• Αναζήτηση
  • Ο Μαρξ στη Ρηγίλλης;

    Ο Μαρξ στη Ρηγίλλης; Π. ΝΟΥΤΣΟΣ Για μια ορισμένη περίοδο η διαφορά ανάμεσα στο «μαρξικό» και στο «μαρξιστικό» δεν ήταν αυτονόητη. Από την άλλη πλευρά σήμερα το ζήτημα της επανεκτίμησης του «μαρξισμού» υπερβαίνει κατά πολύ ένα τυπικό παράδειγμα εφαρμογής των θεωρημάτων της «πρόσληψης» στο πεδίο των κοινωνικών και των πολιτικών ιδεών. Λόγου χάριν θα φάνταζε αφελές το ερώτημα για μια παρόμοια επανερμηνεία

    Για μια ορισμένη περίοδο η διαφορά ανάμεσα στο «μαρξικό» και στο «μαρξιστικό» δεν ήταν αυτονόητη. Από την άλλη πλευρά σήμερα το ζήτημα της επανεκτίμησης του «μαρξισμού» υπερβαίνει κατά πολύ ένα τυπικό παράδειγμα εφαρμογής των θεωρημάτων της «πρόσληψης» στο πεδίο των κοινωνικών και των πολιτικών ιδεών. Λόγου χάριν θα φάνταζε αφελές το ερώτημα για μια παρόμοια επανερμηνεία αξιολογικής υφής του αριστοτελισμού, του καντιανισμού, του χεγκελιανισμού ή ακόμη του νιτσεϊσμού, μολονότι δεν εκλείπουν τα επιστημονικά συνέδρια ή οι συλλογικοί τόμοι για τη μελέτη του έργου των Αριστοτέλη, Kant, Hegel και Nietzsche. Ως προς το θέμα μας, μετά την αποσάθρωση των καθεστώτων που ονομάστηκαν «υπαρκτός σοσιαλισμός», εμφανίστηκαν εγχειρήματα με τίτλο: «Ο Marx μετά τον μαρξισμό» ή απόπειρες εξορκισμού των «φαντασμάτων» του. Πριν από οτιδήποτε επιβάλλεται ωστόσο να αποτυπωθεί, έστω και συνοπτικά, η σταδιοδρομία του «μαρξισμού», από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης ως τη σκηνοθεσία καταχώρισης της όποιας τελευτής του.


    Συχνά υπενθυμίζεται η αποστροφή του Marx: «Tout ce que je sais, c’ est que je ne suis pas Marxiste», όπως την κατέγραψε ο Engels (1882), υπογραμμίζοντας την απροθυμία του πρώτου να συναινέσει στον αγοραίο «μαρξισμό» γάλλων οπαδών του. Τούτο δεν υπονοούσε την κάμψη του ενδιαφέροντός του για τη «Διεθνή Οργάνωση των Εργατών», την οποία ήλεγχε η «secte marxienne», κατά τον εισηγητή αυτού του όρου και πολέμιο του Marx στους κόλπους της, Μπακούνιν (1872). Σήμαινε κυρίως την αναγκαία απόσταση από τις εύκολες παραποιήσεις των αντιλήψεών του. Επιπλέον για τη Γερμανία, όπου ο Eugen Dόhring είχε αξιοσημείωτη επιρροή στο αρτισύστατο Sozialdemokratische Arbeiterpartei (Eisenach 1869), ο Engels έκρινε απολύτως χρήσιμη την ανασκευή των θέσεών του με μια «εγκυκλοπαιδική επισκόπηση» των μαρξικών επεξεργασιών για τα «φιλοσοφικά, φυσικοεπιστημονικά και ιστορικά προβλήματα». Ή με μια «εισαγωγή στον επιστημονικό σοσιαλισμό», όπως σημείωνε ο ίδιος ο Marx στη γαλλική έκδοση του Socialisme utopique et socialisme scientifique, που προέκυψε από το ξαναδούλεμα μέρους του Herrn Eugen Dόhrings Umwlzung der Wissenschaft (1880).


