• Αναζήτηση
  • Πάθη και παθήματα οικολόγων

    Πάθη και παθήματα οικολόγων Π. ΝΟΥΤΣΟΣ Ο Γιόσκα Φίσερ, υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας και στέλεχος του κόμματος των Πρασίνων. H συγκυβέρνηση με τον καγκελάριο Σρέντερ οδήγησε στην απομάκρυνση, από το κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα, ρυθμίσεων για το κλείσιμο πυρηνικών εργοστασίων Κατά τις τελευταίες δεκαετίες από πολλές πλευρές προβάλλεται και τεκμηριώνεται η θέση ότι η προστασία του περιβάλλοντος

    Π Νούτσος

    Κατά τις τελευταίες δεκαετίες από πολλές πλευρές προβάλλεται και τεκμηριώνεται η θέση ότι η προστασία του περιβάλλοντος συγκαταλέγεται πια στα σημερινά δικαιώματα του «ανθρώπου και του πολίτη». Εχουν περάσει διακόσια δεκαπέντε χρόνια από την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης και ο αρχικός κατάλογος των δικαιωμάτων έχει διευρυνθεί τόσο, ώστε μπορεί να περιλαμβάνει και νέες ανάγκες των ανθρώπων.


    Διεθνώς, στο κέντρο της πολιτικής σκηνής επιχείρησαν, άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε όχι, να διεκδικήσουν κάποιο ρόλο και οι οικολογικές κινήσεις, επιμένοντας ωστόσο στην ιδιαιτερότητά τους σ’ ένα έργο που οι πρωταγωνιστές του από καιρό τώρα έχουν μορφοποιημένους ρόλους. Σ’ αυτήν ακριβώς την κατάσταση ετέθη και το ερώτημα για το ποια οικολογία πρόκειται. Το οικολογικό κίνημα και στον τόπο μας δεν εμφανίσθηκε με μονοσήμαντο ή, έστω, μονόχρωμο τρόπο, παρά το ενδεικτικό πράσινο που το χρωματίζει. Αναμφίβολα συμπύκνωνε μια ετερογενή παράδοση, διέθετε μια αυξομειούμενη δυναμική και συνιστούσε για το μέλλον μια πολλαπλή δυνατότητα. Παρά την αυτονόητη αυτοπεποίθηση του οικολογικού κινήματος, που θυμίζει το πνεύμα «πρωτοπορίας» αντίστοιχων κινημάτων, τα οποία παρουσιάστηκαν στην ευρωπαϊκή κοινωνία κατά τους τελευταίους αιώνες, η παρέμβασή του στο πολιτικό πεδίο, όπου αποφασίζονται καίριες επιλογές, προϋπέθετε καίριες επιλογές τριών διαφορετικών δρόμων.


    * Αυτάρεσκη συνθηματολογία


    Ο πρώτος αφορούσε τα υπάρχοντα κόμματα: σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν να εγκολπωθούν τον οικολογικό προβληματισμό και να ρυθμίσουν ανάλογα τη δράση τους. Ο δεύτερος σήμαινε τη μετατροπή μορφών του οικολογικού κινήματος σε κόμμα, του οποίου η κύρια συνιστώσα του προγράμματος και της πρακτικής του είναι η οικολογία. Και ο τρίτος ήταν το σταυροδρόμι που σχημάτιζε το θέμα των συμμαχιών, όταν διαπιστωνόταν ότι κάποια πολιτικά κόμματα βρίσκονται πολύ κοντά στις προγραμματικές θέσεις των οικολογικών κινήσεων που μετείχαν και με όρους κόμματος στο πολιτικό πεδίο. H τελευταία περίπτωση θα μπορούσε να συμβάλει στην υπερνίκηση των ακραίων διατυπώσεων για μονοσήμαντη «οικολογικοποίηση» των κομμάτων ή για «κομματικοποίηση» της οικολογίας.


    Θα εξετάσω εδώ περιπτώσεις της κεντρικής πολιτικής σκηνής, μια της ελληνικής και μια της γερμανικής, καθώς και δέσμη φαινομένων που επιχωριάζουν σε τοπικές κοινωνίες. Το 1989, μέσα στη γενικότερη κρίση του εγχώριου δικομματικού πολιτικού συστήματος και της αποσάθρωσης των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», υπήρξε μια αύξουσα κινητικότητα οικολογικών κινήσεων που σύντομα αποδείχθηκε βραχυφλεγής οργανωτικά, πολιτικά ανώριμη και ιδεολογικά αφερέγγυα. Ως προς το τελευταίο σημείο: η αυτάρεσκη, αλλά όχι πρωτόφαντη, συνθηματολογία, που απαιτούσε «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», με δυσκολία έκρυβε την αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτού του είδους την απόρριψη των πολιτικών σχημάτων και στον τρόπο κατανόησης των προβλημάτων της εποχής μας, για τα οποία μάλιστα χρησιμοποιούνταν ένας εναλλακτικός – δηλαδή πρώτιστα ανατρεπτικός – λόγος. H διακήρυξη των καταστατικών αρχών της Ομοσπονδίας Οικολογικών και Εναλλακτικών Οργανώσεων διαποτιζόταν στα κύρια σημεία της από μια συλλογιστική που με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντλείται από ό,τι περιγραφικά συνηθίζουμε να ονομάζουμε «Δεξιά». Παραπέμπω στο διακηρυκτικό κείμενο, με το οποίο είχε αναγγελθεί τον Οκτώβριο του 1989 ότι «μια νέα πολιτική γεννιέται», για τη βασιμότητα αυτής της διαπίστωσης καθώς και σε αντίστοιχα της κοινοβουλευτικής της περιόδου.


