• Αναζήτηση
  • Τηλεόραση και «καθημερινότητα»

    Τηλεόραση και «καθημερινότητα» * Εχουν επισημανθεί στοιχεία για τον τρόπο ένταξης της τηλεοπτικής βιομηχανίας στο «στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα», το οποίο μάλιστα «πείθει» Ινστιτούτα Γενετικής Συμπεριφοράς να αποφανθούν ότι οι συνθήκες τηλεθέασης είναι εγγεγραμμένες στα γονίδια Π. ΝΟΥΤΣΟΣ Στις οθόνες ο πρόεδρος Μπους σε προεκλογική ομιλία του. Ο μέσος Αμερικανός παρακολουθεί καθημερινά

    Η συζήτηση για τα «μέσα μαζικής επικοινωνίας», όπως την παρακολουθώ χρόνια τώρα, συχνά ευνοεί τη συμπτωματολογία, την ηθικολογία, τον καταγγελτικό λόγο, την αντιστροφή αιτίας και αποτελέσματος. Με συμπύκνωση αυτών των πρακτικών την εμμονή στην «παθολογία» του «μέσου» που καθίσταται τάχα (αυτο)σκοπός.


    H «ηλεκτρονική οικοαπασχόληση» περιλαμβάνει το σύνολο των μορφών επικοινωνίας την οποία εξασφαλίζουν τα οικεία πολυμέσα (τηλεόραση, ηλεκτρονικός υπολογιστής, ηλεκτρονικό βιβλίο και ταχυδρομείο, κινητό τηλέφωνο κτλ.), από τη διασκέδαση και την ενημέρωση ως την οικοδιδασκαλία. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες η διάδοση των μέσων μαζικής επικοινωνίας και πρώτιστα της τηλεόρασης, που εισχώρησε στα περισσότερα σπίτια και τα καφενεία της υπαίθρου, μορφοποίησε νέους κώδικες συμπεριφοράς, ισχυροποίησε στερεότυπα και καθόρισε στάσεις, με αναλώσιμα συμβολικά αγαθά που παράγονται στους κόλπους του υπάρχοντος καταναλωτικού καπιταλισμού. Σε κάθε περίπτωση ο τρόπος οργάνωσης του ιδιωτικού χώρου, στον οποίο συμπλέκεται περισσότερο «οργανικά» η καθημερινότητα των υποκειμένων με την «προφορικότητα» της πρακτικής τους, εξαρτάται από το «εθνικό» τηλεοπτικό εγχειρίδιο που εξελίσσεται σε ιδιόνομο μηχανισμό πολιτισμικής ηγεμονίας.


    * H ηλεκτρονική οικοαπασχόληση


    Αν ο έντυπος λόγος αξίωνε μια ετοιμότητα αφαίρεσης που ήταν εφικτή στο πλαίσιο της «λόγιας» παράδοσης, ο «πολιτισμός της εικόνας» όμως κατακτά με λιγότερες αντιστάσεις τους κατά τόπους φορείς της «μικρής» παράδοσης; Πώς σε απορροφά η ηλεκτρονική οικοαπασχόληση; Και πώς πολλαπλασιάζονται τα αντισώματα απέναντι στην «τηλεξουσία» που εγκαθιδρύεται «ανεπαισθήτως» μέσα μας ως κύριος μοχλός για την άσκηση της «πολιτικής της αγοραφοβίας»; Αν η «τηλεξουσία» εξελίσσεται σε κέντρο των αναστολών και των χειραγωγήσεων, το αντίδοτο βέβαια είναι δοκιμασμένο: η ενεργός δημοσιότητα ως «ψυχρολουσία».


    H καθημερινή τηλεθέαση φτάνει για τον «μέσο» Αμερικανό τις πέντε ώρες, όσες δηλαδή χρειάζεται για να «ψυχαγωγηθεί» κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους, και να επιστρέψει την άλλη μέρα στη δουλειά ξεκούραστος και ενημερωμένος. Εχουν επισημανθεί στοιχεία για τον τρόπο ένταξης της τηλεοπτικής βιομηχανίας στο «στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα», το οποίο μάλιστα «πείθει» Ινστιτούτα Γενετικής Συμπεριφοράς (όπως αυτό του University of Colorado) να αποφανθούν ότι οι συνθήκες τηλεθέασης είναι εγγεγραμμένες στα γονίδια. Παραλίγο να μας εμφυσήσουν και την ερωτική σχέση με το τηλεθέαμα, κατά την επιτέλεση της «Intentionality» του όντος, όταν δηλαδή η ενορμητική «intentio» αγκαλιάζει και διεγείρει το σύνολο των δυνάμεών του.


