• Αναζήτηση
  • ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Αγάπης αγώνας γόνιμος

    Το 1968, δευτεροετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, θυμάμαι τη θλίψη που ένιωσα όταν πληροφορήθηκα την απόλυση του Εμμανουήλ Κριαρά από το Πανεπιστήμιο. Υστερα από τόσα χρόνια διαβάζω σ΄ αυτό εδώ το βιβλίο το «φριχτό» (και από γλωσσική άποψη) κατηγορητήριο: «Ων από της προπολεμικής κατοχής και κατά την κατοχικήν περίοδον κομμουνιστικών φρονημάτων, εξακολουθείτε εμφορούμενος υπό των αυτών ιδεών,αναπτύξαντες[sic] διά του Τύπου αθεϊστικάς και υλιστικάς θεωρίας, αποτελέσαντες ιδίαν εν τη Σχολή ομάδα και εγκρίνοντες πάσαν οχλοκρατικήν εκδήλωσιν των αριστερών φοιτητών».

    του ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΑΚΗ

    Το 1968, δευτεροετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, θυμάμαι τη θλίψη που ένιωσα όταν πληροφορήθηκα την απόλυση του Εμμανουήλ Κριαρά από το Πανεπιστήμιο. Υστερα από τόσα χρόνια διαβάζω σ΄ αυτό εδώ το βιβλίο το «φριχτό» (και από γλωσσική άποψη) κατηγορητήριο: «Ων από της προπολεμικής κατοχής και κατά την κατοχικήν περίοδον κομμουνιστικών φρονημάτων, εξακολουθείτε εμφορούμενος υπό των αυτών ιδεών,αναπτύξαντες[sic] διά του Τύπου αθεϊστικάς και υλιστικάς θεωρίας, αποτελέσαντες ιδίαν εν τη Σχολή ομάδα και εγκρίνοντες πάσαν οχλοκρατικήν εκδήλωσιν των αριστερών φοιτητών». Παρ΄ όλο που είχε ειδοποιηθεί από φίλο του για τις προθέσεις του υπουργείου από τις αρχές Ιουνίου 1967, έμεινε παντελώς αδιάφορος. «Ηθελα να αφήσω τους υπεύθυνους να ενεργήσουν κατά το ήθος τους». Πήγε με τη γυναίκα του στο χωριό των προγόνων του, τον Αδάμαντα της Μήλου, όπου και έμεινε ολόκληρο το καλοκαίρι του 1967 και «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος» περίμενε εκεί την απόλυσή του, για την οποία δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα πραγματοποιηθεί. Ηρθε λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1968.

    Ο Εμμανουήλ Κριαράς στην ηλικία των 103 ετών εξακολουθεί να μας εκπλήσσει ευχάριστα με το πλήθος των εργασιών που δημοσιεύει με νεανικό σφρίγος και μοναδική καθαρότητα πνεύματος. Οσοι έχουμε το προνόμιο να τον γνωρίζουμε από κοντά, να συζητούμε μαζί του και να παρακολουθούμε τις απλές καθημερινές του συνήθειες, ξέρουμε ότι δεν είναι μόνο τα γονίδια ο λόγος της μακροζωίας του, αλλά και το πάθος του για την επιστήμη και την έρευνα, η αγάπη του για τη νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, η αγάπη του για τον άνθρωπο και η ικανοποίηση που γεννά η κοινωνική προσφορά.

    Αγώνισμαδεν είναι μόνο το άθλημα, αλλά και η επίπονη προσπάθεια για την επίτευξη ενός ανώτερου στόχου. Σ΄ αυτό εδώ το βιβλίο ο συγγραφέας εξιστορεί με σεμνότητα, σχεδόν συστολή, θα έλεγα, τα αθλήματά του στον χώρο του πνεύματος και της επιστήμης. Ο Κριαράς δεν μπορούσε να αποσιωπήσει ορισμένα δυσάρεστα γεγονότα με το σκεπτικό: «Οταν συντάσσει κανείς απομνημονεύματα ή αυτοβιογραφία, οφείλει να είναι σε μεγαλύτερο βαθμό ειλικρινής παρά ευγενικός,ιδίως σε ορισμένες “λεπτές” περιπτώσεις». Του έκανε καλό

    Ο Εμμανουήλ και η σύζυγός του Αικατερίνη (Τιτίκα) Κριαρά το 1938

    Το βιβλίο είναι άριστα δομημένο, με άψογη τυπογραφική εμφάνιση και παράθεση πλούσιου φωτογραφικού υλικού. Σε δέκα κεφάλαια εξιστορείται μια μακρά ζωή, γεμάτη δράση, αγώνες και θυσίες. Τα «Παιδικά και νεανικά χρόνια (1906-1924)» σφραγίζονται από στερήσεις, αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο να μάθει γαλλικά, ενώ άρχισε ήδη να παρακολουθεί μαθήματα ιταλικών και αγγλικών. Τα «Πανεπιστημιακά χρόνια (1924-1929)» διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του. Υποδέχεται τον Ψυχάρη στα Χανιά το 1925, 19 μόλις ετών, τον συνοδεύει παντού και έχει μακρές συζητήσεις μαζί του. Είναι ήδη συνειδητοποιημένος δημοτικιστής και σοσιαλιστής. Θαύμαζε τον Ψυχάρη, αλλά δεν συμμερίστηκε ποτέ τις ακραίες θέσεις του. Το «Ερευνητικό ξεκίνημα (1930-1940)» είναι λαμπρό: Σπουδάζει στο Μόναχο και στο Παρίσι με υποτροφία, εκλέγεται διευθυντής του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών (1939). Τα «Κρίσιμα χρόνια (1941-1949)» μυήθηκε στο κίνημα του ΕΑΜ και αγωνίστηκε για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τα γερμανικά Τάγματα Ασφαλείας τον οδήγησαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κρατουμένων στο Χαϊδάρι, όπου έμεινε εκείνος τέσσερις μήνες και η γυναίκα του τρεις. Είναι θαύμα πώς επέζησαν. Οπως λέγει ο ίδιος, η μαύρη εκείνη εποχή «γαλβάνιζε» τον χαρακτήρα τους. Στα κεφάλαια «Εσω των τειχών» και «Εξω των τειχών» περιγράφονται οι επιστημονικές και άλλες δραστηριότητες κατά το χρονικό διάστημα 1950-1967, το πλούσιο συγγραφικό έργο που εκπόνησε από το έτος εκλογής του ως καθηγητή στο Αριστοτέλειο, ο «Κύκλος Ευστάθιος», με μέλη φοιτητές του και νέους πτυχιούχους, η ίδρυση του Μεσαιωνικού Λεξικού του κ.ά. Ακολουθεί η «Δικτατορία (1968-1974)». Η απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο είχε αποτέλεσμα να αφοσιωθεί πλήρως στη σύνταξη του Λεξικού του, και με την έννοια αυτή, λέει ο ίδιος, με τη λεπτή αίσθηση του χιούμορ που τον διακρίνει, ότι«η δικτατορία μού έκανε καλό».

