• Αναζήτηση
  • Το «γιαπί» της Κέκροπος

    Καλοί οι μακροχρόνιοι σχεδιασμοί. Υπάρχει όμως και η «μικρή» καθημερινή ζωή, που μπορεί άμεσα να βελτιωθεί με «μικρές» παρεμβάσεις. Μια τέτοια παρέμβαση- απλή σαν το αβγό του Κολόμβου- μπορεί να γίνει για να απαλλαγούν τα Αναφιώτικα, η λιλιπούτεια συνοικία της Πλάκας στη σκιά της Ακρόπολης, από ένα ανάθεμα: το... «πολιτιστικό γιαπί», όπως σαρκαστικά τα αποκαλούν οι κάτοικοι. Δεν έχετε δει το «πολιτιστικό γιαπί»; Α, χάνετε! Είναι ένα άθλιο τσιμεντένιο κέλυφος επί της οδού Κέκροπος.

    Το «γιαπί»  της Κέκροπος | tovima.gr

    Καλοί οι μακροχρόνιοι σχεδιασμοί. Υπάρχει όμως και η «μικρή» καθημερινή ζωή, που μπορεί άμεσα να βελτιωθεί με «μικρές» παρεμβάσεις.

    Μια τέτοια παρέμβαση- απλή σαν το αβγό του Κολόμβου- μπορεί να γίνει για να απαλλαγούν τα Αναφιώτικα, η λιλιπούτεια συνοικία της Πλάκας στη σκιά της Ακρόπολης, από ένα ανάθεμα: το… «πολιτιστικό γιαπί», όπως σαρκαστικά τα αποκαλούν οι κάτοικοι.

    Δεν έχετε δει το «πολιτιστικό γιαπί»; Α, χάνετε! Είναι ένα άθλιο τσιμεντένιο κέλυφος επί της οδού Κέκροπος. Πώς και πότε φύτρωσε εκεί; Το 1997 κάποιοι διεστραμμένοι εγκέφαλοι του υπουργείου Πολιτισμού αποφάσισαν να χτίσουν ανάμεσα στα ταπεινά σπιτάκια ένα μεγαθήριο (για τα μέτρα του συνοικισμού) το οποίο θα στέγαζε, είπαν, κάποιες θολές υπηρεσίες του υπουργείου.

    Λόγω υπέρβασης ύψους η Πολεοδομία σταμάτησε την οικοδομή.

    Σήμερα, δέκα χρόνια μετά, αυτό το έκτρωμα στέκει ακόμη όρθιο. Συμβολίζει μια επηρμένη εξουσία- ανεξαρτήτως κυβερνητικών «χρωμάτων»- η οποία οραματίζεται ξεδιάντροπα να μετατρέψει σε κέλυφος κενό κοινωνικής ζωής (με υπηρεσίες υπουργείων, χώρους εκδηλώσεων, τουριστικά καταλύματα κτλ.) τα λίγες δεκάδες σπιτάκια που πρωτοέχτισαν γύρω στα 1860 οικοδόμοι, εσωτερικοί μετανάστες από την Ανάφη.

    Δεν ξέρω πόσο αποφασισμένος είναι ο νέος υπουργός Πολιτισμού κ. Μιχάλης Λιάπης για «μεγάλες τομές» στον χώρο του πολιτισμού. Αυτό θα φανεί. Ξέρω όμως ότι για να ισοπεδωθεί το «πολιτιστικό γιαπί» αρκούν μια σαφής εντολή, πέντε- έξι εργάτες, μια… μπουλντόζα και ένα φορτηγό για τα μπάζα!

    Ας κάνει λοιπόν τον κόπο να συνεννοηθεί με τους συναρμοδίους (ΥΠΕΧΩΔΕ, Δήμος Αθηναίων κ.ά.) και ας δώσει την εντολή, δίνοντας επιτέλους ένα δείγμα γραφής διαφορετικό από τους προκατόχους του.

    Κι επειδή το να ονειρεύεται κανείς είναι δωρεάν και…αφορολόγητο, κάνω μία πρόταση: στη θέση αυτού του αισθητικά τιποτένιου τσιμεντένιου σκελετού να διαμορφωθεί μια μικρή πλατεία. Να ονομαστεί «Πλατεία Αναφιωτών Μαστόρων», τιμώντας τους επώνυμους και ανώνυμους οικοδόμους, μαρμαράδες και «πελεκάνους» (τεχνίτες που πελεκούσαν τις πέτρες, για τους νεότερους…) που κατέλαβαν τον αρχαιολογικό χώρο και άρχισαν να χτίζουν παράνομα, κυριολεκτικά νύχτα, τα Αναφιώτικα, εξυπηρετώντας προσωρινές οικιστικές ανάγκες.

    Το έκαναν από ανάγκη, αλλά όχι χυδαία. Εβαλαν μεράκι, γνώση και τις πρακτικές λύσεις της σοφής λαϊκής αρχιτεκτονικής που έφεραν από το νησί τους.

    Μια μικρή πλατεία θα προσφέρει ανάσα στους σημερινούς κατοίκους και επισκέπτες, επανορθώνοντας και την αθλιότητα του 1997.

    Βέβαια, τα προβλήματα του αναπάντεχα ορεινού νησιώτικου χωριού της Αθήνας είναι χρόνια. Και δυστυχώς παραμένουν άλυτα, με «πρώτο και χειρότερο» το ιδιοκτησιακό καθεστώς των σπιτιών. Είναι καιρός να δρομολογηθεί και η λύση τους.

    Μια ιδέα της μακαρίτισσας Μελίνας Μερκούρη ήταν να παραχωρηθούν τα απαλλοτριωμένα σπίτια με μακροχρόνια συμβόλαια σε ιδιώτες που θα τα ανασκεύαζαν κατά τρόπο εγκεκριμένο από το υπουργείο, με δαπάνες που θα συμψηφίζονταν με τα ενοίκια. Ας μπει κι αυτή στο τραπέζι. Οι μόνιμοι κάτοικοι όλο και λιγοστεύουν. Το έτος 2000 η κοινωνική ανθρωπολόγος Ρωξάνη Λ. Καυταντζόγλου στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της «Στη Σκιά του Ιερού Βράχου- τόπος και μνήμη στα Αναφιώτικα» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) μέτρησε μόλις 45 άτομα- σήμερα είναι γύρω στα 30, με ελάχιστα παιδιά.

    Τα Αναφιώτικα επέζησαν, εντάχθηκαν στην πόλη και η «ανάρμοστη γειτνίασή τους» με την Ακρόπολη ξεχάστηκε. Το 1977 γκρεμίστηκαν περίπου 20 σπιτάκια, τα πιο κολλημένα στον Ιερό Βράχο, και αναβίωσε περίπου ο Αρχαίος Περίπατος, το δρομάκι που οδηγούσε στα λατρευτικά σπήλαια της περιοχής. Απομένει στη μνήμη των ζωντανών η συγκίνηση των παλαιών κατοίκων: «Ο πατέρας μου αγόρασε αυτό το σπίτι το 1918 (…),η Αθήνα όλη τού φάνηκε σαν θάλασσα (…) έκατσε ο πατέρας στο παράθυρο και του φάνηκε σα ν΄ αρμένιζε και είπε “αυτό το σπίτι θα το αγοράσω”» καταγράφει σε μια μαρτυρία η κυρία Καυταντζόγλου.

    Αλλά παρασυρθήκαμε. Ας επιστρέψουμε στην προτροπή προς τον κ. Λιάπη για το «πολιτιστικό γιαπί».

    Γκρεμίστε το τώρα! galaman@dolnet.gr

    Γνώμες