• Αναζήτηση
  • Οταν η παρελθούσα πραγματικότητα αναδύεται μέσα από την προοπτική ενός στερημένου παρόντος

    Μεταξύ παρατήρησης και μνήμης

    κριτική Μεταξύ παρατήρησης και μνήμης Οταν η παρελθούσα πραγματικότητα αναδύεται μέσα από την προοπτική ενός στερημένου παρόντος ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ Κατ'' αρχήν, να αποκαταστήσουμε μια αδικία, στην οποία ενεχόμαστε, αφού και εμείς λησμονήσαμε στα επίλεκτα του περασμένου έτους την τρίτη συλλογή διηγημάτων της Ν. Τρουλλινού, καίτοι εκδόθηκε, σύμφωνα τουλάχιστον με τον κολοφώνα του βιβλίου, Οκτώβριο 2006.

    ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

    Κατ’ αρχήν, να αποκαταστήσουμε μια αδικία, στην οποία ενεχόμαστε, αφού και εμείς λησμονήσαμε στα επίλεκτα του περασμένου έτους την τρίτη συλλογή διηγημάτων της Ν. Τρουλλινού, καίτοι εκδόθηκε, σύμφωνα τουλάχιστον με τον κολοφώνα του βιβλίου, Οκτώβριο 2006. Παρόμοιες παραλείψεις αποκτούν βαρύτητα, όταν πρόκειται για βιβλία που απουσιάζουν από τις βιτρίνες και τις ντάνες των μεγάλων βιβλιοπωλείων, εν γένει από το όλο και καλύτερα οργανωμένο σύστημα προώθησης αναγνωστικών προϊόντων. Να θυμίσουμε πως η Τρουλλινού έρχεται από την ελληνική επαρχία, κάποτε «γνήσια και ολοκάθαρη δροσοπηγή» για τη λογοτεχνία, σήμερα, όμως, οικτρά αποδυναμωμένη. Συγκεκριμένα, από την Κρήτη, προνομιούχο τόπο σήμερα πλείστων όσων μυθιστοριών αθηναίων συγγραφέων κρητικής καταγωγής, που επιστρέφουν στη γενέτειρα, συνδυάζοντας διακοπές και αναγνώριση σκηνικών χώρων. Για να φυσήξει, όμως, ο νοτιάς και να φουσκώσουν τα πανιά, απαιτείται διαφορετικό δέσιμο με τον τόπο.


    Μοναδικός κουταλοπαίκτης


    Το πρόσφατο βιβλίο τής Τρουλλινού είναι μια συλλογή δέκα διηγημάτων εκφραστικής οικονομίας και ποιητικής προσέγγισης. Διηγήματα, όχι αναγκαστικά και ιστορίες, όπου ένα διήγημα για να πλαστεί δεν έχει ανάγκη από μια ακεραία ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Αντίθετα, το λογοτεχνικό εγχείρημα κινδυνεύει να εξοκείλει, όταν ο συγγραφέας αγωνιά να δέσει την υπόθεση, όπως συμβαίνει σε ορισμένα πεζά και της Τρουλλινού. Για παράδειγμα, το σύντομο «Ο Γιάννης με τα κουτάλια», που περιγράφει τον Γιάννη, λειψό από γεννησιμιού του, να μεταμορφώνεται σε μοναδικό κουταλοπαίκτη.


    Φιδίσια ξετυλίγεται η σχετική μακρά περίοδος, δεκατρείς αράδες από τελεία σε τελεία, που σκιαγραφεί αριστουργηματικά τις κινήσεις και πέραν αυτών, τα αισθήματα, αποδεικνυόμενη εναργέστερη της σκηνής, που ζητά να συλλάβει. Οσο για την παράγραφο με την ιστορία του Γιάννη, ηθογραφικού χαρακτήρα, θα μπορούσε και να λείπει, αφού όλοι οι παρίες κάπως έτσι ξεφύτρωσαν.