    Εξόρμηση για τη γλώσσα
    Στο κεφάλαιο «Μεταπολίτευση (1974-2000)» βλέπουμε τον αγωνιστή Κριαρά να κάνει εξόρμηση για τη γλώσσα, να διαφωτίζει τον λαό με τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές του και την αρθρογραφία του στον Τύπο. Υπήρξε πρόεδρος μιας σειράς επιτροπών: για την καθιέρωση της δημοτικής και στη νομική πράξη, για τη μεταγλώττιση του Συντάγματος του 1985 στη δημοτική και για την καθιέρωση του μονοτονικού (1982). Συνέχισε την έκδοση του Μεσαιωνικού Λεξικού και συνέταξε το περίφημο Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας, γραπτής και προφορικής(1995), με το οποίο εγκαινιάζεται η σύγχρονη λεξικογραφία στην Ελλάδα. Η περίοδος αυτή λήγει με τον θάνατο της αγαπημένης του συζύγου Τιτίκας Στριφτού, καθηγήτριας Πανεπιστημίου, σπουδαίας παιδαγωγού και ψυχολόγου, την Πρωτομαγιά του 2000, αφήνοντάς του«το βάρος μιας ασφυκτικής ψυχικής κατάστασης». Μετά την αποδημία της έπονται τα «Χρόνια επιβίωσης (2001 και εξής)». Ακολουθεί πλήθος τιμητικών εκδηλώσεων, τις οποίες θεωρεί«υπέρμετρες»και τις αποδίδει με αυτοσαρκασμό στο γεγονός ότι ζει ακόμη. Επιδίδεται στην έκδοση των επιστολών του με σημαντικές προσωπικότητες. Το βιβλίο κλείνει με τα «Ακροτελεύτια», όπου αναπολεί το Λεξικό του και την πορεία του, μνημονεύει φίλους του (καμαρώνει, λ.χ., για τη στενή φιλία που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια με τον γενικό γραμματέα της Ακαδημίας Αθηνών Νίκο Ματσανιώτη) και αφήνει υποθήκες για το μέλλον, καταλήγοντας στην πικρή διαπίστωση:«Καταστρέψαμε το περιβάλλον. Η φύση μάς εκδικείται».

    Κορυφαίος δημοτικιστής
    Ο Εμμανουήλ Κριαράς, κορυφαίος δημοτικιστής, άξιος συνεχιστής του έργου του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, αποτελεί, χωρίς υπερβολή, ζωντανό θρύλο. Είναι χαλκέντερος ερευνητής, παθιασμένος μ΄ αυτό που κάνει. Πριν από λίγο καιρό μού έλεγε:«Δεν φοβήθηκα ποτέ τη δουλειά. Η δουλειά με φοβήθηκε». Τη ζωή την αισθάνεται ως «τραγικό βίωμα.Δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει».Η εξιστόρηση του βίου του φέρνει στην επιφάνεια ένα μεγάλο μέρος της πνευματικής και πολιτικής ζωής της Ελλάδας του εικοστού αιώνα. Περίπου 1.000 ονόματα περνούν μέσα από το εκπληκτικό αυτό βιβλίο που θα άξιζε να γίνει κινηματογραφική ταινία. Ανάμεσά τους μεγάλοι επιστήμονες, Ελληνες και ξένοι, κορυφαίοι λογοτέχνες, άνθρωποι των τεχνών, προσωπικότητες του πολιτικού βίου, με τους περισσότερους από τους οποίους είχε φιλία και συνεργασία. Δεν είναι λίγο πράγμα να περνάς μια ολόκληρη βραδιά συνομιλώντας στη Θεσσαλονίκη με τον Αλμπέρ Καμύ, για να αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα.

    Το βιβλίο αυτό αποπνέει την ευωδιά και έχει τη γλυκύτητα του ώριμου φρούτου. Είναι καρπός φιλοσοφημένης παιδείας και βαθύτατης περισυλλογής. Σε κάνει να χαίρεσαι για τα απίστευτα όρια αντοχής του ανθρώπου και να θαυμάζεις τα επιτεύγματα μιας τέτοιας προσωπικότητας, αλλά και να μελαγχολείς για την ανθρώπινη μικρότητα. Και με το έργο αυτό ο Εμμανουήλ Κριαράς, άξιος Διδάσκαλος του γένους, δίνει μαθήματα ποιότητας, ήθους και ανθρωπιάς.

    Ο κ. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    Βιβλία