    * H αντίληψη του πραγματικού


    Πάντως βρίσκονται οι απανταχού της γης τηλεξουσιαστές σε έξαρση: χρησιμοποιείται κάμερα για να ταυτοποιείται η ίριδα των ματιών των φοιτητών/τριών όταν εξετάζονται ηλεκτρονικά. Ισως ακολουθήσει μια ανάλογη για το αν είναι δικά τους τα περιττώματα ή τα graffiti στα θρανία, τους διαδρόμους και τα αποχωρητήρια που διαθέτουν τα «συμβατικά» campus. Και τέλος τέλος αν είναι οι ίδιοι που διαμαρτύρονται για τους χωροδεσπότες αλλά και την τύχη των αδέσποτων, σ’ όλη των όντων την κλίμακα. Ποιος τους/τις εθίζει σε «πολιτική ανυποταξία»; Οσο για την πολυδιαφημιζόμενη «κοινωνία της γνώσης», αφοπλιστικά η Διεθνής Τράπεζα την ορίζει ως «κεντρική μορφή του παραγωγικού κεφαλαίου».


    Επιπλέον, σε ποια «πραγματικότητα» ζούμε; Ποια είναι η αντίληψη του πραγματικού που υπονοεί η πρακτική του homo telematicus; Το πραγματικό καθίσταται ολοένα και πιο απροσπέλαστο με τη δραστικότητα των «υποβλητικών» «simulacra» της εποχής μας, τώρα δηλαδή που ζούμε «σ’ ένα εντελώς νέο ενδιαίτημα με καθρέφτες, φορτωμένο με πανομοιότυπες εικόνες και κείμενα αναπαραγωγής» και στο οποίο έχει αντικατασταθεί η παλαιότερη, «η πιο στέρεη πραγματικότητα και οι αναφορές της». Σε κάθε περίπτωση, η τυχόν χειραφετητική διάσταση της ηλεκτρονικής οικοδιδασκαλίας/απασχόλησης έχει μπροστά της, με μεγαλύτερη ένταση, την «τηλεξουσία» (δεν πρόκειται για την «τέταρτη» εξουσία) που αποτελεί τον κυριότερο μηχανισμό διάχυσης της αγοραφοβικής πολιτικής του σημερινού κράτους. Με την περιένδυση της τηβέννου, που προσπορίζει η ιδιοτυπία του «μέσου», υποβάλλει την εικόνα του μονοπωλίου των κριτηρίων αρμοδιότητας για το σύνολο των ζητημάτων της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Απ’ αυτήν την πρακτική προκύπτει η αντίληψη της αυθυπαρξίας του «μέσου» που φαίνεται να διαθέτει την ικανότητα μετατροπής του «φαινομένου» σε «ουσία» και το αντίστροφο. Τα «simulacra» των θεσμών δημοσιότητας, αν κρίνω από τα διαθέσιμα «προϊόντα» που κυκλοφορούν, τέμνονται με τη διεθνοποιημένη εμπορευματοποίηση των συμβολικών αγαθών του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής.


