η χώρα, πράγμα που κατά τη γνώμη μου αποτελεί το πρώτιστο σήμερα, δεν μπορεί παρά να επιθυμεί πλειοψηφία αυτοδύναμη. Στους θιασώτες της απλής αναλογικής το συμπέρασμα μας αφήνει πικρή γεύση, η εμπειρία όμως δεν μας παρέχει πειστικό αντίλογο…

    Γνώμες