• Αναζήτηση
  • Μικραίνει ή μεγαλώνει τον κόσμο η παγκοσμιοποίηση;

    Μικραίνει ή μεγαλώνει τον κόσμο η παγκοσμιοποίηση; ΑΝΤ. ΚΩΤΙΔΗΣ Η υποκειμενικότητα είναι σημαντική παράμετρος της νέας επέκτασης του αστικού πολιτισμικού τοπογραφικού που ονομάζεται παγκοσμιοποίηση. Ως όρος η παγκοσμιοποίηση δεν αναφέρεται μόνον αλλά και ανήκει στη μεταμοντέρνα εποχή, παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις για την ιστορική του αφετηρία. Ετσι, φέρει τα χαρακτηριστικά

    ΑΝΤ ΚΩΤΙΔΗΣ


    Η υποκειμενικότητα είναι σημαντική παράμετρος της νέας επέκτασης του αστικού πολιτισμικού τοπογραφικού που ονομάζεται παγκοσμιοποίηση. Ως όρος η παγκοσμιοποίηση δεν αναφέρεται μόνον αλλά και ανήκει στη μεταμοντέρνα εποχή, παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις για την ιστορική του αφετηρία. Ετσι, φέρει τα χαρακτηριστικά του μεταμοντέρνου συστήματος σκέψης: είναι ωσμωτικός στη δομή του, μετριοπαθής στο περιεχόμενό του και κατ’ ουσίαν αόριστος. Το τελευταίο του χαρακτηριστικό μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η καθησυχαστική, δεξιωτική του υπόσταση δεν αποκλείεται να είναι δόλιος εκμαυλισμός που θα κάνει τον προσερχόμενο μια χαψιά. Αλλά αυτό ισχύει για όλους τους μετριοπαθείς όρους της εποχής μας. Σίγουρα το φαινόμενο έχει τις θετικές και τις αρνητικές του πλευρές, αφού η ανάπτυξή του είναι για την ώρα ασύμμετρη.


    Αν για την ανάπτυξη της υποκειμενικότητας είναι προϋπόθεση η θέσπιση ατομικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο μιας κρατικής οντότητας, η έκταση στην οποία έχει φτάσει στην εποχή μας είναι, άραγε, νοητή χωρίς τη διείσδυση μιας αποδομητικής λογικής στο νηοτικό μας υπόβαθρο; Τι ρόλο έπαιξαν σχετικά με την ποιοτική της σύσταση οι αναλύσεις τόσο των φιλοσόφων και κοινωνιολόγων της αποδόμησης (Deconstruction) όσο και των θεωρητικών της λογοτεχνίας και της τέχνης που μετατόπισαν το επίκεντρο της ερμηνείας από το έργο στον αναγνώστη ή τον θεατή (Reception); Τα θεωρητικά μοντέλα της μεταμοντέρνας εποχής συναρτούν την πρόσληψη του καλλιτεχνικού δημιουργήματος προς τις χιλιάδες διαφορετικές υποκειμενικότητες που έρχονται σε επαφή με αυτό. Μέσα από αυτή την επαφή το έργο ταυτίζεται με στοιχεία τα οποία ο δημιουργός του δεν είχε ποτέ φαντασθεί. Αυτά όμως τα στοιχεία νομιμοποιούνται ως μέρη του πολυσύνθετου όλου, τόσο πιο πολυσύνθετου όσο περισσότερο αυξάνεται ο αριθμός των αναγνωστών ή των θεατών του. Οι θεωρίες υπάρχουν ­ πώς όμως ελέγχεται η εγκυρότητά τους όταν το κείμενο συγκεκριμενοποιείται από χιλιάδες ακατάγραφες αναγνώσεις;


    Το ψηφιακό χάσμα


    Είναι αλλόφοβος φονταμενταλισμός να πιστεύουμε ότι παγκοσμιοποίηση σημαίνει υποταγή στον πολιτισμικά ισχυρότερο; Είναι επαρχιωτική καχυποψία να μην παραβλέπουμε την οικονομική βάση της, η οποία, καθώς διέπεται από τη λογική του πολυεθνικού κεφαλαίου, δεν μπορεί να έχει φιλανθρωπικούς στόχους; Η διαφορά, μπορεί κανείς να ισχυριστεί, είναι ότι τα εκατομμύρια χρήστες του Διαδικτύου που μετέχουν της παγκοσμιοποίησης της επικοινωνίας δεν ταυτίζονται με τους στόχους του πολυεθνικού κεφαλαίου, είναι εκατομμύρια διαφορετικές υποκειμενικότητες που συσσωρεύουν καθημερινά ένα απόθεμα γνώσης του Αλλου αδιανόητο στο παρελθόν.


