• Αναζήτηση
  • Ληξιαρχικά της μοντέρνας τέχνης

    Ληξιαρχικά της μοντέρνας τέχνης * Στα περίπου εκατό χρόνια της ζωής του ο μοντερνισμός κατόρθωσε να επιβάλει μια τροποποίηση των προσδοκιών μας για την τέχνη, η οποία, ως την εποχή της εμφάνισής του, είχε κυριαρχηθεί από την αναγεννησιακή παραστατική δογματική A. ΚΩΤΙΔΗΣ Γουίλεμ ντε Κούνινγκ, «Γυναίκες που τραγουδούν II», 1966. Ο «Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός» είναι το τελευταίο ρεύμα του μοντερνισμού

    Α ΚΩΤΙΔΗΣ

    Από όλες τις διάδοχες καταστάσεις μιας επανάστασης, εκείνη που μοιάζει συνηθέστερη είναι η παλινόρθωση. H ιστορία της τέχνης, της οποίας ο διαρκής δεσμός με τη γενική ιστορία δεν χαλάρωσε ποτέ, δύσκολα θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Θυμίζω τα τοποχρονολογικά της μοντέρνας τέχνης. Ξεκινάει από το Παρίσι ανάμεσα στις δεκαετίες 1960-1970 του 19ου αιώνα, γνωρίζει πανευρωπαϊκή εξάπλωση και από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού εξάγεται στις ΗΠΑ, ταπεινό τότε, δορυφόρο των εικαστικών προσταγμάτων της Ευρώπης, ίσαμε το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε το κέντρο των εξελίξεων μετατοπίζεται εκεί. H αλλαγή δεν είναι χωρίς συνέπειες. Από το 1945 ως τις αρχές της δεκαετίας του ’60 η παγκόσμια καλλιτεχνική σκηνή κυριαρχείται από τη μόνη μητροπολιτική εκδοχή του μοντερνισμού που δεν εκπορεύεται από την Ευρώπη, την αμερικανική. Πρόκειται για το έργο των καλλιτεχνών της σχολής της Νέας Υόρκης που είναι ευρύτερα γνωστό με τον αμφίβολης ευστοχίας όρο «Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός». Αυτό είναι το τελευταίο ρεύμα του μοντερνισμού που, όχι τυχαία, ως όρος παραπέμπει στανικώς σε δύο ρεύματα του καταγωγικού προτύπου (δηλαδή της ευρωπαϊκής προ-πολεμικής μοντέρνας τέχνης): στην αφηρημένη τέχνη και στον εξπρεσιονισμό. H μοντέρνα τέχνη γεννήθηκε στην Ευρώπη και πέθανε στην Αμερική κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Γιατί όσο και αν το ρεύμα που τη διαδέχτηκε, η Ποπ Αρτ, ξεκίνησε από την Αγγλία, ουδείς αμφισβητεί ότι τα αμερικανικά χαρακτηριστικά της την τυποποίησαν ως την πρώτη τάση της τέχνης μετά τον μοντερνισμό.


    * Προσωρινός απολογισμός


    Ο επιθετικός προσδιορισμός σύγχρονη δεν περιλαμβάνει στην έννοιά του κάθε μορφή τέχνης που δημιουργείται στις μέρες μας, αλλά αναφέρεται σε ένα σύνολο χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν τις δεσπόζουσες της σημερινής τέχνης από τον μοντερνισμό. Είναι η παλινόρθωση μετά το τέλος της επανάστασης. Στα περίπου εκατό χρόνια της ζωής του ο μοντερνισμός κατόρθωσε να επιβάλει μια τροποποίηση των προσδοκιών μας για την τέχνη, η οποία, ως την εποχή της εμφάνισής του, είχε κυριαρχηθεί από την αναγεννησιακή παραστατική δογματική. Στη θέση εκείνης, ο μοντερνισμός καθιέρωσε τη δική του βασικές αρχές της οποίας ήταν: η τέχνη αναφέρεται στον εαυτό της, αντικείμενό της είναι η μορφή, τα υλικά και η διαδικασία προς τον καθορισμό της μορφής έχουν ισότιμο ρόλο στο πεδίο, μέσα για την επίτευξη του στόχου είναι η επίπεδη απεικόνιση στη ζωγραφική και η υφή του υλικού στη γλυπτική, η παραμόρφωση και η διάσπαση της μορφής και στις δύο τέχνες. Αποθετικά, για τη μοντέρνα τέχνη το θέμα είναι παραπληρωματικό και όχι πρωτεύον στοιχείο, ενώ οι αναφορές στον τόπο και στον χρόνο, δηλαδή στις δύο βασικές συνιστώσες της ιστορικότητας, είναι εξοβελιστέες, επειδή κρατάνε τη μορφή δέσμια των ιδεολογικών προκαταλήψεων που μέσω της τοπικής ή ιστορικής ταυτότητας μεταφέρουν.


