• Αναζήτηση
  • Ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον Αλέξανδρο

    Ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον Αλέξανδρο Δύο ήταν τα πάθη του: Ο μακεδόνας βασιλιάς και η Πρωσία. Εγραψε μια ιστορία του πρώτου για να δώσει ένα παράδειγμα ηγεσίας στη δεύτερη. Διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Γιόχαν Γκούσταβ Ντρόιζεν οι Γερμανοί αναθεωρούν τη βιογραφία του εθνικού ιστορικού τους ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ Εχουν και οι Γερμανοί τους εθνικούς ιστορικούς τους. Και τιμούν δεόντως τη μνήμη τους.

    Εχουν και οι Γερμανοί τους εθνικούς ιστορικούς τους. Και τιμούν δεόντως τη μνήμη τους. Χωρίς όμως το δεόντως να εκτρέπεται στο υπέρμετρο, χωρίς να γίνεται εκκωφαντικό. Παραμένει στα όρια του λελογισμένου και χαλιναγωγείται από τη στοχαστική απόσταση και την κριτική αντιπαράθεση. Η εθνική ιστοριογραφία, επειδή χρησιμοποιεί την επιστήμη για να εξυπηρετήσει στόχους όχι καθαρά επιστημονικούς, είναι προδιαγεγραμμένο ότι υπονομεύει η ίδια τη μακροβιότητα των πορισμάτων της. Αυτό συμβαίνει φέτος με τον μεγάλο γερμανό ιστορικό Γιόχαν Γκούσταβ Ντρόιζεν (1808-1884) με αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννησή του και τα σχετικά βιβλία που άρχισαν να κυκλοφορούν. Δύο υπήρξαν τα μεγάλα πάθη του Ντρόιζεν: ο Μέγας Αλέξανδρος και η Πρωσία. Το έργο του έπαιξε τεράστιο ρόλο κατά τον 19ο αιώνα, όταν τα γερμανικά κρατίδια μετά τους απελευθερωτικούς αγώνες από τη ναπολεόντεια κατοχή όδευαν δολιχοδρομώντας προς την ενότητα, προς τη σύσταση του Β’ Ράιχ το 1871. Ηταν ένα έργο από την αρχή ως το τέλος ταγμένο στην υπηρεσία αυτής της γερμανικής ενοποίησης. Γι’ αυτό και η σημερινή αποτίμησή του δείχνει πόσο ισχνό υπήρξε το πραγματικό επιστημονικό του υπόβαθρο. Το στράγγισμα δύο αιώνων δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος του ήταν φύρα. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η νέα βιογραφία του Ντρόιζεν που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Μια ζωή ανάμεσα στην επιστήμη και την πολιτική» και φέρει την υπογραφή του καθηγητή Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου Βίλφριντ Νίπελ.


    Το παγκόσμιο πνεύμα


    Ο Ντρόιζεν γεννήθηκε στο Τρέπτο της Πομερανίας και ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός ιερέας. Η φτωχή και πολύτεκνη οικογένεια έζησε από κοντά τους απελευθερωτικούς αγώνες, κυριολεκτικά ανάμεσα στα μέτωπα των δυνάμεων του Ναπολέοντα και της Πρωσίας, ο παπάς διακρίθηκε για τα πατριωτικά κηρύγματα στους φαντάρους, η φαμίλια οργάνωνε συσσίτια για τους στρατευμένους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον πρέπει να φανταστούμε τη γέννηση των ιδανικών και της μονομανίας του μικρού Γιόχαν Γκούσταβ: επρόκειτο να αφιερώσει τη ζωή του στη γερμανική ενότητα υπό την ηγεσία του πρώσου ηγεμόνα, επρόκειτο να ανακαλύψει ή και να εφεύρει, με απαράμιλλη επιμέλεια και τα δύο, τις ιστορικές αποδείξεις για τον ιστορικό ρόλο που είχε επιφυλάξει «το παγκόσμιο πνεύμα» στην Πρωσία. Στις αρχές του 19ου αιώνα στη Γερμανία οι κλασικές σπουδές ήταν ο ευγενέστερος και δυσκολότερος στόχος για ένα φτωχόπαιδο. Ο Ντρόιζεν επιδόθηκε σε αυτές με πρωτοφανή ζήλο, ανακαλύπτοντας έτσι τη μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε ηλικία 25 μόλις ετών είχε να επιδείξει το πρώτο επιστημονικό του ανδραγάθημα: τη διατριβή του επί υφηγεσία με τίτλο «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου» (1833), που ολοκλήρωσε λίγα χρόνια αργότερα με τη δίτομη «Ιστορία της ελληνιστικής περιόδου» (1836, 1843).