    Το βιβλίο τούτο, με την έγκριση μάλιστα και τη συμβολή του Marx στην ολοκλήρωσή του, διαιρείται σε τρία τμήματα: «Φιλοσοφία», «Πολιτική Οικονομία», «Σοσιαλισμός», επειδή ο Engels στην πολεμική του εναντίον του «νέου φιλοσοφικού συστήματος», που είχε εμφανισθεί σε τρεις ομότιτλους τόμους, αναγκάζεται να «ακολουθήσει τον Dόhring σε εκείνο το ευρύ πεδίο, όπου πραγματεύεται όλα τα συναφή θέματα και κάποια άλλα ακόμη». Ο ίδιος πάντως δεν αγνοεί ότι συμμορφώνεται προς την τακτική του αντιπάλου του και δεν αποσιωπά τον κίνδυνο η σύνθεσή του, με την «εσωτερική της συνοχή», να εκληφθεί «σαν ένα άλλο σύστημα». Ομως από την πολυμεταφρασμένη μπροσούρα Socialisme utopique o «επιστημονικός σοσιαλισμός», με όλες τις συνδηλώσεις που έφερε ο όρος «επιστήμη» κατά τον 19ο αιώνα, εκλαϊκεύεται ως υπέρβαση του «ουτοπικού σοσιαλισμού», δηλαδή της «ανώριμης» ακόμη κοινωνικής θεωρίας που αντιστοιχούσε στην «ανωριμότητα» επίσης των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής και στη συνεπακόλουθη σπανιότητα των ταξικών αγώνων. Ως θεωρητική έκφραση του προλεταριακού κινήματος» ο «επιστημονικός σοσιαλισμός» προκύπτει πια από το «πραγματικό έδαφος», δηλαδή από τη συγκεκριμένη πάλη του προλεταριάτου με την αστική τάξη και συνοψίζεται στην «υλιστική θεώρηση της Ιστορίας» και στη θεωρία της «υπεραξίας», που αποκαλύπτει το «μυστικό» της καπιταλιστικής παραγωγής.


    Αυτά και πολλά άλλα μας θύμισε το θεατρικό έργο του Howard Zinn: Ο Μαρξ στο Σόχο, με τον απαράμιλλο Αγγελο Αντωνόπουλο μόνον επί της σκηνής και με τη διακριτική σκηνοθεσία της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου. Ακριβώς να ευχαριστεί το κοινό που επέτρεψε αυτήν τη «Δευτέρα παρουσία» του: «Δεν σας έπεισαν όλοι αυτοί οι ηλίθιοι που έλεγαν: «Ο Μαρξ είναι νεκρός». Ε, είμαι… και δεν είμαι. Είναι θέμα διαλεκτικής». Μάλιστα, μέσα από τον «καθημερινό» Μαρξ διαχέεται η βεβαιότητα ότι «υπάρχει ακόμη μία δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα» και επαναλαμβάνεται η διευκρίνιση ότι «ριζοσπάστης» σημαίνει ότι «ασχολείσαι με τη ρίζα ενός προβλήματος. Και η ρίζα είμαστε εμείς».


    Οι αναφορές του έργου στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, δηλαδή στις δυσκολίες να μεταφρασθεί στα αγγλικά, καθώς και στον τρόπο που το αντιμετώπισε η κριτική, μας ωθεί να συσχετίσουμε την παράσταση με την άλλη «παράσταση» που σκιαγραφεί η συνέντευξη του Πρωθυπουργού για τα διαβάσματά του. Εστω εκείνα της «φοιτητικής του εποχής», στα οποία συγκαταλέγεται η «δοκιμασία» να διαβάσει «ολόκληρο» το Κεφάλαιο. Τι συγκράτησε από αυτήν τη μελέτη; Η «Ιστορία» έδειξε πως «έκανε λάθος ως προς το κανονιστικό, τουλάχιστον, κομμάτι της θεωρίας του». Απλώς πρόκειται για «απαραίτητο ανάγνωσμα για όλους», δηλαδή για όσους «βλέπουν τον άνθρωπο στο κέντρο της πολιτικής δράσης».


    Αν κρίνουμε από το σύνολο των μέτρων που έλαβε η Νέα Δημοκρατία κατά την πρώτη διετία διακυβέρνησης της χώρας, ο Zinn θα πρέπει να επαναφέρει τον Marx στον αυλόγυρο της Ρηγίλλης και του Μεγάρου Μαξίμου. Δηλαδή από το Σόχο της Νέας Υόρκης να εγκατασταθεί κοντά μας, ανάμεσα στους «φιλανθρώπους» και στους απλούς ανθρώπους, υπενθυμίζοντας στους τελευταίους: «Πρέπει να κινηθείτε, πρέπει να δράσετε!»…


    Ο κ. Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

    Γνώμες