• Αναζήτηση
  • ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣΑξιολόγηση και ποιότητα Εκπαίδευσης

    Μιλώντας κατά καιρούς με σχεδιαστές- μελετητές εκπαιδευτικών συστημάτων ξένων, προηγμένων εκπαιδευτικά, χωρών (με Αγγλους, Γερμανούς, Φινλανδούς, Γάλλους, Αυστραλούς κ.ά.), μία έννοια ερχόταν αδιάλειπτα στο προσκήνιο: η αξιολόγηση. Σε όλες τις συζητήσεις έβγαινε ότι αν το ζητούμενο σε κάθε εκπαιδευτικό σύστημα, στην Παιδεία γενικότερα, είναι η ποιότητα, τότε χρειάζεται κι ένα σύνολο διαδικασιών διασφάλισης τής ποιότητας, δηλ. διαδικασίες αξιολόγησης- αποτίμησης τής αποτελεσματικότητας όσων έχουν θεσπισθεί να παρέχονται στη σχολική μόρφωση όλων των μαθητών μιας χώρας.

    Αναζητώντας τη βαθμολογία στον πίνακα με τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων

    Μιλώντας κατά καιρούς με σχεδιαστές- μελετητές εκπαιδευτικών συστημάτων ξένων, προηγμένων εκπαιδευτικά, χωρών (με Αγγλους, Γερμανούς, Φινλανδούς, Γάλλους, Αυστραλούς κ.ά.), μία έννοια ερχόταν αδιάλειπτα στο προσκήνιο: η αξιολόγηση. Σε όλες τις συζητήσεις έβγαινε ότι αν το ζητούμενο σε κάθε εκπαιδευτικό σύστημα, στην Παιδεία γενικότερα, είναι η ποιότητα, τότε χρειάζεται κι ένα σύνολο διαδικασιών διασφάλισης τής ποιότητας, δηλ. διαδικασίες αξιολόγησης- αποτίμησης τής αποτελεσματικότητας όσων έχουν θεσπισθεί να παρέχονται στη σχολική μόρφωση όλων των μαθητών μιας χώρας. Χρειάζεται μια συνεχής κρατική μέριμνα για το τι προσφέρει ένα σύστημα, πώς το δίνει και ποιοι το πραγματώνουν. Μια συνεχής ενασχόληση με το περιεχόμενο τής Εκπαίδευσης, τους τρόπουςπαροχής του και το ανθρώπινο δυναμικό που το «ενσαρκώνει» ως παροχείς (δάσκαλοι) και αποδέκτες (μαθητές).

    Στη χώρα μας διαπιστώνουμε ότι ένας τέτοιος μηχανισμός διασφάλισης τής ποιότητας (ο όρος αυτός δηλώνει καλύτερα το ζητούμενο) λείπει σε σχέση με το σχολικό μας σύστημα εκπαίδευσης, ενώ μόλις πρόσφατα θεσμοθετήθηκε και λειτουργεί για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πανεπιστήμια και ΤΕΙ). Με άλλα λόγια, αφού δεν έχουμε ένα παγιωμένο και λειτουργούν σύστημα αξιολόγησης, δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι τοελληνικό σχολείο πορεύεται ακόμη με αυτόματο πιλότο! Δεν ξέρουμε δηλ. τεκμηριωμένα με πλήρη και ανανεούμενα ερευνητικά δεδομένα αν οι μορφωτικοί στόχοι που έχει θέσει η Παιδεία μας, αυτοί που εξειδικεύονται διά των αναλυτικών προγραμμάτων ως περιεχόμενο και ύλη διδασκαλίας, που περνούν μέσα από τα βιβλία (μαθητή και δασκάλου), που επιδιώκονται, εν πάση περιπτώσει, σε κάθε βαθμίδα τής εκπαίδευσής μας, αν αυτοί οι στόχοι επιτυγχάνονται κι αν όχι γιατί δεν επιτυγχάνονται και κυρίως τι παρεμβάσεις γίνονται για να επιτευχθούν.

    Φταίνε οι ίδιοι οι στόχοι; Φταίει το περιεχόμενο (ο τρόπος που εξειδικεύονται οι στόχοι) στη διάρθρωση και στην ποσότητα που δίνεται (όγκοι πληροφοριών); Φταίει ο τρόπος διδασκαλίας που δεν καλλιεργεί την αυτενέργεια και τη συνεργασία των μαθητών στην αναζήτηση τής γνώσης από πολλαπλές πηγές και αρκείται στη μηχανιστική αναπαραγωγή πληροφοριών με αποστήθιση από το ένα και μοναδικό βιβλίο; Φταίει ότι οι δάσκαλοι, οι εκπαιδευτικοί μας, δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι για το έργο που επιτελούν, ότι δεν καταρτίζονται σωστά ούτε επιμορφώνονται συστηματικά, χωρίς να λείπουν κι αυτοί που αδιαφορούν ή, για κάποιο λόγο, είναι ανεπαρκείς για ένα τόσο λεπτό και σύνθετο και απαιτητικό πνευματικό και ψυχολογικό έργο που είναι από τη φύση της η Παιδεία; Φταίει η κοινωνία μας, εμείς οι γονείς, που περνάμε από νωρίς στα παιδιά μας το δικό μας άγχος για επιτυχία στις Πανελλαδικές Εξετάσεις, ώστε να φοιτήσει το παιδί μας σε Πανεπιστήμιο και να πάρει ένα «χαρτί»; (Αλήθεια πόσος αγώνας γίνεται για να μπει κανείς στο Πανεπιστήμιο και πόσο υποτιμημένη γλωσσικά είναι η έννοια για την επιβεβαίωση αυτής τής φοίτησης για το πτυχίο. Ενα χαρτί!..)