    Ανώτερη θέληση


    Η επιστημονική κριτική της εποχής δεν ήταν ιδιαίτερα κολακευτική για το έργο αυτό του Ντρόιζεν. Ναι μεν αναγνώριζε τη δύναμη της γραφίδας του και την έμπνευση, διαπίστωνε όμως ελλείψεις και αυθαιρεσίες στη χρήση των πηγών. Η σχολή των «γραμματικών» υπό τον Γκότφριντ Χέρμαν στη Λειψία ενοχλούνταν από τα τολμηρά συμπεράσματα του Ντρόιζεν, τα οποία δεν προέκυπταν από τα ίδια τα αρχαία κείμενα, ενώ η «κριτική σχολή» των ιστορικών του Βερολίνου υπό τον επιφανή Λέοπολντ φον Ράνκε απέρριπτε το έργο επειδή σε αυτό δεν αναζητούνταν τα αντικειμενικά δεδομένα του αρχαίου κόσμου. Ο Ντρόιζεν ερέθιζε, αλλά άρεσε, με άλλα λόγια εκόμιζε με την εκδοχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου κάτι καινούργιο που ζητούσε η εποχή του στη Γερμανία. Επηρεασμένος από τον Εγελο, ο Ντρόιζεν έβλεπε στον μακεδόνα κατακτητή το όργανο μιας ανώτερης θέλησης, που θα δημιουργούσε τον μεγάλο ελληνιστικό κόσμο, προϋπόθεση στη συνέχεια για την εξάπλωση του χριστιανισμού. Σε ιδιωτική επιστολή εκείνης της περιόδου έγραφε: «Τάχθηκα υπέρ της ιστορικής προόδου και η μακεδονική μοναρχία συνιστούσε μια ανώτερη μορφή ελευθερίας σε σύγκριση με την αθηναϊκή δημοκρατία, η οποία την εποχή εκείνη είχε συρρικνωθεί σε μια σκιά, σε μια κενή φράση». Ο Ντρόιζεν δεν περιέγραφε απλά την αρχαία Μακεδονία και το πολίτευμά της, ενθουσιαζόταν από αυτήν. Με άλλα λόγια, έδινε στους συγχρόνους του το ιστορικό πρότυπο για την επελαύνουσα Πρωσία που επρόκειτο να σαρώσει τους οπαδούς του κατακερματισμού και να οδηγήσει όλους τους Γερμανούς σε ένα δαφνοστεφές μέλλον.


    Το γερμανικό μέλλον χτυπούσε κιόλας τις καμπάνες, όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 ο Ντρόιζεν είχε γίνει καθηγητής στο Κίελο. Ηταν η εποχή της διεκδίκησης του Σλέσβιχ-Χόλσταιν, που ανήκε στον δανικό θρόνο, ήταν η επερχόμενη επανάσταση του 1848 για τη γερμανική ενοποίηση. Ο Ντρόιζεν εγκατέλειψε την αρχαία ιστορία και ρίχτηκε πλέον απροκάλυπτα στην πολιτική, έγινε μέλος της Εθνοσυνέλευσης της Φραγκφούρτης εκπροσωπώντας το «δεξιό κέντρο», την παράταξη που προωθούσε μια «μικρή γερμανική λύση» υπό την ηγεσία της Πρωσίας, αλλά χωρίς την Αυστρία. Μετά την αποτυχία της επανάστασης ο Ντρόιζεν θα επιστρέψει στην ιστορική επιστήμη, ως καθηγητής πρώτα στην Ιένα και μετά στο Βερολίνο, στρεφόμενος πλέον στη νεότερη εποχή. Στην ουσία ωστόσο το θέμα του θα παραμείνει ένα και μοναδικό. Στη δεκατετράτομη «Ιστορία της Πρωσικής Πολιτικής» θα προσπαθήσει να αποδείξει ότι από τον 15ο αιώνα κιόλας, από τότε δηλαδή που στον θρόνο ανέβηκε ο οίκος των Χοεντσόλερν, η Πρωσία είχε μια ενιαία και αδιάσπαστη εξωτερική πολιτική που κατέτεινε στην ένωση του γερμανικού έθνους.


    Τι απομένει


    Τι απομένει σήμερα από το αχανές και περιπαθές έργο του εθνικού ιστορικού της Γερμανίας; Η «Ιστορία της Πρωσικής Πολιτικής» έχει ξεχαστεί προ πολλού. Ηταν έργο της εποχής της και απηχούσε κοινωνικά και πολιτικά αιτήματα μιας συγκεκριμένης περιόδου. Από καθαρά επιστημονική άποψη σήμερα προκαλεί θυμηδία. Και τι επέζησε από το αρχαιογνωστικό έργο του; Σύμφωνα με τον βιογράφο του Βίλφριντ Νίπελ, οι μεταφράσεις των τραγωδιών του Αισχύλου και των κωμωδιών του Αριστοφάνη με τις πολύτιμες ιστορικές εισαγωγές τους και η ανάδειξη της ελληνιστικής περιόδου σε αντικείμενο άξιο επιστημονικής ενασχόλησης. Οσο για την τρίτομη ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, αυτό που μένει μετά την επεξεργασμένη επανέκδοση του 1877/78 είναι το ρίγος της διήγησης και η έρευνα συγκεκριμένων επιμέρους θεμάτων. Πολύ λιγότερο στέκει σήμερα η όλη φιλοσοφία του έργου που θέλει τον Αλέξανδρο μεγαλειώδες όργανο στα χέρια μιας ανώτερης δύναμης. Και όμως: η τελευταία ελληνική μετάφραση του έργου «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου», που χρηματοδοτήθηκε από τράπεζες και μοιράστηκε δωρεάν σε αγυιές και τριόδους, υπερθεματίζει με το εμπύρετο πάθος της εισαγωγής για τον «Μεγαλέξαντρο» και τη γοργόνα ακόμα και αυτόν τον πρωσικό ενθουσιασμό του Ντρόιζεν. Σαν τα ιστορικά έργα να είναι για να αναριγήσουμε και όχι για να αντιληφθούμε.


    Ο κ. Σπύρος Μοσκόβου είναι διευθυντής του ελληνικού προγράμματος στην Deutsche Welle.

    Βιβλία