    Στα διηγήματα υπάρχει διάχυτη μια αίσθηση ματαιότητας, που γίνεται εντονότερη όταν η παρελθούσα πραγματικότητα αναδύεται μέσα από την προοπτική ενός στερημένου παρόντος. Και πάλι, τα καλύτερα κομμάτια ενός διηγήματος συνίστανται στη ροή εντυπώσεων σε ελεύθερο πλάγιο λόγο ενός απροσδιόριστου υποκειμένου ή, μάλλον πλησιέστερα, κυλιόμενου, καθώς η συγγραφέας εναλλάσσεται με τους ήρωες, ανακατεύοντας παρατήρηση και μνήμη. Αντιπροσωπευτικό το «Ιάσων από την Κολχίδα», με μια συμβολαιογράφο, την Αννα, να έρχεται από την Κρήτη στην Αθήνα για κάποια εκλογική διαδικασία, όπου και συναντά τυχαία τον μεγάλο έρωτα των φοιτητικών χρόνων.


    Κατά τη δική μας ανάγνωση, το μυθοπλαστικό κρεσέντο ενός υιοθετημένου παιδιού, μετά το σακάτεμα τριών νεανικών εκτρώσεων, εκών άκων, λόγω εποχής και προτεραιοτήτων, του Ιάσονα από την Κολχίδα, πιθανώς να δένει την ιστορία, εξωραΐζοντας, μάλιστα, διά της μυθολογίας τις πρόσφατες πρακτικές υιοθεσίας αλλοδαπών, ωστόσο γέρνει επικίνδυνα το διήγημα προς τον μελοδραματισμό. Κατά τα άλλα, ένα τρυφερό διήγημα, έτσι όπως ξεκινά με τη νοσταλγική φαντασίωση μιας βόλτας στο κέντρο της Αθήνας και συνεχίζει με το ζευγάρι να πίνει καφέ, ανταλλάσσοντας τα τυπικά. Ξεπουπουλιασμένο αντικρίζει η γυναίκα το πρώην είδωλό της, και όμως νιώθει τον πόνο όπως συμβαίνει με όλα τα παλαιά τραύματα.


    Πλάγια αφηγηματική οπτική


    Εντελείς οι διηγήσεις που παραμένουν ελλειπτικές, χάρη και στην πλάγια αφηγηματική οπτική, όπως το «Βικέντιος», και αυτό για τον έρωτα μιας Αννας, ή το σουρεαλιστικό «Η Φαύστα στην Αλικαρνασσό», με έμπνευση από Μποστ και ψίχα, σκόρπιες αναμνήσεις, ερωτικές και συνάμα ηρωικές ή και ηρωοποιημένες με την πάροδο του χρόνου, από την κατάληψη της Νομικής, το 1973. Ακόμη εντελέστερες οι αποσπασματικές αφηγήσεις μιας μουντής σχεδόν μαύρης διάθεσης, όπως «Το μπαούλο» γύρω από τους μαστόρους και την τέχνη τους, προπαντός, το «Patchwork», όπου ο τίτλος κυριολεκτεί, αφού πρόκειται για τα μπαλώματα μιας ζωής επιδεξίως συρραμμένα, κλείνοντας το μάτι στον Βιζυηνό των μετρημένων διηγημάτων του και όχι τον άλλο, τον συμπτωματικό, του Δρομοκαϊτείου, με τον οποίο, κατά κανόνα, συνομιλούν οι νεότεροι συγγραφείς. Οσο για τα υπόλοιπα διηγήματα, άλλοι αναγνώστες μπορεί να τα προτιμήσουν ως συνεκτικότερα, με υπόθεση, ήρωες ως και ηθικό δίδαγμα. Ιδιαίτερα, το εναρκτήριο, «Καφενείο «Το Ρομάντζο»», όπου εξαίρεται η διαφορετικότητα και ο φορέας του AIDS αντλεί θάρρος από τους αλλοτινούς λεπρούς της Σπιναλόγκας.

    Βιβλία