    «Τις πταίει», λοιπόν, για την κακοδαιμονία τού εκπαιδευτικού μας συστήματος και πώς σε σταθερή βάση διορθώνονται οι αδυναμίες του και αξιοποιούνται τα θετικά του στοιχεία; Η απάντηση σ΄ αυτό το καίριο ερώτημα είναι μία: μ΄ ένα καλό σύστημα διασφάλισης τής ποιότητας, με μια συνεχή αξιόπιστη αξιολόγηση από κατάλληλο, επαρκή επιστημονικά και κοινωνικά αξιόπιστο, ανεξάρτητο φορέα. Και με δεύτερη- αυτονόητη όσο και δεσμευτική- προϋπόθεση: ότι το Υπουργείο Παιδείας διαμορφώνει και διορθώνει την εκπαιδευτική του πολιτική και τον εκπαιδευτικό του σχεδιασμό με βάση τα πορίσματα αξιολόγησης τού εκπαιδευτικού συστήματος. Δεν φτάνει δηλ. να γίνεται αξιολόγηση- αν γίνει..!- αλλά προέχει να αναδιαμορφώνεται και να βελτιώνεται εν συνεχεία και συνεχώς το σύστημα σε όλες τις πλευρές του (ως σύστημα, ως έργο, ως σχολείο, ως εκπαιδευτικό και μαθητικό δυναμικό). Σ΄ εμάς λείπουν και το πρώτο και το δεύτερο στάδιο: και η αξιολόγηση και οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις που υπαγορεύει η αξιολόγηση.

    Καλά, θ΄ ακουστεί ο αντίλογος, δεν ξέρουμε τι γίνεται με το εκπαιδευτικό μας σύστημα; Με τα προγράμματα, τα βιβλία, τη λειτουργία των σχολείων μας, με τους δασκάλους, με τους μαθητές μας; Ο,τι ξέρουμε το ξέρουμε περισσότερο εμπειρικά, στην καλύτερη περίπτωση από κάποιες (ελάχιστες) έρευνες, ξεχασμένες στα συρτάρια κάποιων φορέων ή και από κάποια άγνωστα σε ευρύτερο επίπεδο δημοσιεύματα. Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο το γνωρίζει και από τις υποχρεωτικές εκθέσεις των Σχολικών Συμβούλων, που κι αυτές δεν αξιοποιούνται ούτε άλλωστε συντάσσονται ως προϊόν συστηματικής αξιολόγησης.

    Και μια διάχυτη παρεξήγηση συνδυασμένη και με μια παρωχημένη αντίληψη. Στη συνείδηση τού κόσμου κυριαρχεί η άποψη ότι αξιολόγηση σημαίνει να κρίνουμε τους εκπαιδευτικούς αν κάνουν καλά τη δουλειά τους και να λάβουμε αυστηρά μέτρα (τιμωρητικά…) για όσους υστερούν. Απ΄ όσα εκθέσαμε είναι φανερό ότι η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών- αναγκαία και ουσιαστική- είναι μία μόνο από τις πλευρές τού συστήματος. Εκείνο που προέχει και επισημαίνεται από όλους τους ειδικούς είναι η αξιολόγηση και συνεχής διόρθωση και βελτίωση τού εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο καλούνται να πραγματώσουν οι εκπαιδευτικοί. Αν ξεκαθαρίσεις τι επιδιώκεις με το εκπαιδευτικό σου σύστημα και πόσο καλά έχεις οργανώσει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητά του, τότε, ως μία πάντοτε παράμετρο, θα αξιολογήσεις και θα βελτιώσεις και τον δάσκαλο. Κι από την άλλη μεριά δεν μπορεί να είναι συντεχνιακό αίτημα «η μη αξιολόγηση», που και ως αντίληψη προκαλεί και ως διεκδίκηση δεν πείθει. Αλλά πρέπει να είναι «η αξιολόγηση υπό όρους»: ότι γίνεται επιστημονικά και αδιάβλητα, ότι περιέχει δικλίδες ασφαλείας και κυρίως ότι δεν θα φορτώνεται ο εκπαιδευτικός όλες τις ελλείψεις τού σχολείου και τις αδυναμίες τού εκπαιδευτικού συστήματος (κακή οργάνωση τού συστήματος, έλλειψη υλικοτεχνικών υποδομών, έντονη μαθητική ανομοιογένεια, ανυπαρξία επιμόρφωσης, έλλειψη υποστήριξης τού διδακτικού έργου κ.λπ.).

    Απ΄ όσα είπαμε προκύπτει η ανάγκη καθιέρωσης ενός κρατικού ανεξάρτητου (για να είναι ανεπηρέαστο) αξιολογικού φορέα, στελεχωμένου με ειδικούς τής παιδαγωγικής επιστήμης, ειδικευμένους στην αξιολόγηση, από τον πανεπιστημιακό χώρο και τη μαχομένη Εκπαίδευση, που θα αναλάβει την αξιολόγηση τού εκπαιδευτικού συστήματος και όλων των παραγόντων που το συνιστούν. Ενώ παράλληλα χρειάζονται μια ευαισθητοποιημένη Πολιτεία που θα παρεμβαίνει στο σύστημα για να το βελτιώνει ή και να το αναθεωρεί και μια Κοινωνία που θα απαιτεί σθεναρά τη βελτίωση τού σχολικού συστήματος τής Εκπαίδευσης για όλους και θα αξιολογεί κι εκείνους που κυβερνούν τη χώρα και αποφασίζουν για το εκπαιδευτικό σύστημα.

    Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

    Γνώμες