    Εχει σημασία ότι το παιχνίδι δεν παίζεται πλέον από λίγους αλλά αντίθετα από πάρα πολλούς. Είναι όμως κρίσιμη η διαφορά αυτή; Ή μήπως τα chat rooms του Διαδικτύου έχουν καθιερώσει και αυτά τους αποκλεισμούς τους που βασίζονται στην κοινότητα ηλικίας και ενδιαφερόντων, αναπαράγοντας έτσι το ψηφιακό χάσμα (αυτό που τους χωρίζει από τα δισεκατομμύρια των μη χρηστών) και εντός πλέον του Διαδικτύου; Ερμηνείες της παγκοσμιοποίησης υποστηρίζουν ότι δεν βασίζει το πολιτισμικό της μοντέλο στην απλή ανοχή του διαφορετικού, αλλά στην επιδίωξη της πρόσληψής του στις παραμέτρους ενός βελτιωμένου, αν όχι νέου, κοσμοειδώλου. Ο Ρόμπερτσον είχε επισημάνει από τη δεκαετία του ’80, όταν φούντωσε η φιλολογία της παγκοσμιοποίησης, ότι «η τάση προς το τοπικό» είναι ένα παράλληλο φαινόμενο με την παγκοσμιοποίηση. Δανείστηκε μάλιστα έναν γιαπωνέζικο οικονομικό όρο για να προτείνει τον χαρακτηριστικό νεολογισμό glocalization (R. Robertson, Globalization – Social Theory and Global Culture, London 1992, σελ. 173-174), σύνθεμα από το παγκόσμιος και τοπικός.


    Σήμερα έχει γίνει σαφές κάτι περισσότερο, ότι μ’ αυτήν επιζητείται η διαφορετικότητα, φυλετική, εθνική, θρησκευτική, πολιτισμική. Τα στοιχεία της τοπικής παράδοσης που υποχωρούν ή εξαφανίζονται δεν ανήκουν στο βαθύτερο πεδίο του ψυχολογικού προσανατολισμού αλλά στο επιφανειακό της πρακτικής πείρας: είναι οι μεταβλητές της παράδοσης που έτσι και αλλιώς θα ατονούσαν μπροστά σε μια λειτουργικότερη επιλογή. Πολύ πριν ακουστεί καν ο όρος παγκοσμιοποίηση, ο αφρικανός και ο ασιάτης αγρότης χρησιμοποιούσαν το ποδήλατο χωρίς αυτή η αντικατάσταση χρήσης του παραδοσιακού υποζυγίου να τους ομοιογενοποιεί πολιτισμικά με τον αυστραλό ή τον ευρωπαίο αντίστοιχό τους. Ούτε κανείς, βλέποντας τα πράγματα από την αντίθετη άκρη του τηλεσκοπίου, μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι το Λονδίνο έγινε λιγότερο αγγλική πόλη, το Παρίσι λιγότερο γαλλική, η Αθήνα λιγότερο ελληνική κ.ο.κ., επειδή η δημογραφική τους σύσταση περιλαμβάνει σήμερα περισσότερους αλλογενείς οι οποίοι μοναδική αποσκευή έχουν την κουλτούρα τους προς ιδίαν χρήση. Οι σταθερές της τοπικής παράδοσης αποτελούν το βάθος της που μεταφέρεται πάντοτε και χρησιμοποιείται από την εθνική ομάδα εντός της αλλά δεν μεταδίδεται ούτε καν στους όμορους αυτόχθονες. Πόση ελληνοποίηση διακρίνεται στον αμερικανό αστό ή εργάτη έπειτα από έναν και πλέον αιώνα μαζικής μετανάστευσης Ελλήνων στις ΗΠΑ, πολλοί από τους οποίους διέπρεψαν σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού και καλλιτεχνικού στερεώματος της χώρας αυτής; Ενώ, αντίθετα, έχουμε απτά δείγματα της εμμονής των απογόνων τους στην πολιτισμική τους ετερότητα με τη βαθύτερη έννοια μέχρι σήμερα.


    Είναι εύστοχο το παράδειγμα του Μπεκ για τους άνισους όρους της πολιτισμικής διαλεκτικής: «Μια γελοιογραφία απεικονίζει πώς οι ισπανοί κατακτητές πατούν το πόδι τους στη Νέα Γη με τα λαμπρά τους όπλα. Ηρθαμε σε σας, φαίνεται να λένε, για να μιλήσουμε μαζί σας για τον Θεό, τον πολιτισμό και την αλήθεια. Και μια ομάδα ιθαγενών με έκπληκτα βλέμματα απαντούν: Ασφαλώς, τι θέλετε να μάθετε;» (Ούλριχ Μπεκ, Τι είναι Παγκοσμιοποίηση, μετάφραση Γ. Παυλόπουλου, προλεγόμενα Ν. Κοτζιά, σελ. 178-179). Αναμφίβολα αυτού του είδους η αφετηρία υπήρξε. Σήμερα όμως μπροστά στην κυρίαρχη ευαισθησία των «εκπολιτιστών» ορθώνεται ένα ανάχωμα αντιρρητικής γνώσης το οποίο έχει καταστήσει τμήμα του ψυχολογικού μας προσανατολισμού τη σχετικότητα της αλήθειας και την αποδοχή του Αλλου.