    * Ελεύθερος χρόνος και διασκέδαση


    H ηλεκτρονική οικοαπασχόληση, όταν δεν αποτελεί την αγοραία διείσδυση στον υπό διάθεση χρόνο του σημερινού ανθρώπου, θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια νέα δυνατότητα της «κοινωνίας των πολιτών» που διεκδικεί διαρκή επιμόρφωση και ανανέωση του πνευματικού της ορίζοντα; Αν ο διατιθέμενος χρόνος της ηλεκτρονικής οικοαπασχόλησης μεταφράζεται απλώς σε έξοδα παραστάσεως στη διαδικασία αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης του ανθρώπου, η προτεραιότητα δίδεται στον εργάσιμο χρόνο. Αν, αντίθετα, αυτός αντιμετωπίζεται ως ριζικά διαφορετικός από τον υπό διάθεση χρόνο της τηλεαπασχόλησης, τότε προτάσσεται ο τελευταίος. Επιβάλλεται ωστόσο να διευκρινίζονται εντελώς συγκεκριμένα οι όροι συνέχειας και ασυνέχειας ανάμεσα στις δύο πλευρές του χρόνου, την πραγματική και την «εικονική», στον οποίο αναλίσκεται ο σημερινός άνθρωπος ως αντικείμενο της αγοραφοβικής πολιτικής των θεσμών που συγκροτούν το κράτος και συνάμα ως φορέας δικαιωμάτων τόσο του εργάσιμου όσο και του υπό διάθεση χρόνου. Σ’ αυτήν την περίπτωση η «αναψυχή» δεν θα εξαντλείται στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης του ανθρώπου και, πολύ περισσότερο, δεν θα υποτάσσεται στην αναγκαιότητα του εργάσιμου χρόνου που προφανώς τη χρηματοδοτεί και την ενθαρρύνει.


    Είναι επίσης αντιληπτή η πολυσχιδής σήμερα εκμετάλλευση του «ελεύθερου χρόνου» στους κόλπους μιας «μαζικής κουλτούρας» που εμπορευματοποιεί ό,τι θα μπορούσε να αποτελεί αξία χρήσης και επομένως το μετατρέπει σε ανταλλακτική αξία. H απάντηση στη γενικευόμενη τάση υπαγωγής του υπό διάθεση χρόνου στον εργάσιμο χρόνο, μολονότι συχνά ελλιπής και αποσπασματική, θα μπορούσε να συνδέεται με τα στοιχεία μιας νέας ευαισθησίας που συνάγονται από νέες μορφές συλλογικότητας μέσα σε «στέκια» ή «περιβόλια» αναψυχής και θα τείνουν να καταστούν εστίες πολιτικής παιδείας και κοινωνικών αντισωμάτων. Μάλλον οι επισημάνσεις αυτές μας φέρνουν πολύ κοντά στην πρόβλεψη των Grundrisse ότι ο ελεύθερος χρόνος και όχι ο χρόνος εργασίας συνιστά το «μέτρο του πλούτου».


    * Το αφηρημένο και το συγκεκριμένο


    Από το ίδιο πλαίσιο ιδεών θα μπορούσε πληρέστερα να συζητηθεί και το περιλάλητο θέμα της «καθημερινότητας». Ο παππούς ο Κάρολος, που κινδυνεύει να τον ξεχάσουν και οι «φυσικοί» συγγενείς του, υπήρξε αφοπλιστικός. Σε χειρόγραφο που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1903 στο περιοδικό Die Neue Zeit και έχει συμπεριληφθεί στην έκδοση των Grundrisse, έδωσε μια διεξοδική περιγραφή της μεθόδου που χρησιμοποίησε. Σύμφωνα με το παράδειγμά του, αν εκτιμηθεί ως «συγκεκριμένη» αφετηρία ο πληθυσμός μιας χώρας, γιατί τάχα αποτελεί το «θεμέλιο και το υποκείμενο ολόκληρης της παραγωγικής πράξης της κοινωνίας», γρήγορα θα αποδειχθεί «αφαίρεση», αν απαλειφθούν οι τάξεις που τον απαρτίζουν. Και αυτές με τη σειρά τους είναι «κενή λέξη», αν αγνοηθούν τα καθοριστικά τους στοιχεία, όπως λόγου χάρη η μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο που προϋποθέτουν «ανταλλαγή, καταμερισμό εργασίας, τιμές κτλ.». Ετσι εξακοντίζεται από τον ερευνητικό φακό η «χαοτική παράσταση του όλου» για να αναδυθεί η «πλούσια σε καθορισμούς και σχέσεις ολότητα», δηλαδή να «ανυψωθεί» (aufzusteigen) το «αφηρημένο» στο «συγκεκριμένο» κατά την προσπάθεια της σκέψης να το αφομοιώσει, άσχετα αν η διεργασία γένεσης του «συγκεκριμένου» υπήρξε διαφορετική. Τουτέστιν, το συγκεκριμένο καθημερινό είναι «συγκεκριμένο γιατί αποτελεί τη σύνοψη πολλών καθορισμών». Ο,τι δηλαδή ουδόλως απασχολεί τον κάθε φέρελπι «εισαγγελέα» της οθόνης…


    Ο κ. Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

    Γνώμες