    Ως προς τη Γερμανία, πρόκειται για μια πραγματικότητα που συνεχίζεται έως σήμερα. Οι εταίροι των σοσιαλδημοκρατών είχαν μια συγκεκριμένη κυοφορία εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες. Με αφετηρία τους ετερογενείς επιγόνους του βερολινέζικου ’68 συντέθηκαν εμπειρίες από ασυντόνιστες αλλά πρωτόγνωρες πρωτοβουλίες πολιτών με τον ακτιβισμό του «μαρξιστικού – λενινιστικού» KPD για να συγκροτηθεί, ως το 1978, ένα εύπλαστο ριζοσπαστικό μόρφωμα που θα μετάσχει στις τοπικές εκλογές του επόμενου έτους ως «Εναλλακτική Λίστα» (AL) αποκομίζοντας περίπου το 4% των προτιμήσεων του εκλογικού σώματος και σχεδόν διπλάσιο ποσοστό στις εκλογές του 1981. Διατηρώντας για ορισμένα χρόνια την ιδιαιτερότητά τους οι «Εναλλακτικοί» του Δυτ. Βερολίνου θα στοιχηθούν στη συνέχεια προς την παγγερμανική ένωση των «Πράσινων» συμβάλλοντας στην επίτευξη των κυριότερων πτυχών της διαδρομής τους στην κεντρική πολιτική σκηνή.


    * «Πράσινος ρεφορμισμός»


    Σήμερα την πλειοψηφική κατεύθυνση του κόμματός τους εκφράζει ο Joschka Fischer που αρκετά νωρίτερα είχε σκιαγραφήσει τον «πράσινο ριζοσπαστικό ρεφορμισμό» σε αντιδιαστολή προς την αντιπολίτευση που κήρυσσαν οι «φουνταμενταλιστές», γιατί κατά την άποψή του δεν μπορούσαν να δώσουν συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο σε εναλλακτικές «μορφές ζωής» των «νέων μειοψηφικών κοινωνικών κινημάτων».


    Μέσα από το τωρινό κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα, που από την πλευρά των «Πράσινων» προέκυψε ως κοινοβουλευτικός συσχετισμός δυνάμεων και όχι ως απόφαση διαδικασιών «δημοκρατίας βάσης», διαγράφεται ευκρινώς η απομάκρυνση από τις παραδόσεις ενός σφριγηλού κινήματος ειρήνης και συνάμα η μετάθεση στο μέλλον της μέριμνας για το κλείσιμο των πυρηνικών εργοστασίων. Συναφώς αποσύρονται από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων οι αιχμηρές αναλύσεις για το διαχωρισμό διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας καθώς και για την «εργασία με πλήρες νόημα». Πριν απ’ όλα καθορίζονται τα άμεσα μέτρα για τη δημιουργία 100.000 θέσεων εργασίας νέων και τη θεσμική εξασφάλιση ελαστικού ωραρίου στη θέση των εναλλακτικών προγραμμάτων που θα ελαχιστοποιούσαν την αποξενωτική εργασία. Συμπερασματικά, δεν προεξοφλείται δραστική μείωση του εργάσιμου χρόνου που και για τους «Πράσινους» θεωρήθηκε η αναγκαία προϋπόθεση για την «αυτοδιάθετη διαμόρφωση του ελεύθερου χρόνου».


    * Δύο μέτρα και δύο σταθμά


    Ας μεταφερθούμε τώρα από την κεντρική πολιτική σκηνή σε μικρές τοπικές κοινωνίες της χώρας μας: συχνά φαίνεται να κωδικοποιείται δέσμη φαινομένων χαρακτηριστικής συχνότητας και ομοιογένειας. Μια τυπική περίπτωση είναι η λειτουργία επιλεκτικής μνήμης και πρακτικής που χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά ή, κατά την παλαιότερη παροιμία, «και η οκά τρακόσια». Αυτή μάλιστα η αποσιώπηση και η διαφοροποιημένη εκτίμηση αφορά πρώτιστα τους ίδιους τους οικολογούντες και το οικογενειακό τους περιβάλλον ή τους συνεταίρους και συντρόφους τους. Ετσι που να θυμίζουν τον Βολταίρο που, ενώ μάλωνε τους κατεστημένους διαχειριστές των χρόνιων προβλημάτων της Γαλλίας, πλούτιζε από τις επενδύσεις του στο δουλεμπόριο.


    Το κυριότερο: τα σχήματα που μιλούν στο όνομα της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος επινοούν, συσκευάζουν και εκπέμπουν μια νέα μορφή ρύπου, «εισαγγελικής» υφής και εφήμερης ανάλωσης, με το θόρυβο που αφειδώλευτα προκαλούν, χωρίς ακριβώς να αντιλαμβάνονται ότι αποτελούν το φολκλορικό συμπλήρωμα του κυρίαρχου τρόπου ανάπτυξης στον τόπο τους. Δηλαδή εξελίσσονται σε «ιδιωτικές τυραννίες» παράπλευρα από την ηγεμονεύουσα «πολιτική λογική», χωρίς ποτέ να συγκροτήσουν έναν αξιόπιστο εναλλακτικό πυρήνα αντίστασης σ’ αυτήν. Πρόκειται για τα «απόβλητα» κατά την καύση αναπαραγωγής του υπάρχοντος «συστήματος»…


    Ο κ. Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

    Γνώμες