    Επειδή λοιπόν είμαστε σε άλλη φάση, μήπως είναι υπερβολικά απαισιόδοξη η άποψη του ότι σήμερα «ο ενδοπολιτισμικός διάλογος ναυαγεί»; (ό.π., σελ. 179).


    Ωστόσο πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η συζήτηση για την παγκοσμιοποίηση από μόνη της μάλλον μικραίνει παρά μεγαλώνει τον κόσμο που ξέρουμε, αφού τον συμπιέζει ανάμεσα στους πόλους που έχουν τη δυνατότητα της δικτύωσης. Μένει ακόμα πολλή δουλειά για τους εξερευνητές.


    Η αρνητική πλευρά της παγκοσμιοποίησης εντοπίζεται στην οικονομική της βάση. Στο γεγονός δηλαδή ότι αφετηρία της είναι η υπερεθνική κοινωνία της αγοράς και σ’ αυτό το πεδίο οι αποκλεισμοί είναι απάνθρωποι. Με δεδομένη την άνιση κατανομή του πλούτου, το κίνητρο μιας παγκοσμιοποίησης με οικονομική αφετηρία δεν μπορεί παρά να είναι η αύξηση του πολυεθνικού κέρδους που έχει συνέπειες άλωσης των αδύναμων εθνικών οικονομιών μέσα από την υπερχρέωση. Ας μην ξεχνάμε ότι οι παρεμβάσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας σε αναπτυσσόμενα κράτη με σκοπό την οικονομική τους ενίσχυση για τη δημιουργία υποδομών, είχαν καταστροφικές, αντί για ευεργετικές συνέπειες τη δεκαετία του ’80. Αλλά και στις οικονομικά ευημερούσες χώρες η διόγκωση του εμπορίου μέσα από την καθιέρωση του πλαστικού χρήματος και την τεράστια εξάπλωση της αγοράς τού «παίρνεις τώρα, πληρώνεις αργότερα» έχει ήδη δημιουργήσει αισθητό κοινωνικό πρόβλημα. Στην Αγγλία πληθαίνουν οι περιπτώσεις των καταναλωτών που χάνουν το σπίτι τους επειδή έκριναν ότι το «πλαστικό» χρέος είναι περίπου συνώνυμο του πλασματικού και ότι η αγορά, π.χ. ενός αυτοκινήτου χωρίς προκαταβολή, με δόσεις που θα αρχίσουν μετά από έναν χρόνο και με δώρο ένα ταξίδι στην Καραϊβική, αποτελούσε «ευκαιρία» που μόνον ηλίθιοι θα άφηναν να πάει χαμένη.


    Θετικές και αρνητικές πλευρές


    Είναι γι’ αυτό αξιοπρόσεχτη η αυθόρμητη αντίδραση των πολιτών του Σιάτλ όταν διοργανώθηκε εκεί το συνέδριο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου τον περασμένο Δεκέμβρη. Με διαδηλώσεις, καταλήψεις και παρεμποδίσεις, τσαλάκωσαν το απαστράπτον περιτύλιγμα της εκδήλωσης σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να ματαιώσουν αποφάσεις που θα επιβεβαίωναν τη γραμμή πλεύσης και θα έδιναν πράσινο φως στη διεύρυνση του ηγεμονικού ρόλου του πολυεθνικού πλούτου. Μέχρι και τον λόγο του Κλίντον στο συνέδριο τροποποίησε η αντίστασή τους. Και αυτά συνέβησαν μέσα στη χώρα από την οποία εκπορεύεται το πνεύμα της κοινωνίας της αγοράς, κάτι που δείχνει ότι η πολιτική συνείδηση μπορεί να είναι εγρήγορη και εκτός κομματικού κελύφους, χωρίς το οποίο ανάλογες πολιτικές συμπεριφορές θα ήταν περίπου αδιανόητες στη χώρα μας.


    Η πολυσημία της παγκοσμιοποίησης με την ασύμμετρη δομή της έχει θετικές και αρνητικές πλευρές και, παρά τον απόλυτο γεωγραφικό νομιναλισμό της, νομίζω και τις γεωπολιτικές εκδοχές της. Στο πολιτισμικό πεδίο είναι ένα εργαλείο που αποπεριθωριοποιεί τον Αλλο (φυλετικό, εθνικό, κοινωνικό) ανεξάρτητα από τη γεωγραφική του θέση. Η οικονομική της όμως στρατηγική ως τώρα έχει εντείνει την περιθωριοποίηση του φτωχού τμήματος της ανθρωπότητας σαν εργαλείο σκληρών αποκλεισμών.


    Ο κ. Αντώνης Κωτίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης.

    Γνώμες