    Τι παλινορθώθηκε από τη σύγχρονη τέχνη; Πρώτα απ’ όλα το θέμα… H τέχνη των παρεμβάσεων στον χώρο (Εγκαταστάσεις, Περιβάλλοντα, Δράσεις, Επεισόδια ανοιχτής έκβασης, πιο γνωστά ως Χάπενινγκ), μεταφέροντας το εικαστικό πεδίο στον πραγματικό χώρο και εντάσσοντας πλέον τον καλλιτέχνη και τον θεατή σ’ αυτό, έβαλε ξανά το θέμα στην πρωτοκαθεδρία. Ακόμη, κατάργησε κάθε έννοια της επίπεδης απεικόνισης, αφού δεν επανέφερε απλώς την τρίτη διάσταση στο προσκήνιο, αλλά την έκανε προϋπόθεση του έργου. H τοποθέτηση του πραγματικού αντικειμένου στη θέση του ζωγραφισμένου υπήρξε μια μετατόπιση χρήσης, εμπνευσμένη από τα έτοιμα αντικείμενα των Ντανταϊστών, αλλά, κοντά σε αυτήν, οι καλλιτέχνες της σύγχρονης τέχνης έκαναν μια χωρίς προηγούμενο οικειοποίηση της ιστορίας της τέχνης (μοντέρνας και προ-μοντέρνας). Και εδώ, μέσω του Ντυσάν, η ιστορία επανήλθε στα εικαστικά πεδία, αφού εκείνος είχε το 1915 δώσει το πρώτο έργο οικειοποίησης, μια φωτογραφία της Τζιοκόντα του Λεονάρδο στην οποία πρόσθεσε μουστάκι και τα αρχικά μιας άσεμνης φράσης.


    * Υπέρογκη αντιπαροχή


    Ισως δεν έγινε φανερό, μέσα από αυτήν την ασθματική παράθεση των παλινορθωτικών στοιχείων της σύγχρονης τέχνης, ποια ήταν η σημαντικότερη τομή που επιχειρήθηκε σε σχέση με το παρελθόν. Και αυτή ήταν ότι το έργο δεν χρειαζόταν πλέον ούτε μοναδικό να είναι ούτε να υπάρχει για περισσότερο από λίγες ώρες ή ημέρες ούτε να είναι αποτέλεσμα οποιασδήποτε δεξιοτεχνίας η οποία να διαφοροποιεί τον καλλιτέχνη από τον μη καλλιτέχνη (και όχι τον καλό από τον μέτριο). Με αυτούς τους όρους δεν ακούγονται και τόσο έωλες οι σαρκαστικές αντιρρήσεις των αποδομιστών φιλοσόφων για τον μοντερνισμό καθώς και των επί της κριτικής αποστόλων τους όπως ο Αρθουρ Ντάντο ή ο Χανς Μπέλτινγκ για το «τέλος της τέχνης»: αφού όλη η ουσία της σύγχρονης τέχνης είναι εφήμερη και άσχετη με τα κριτήρια της ως τώρα προσέγγισής της, εκείνο που απομένει στους ιστορικούς της τέχνης είναι να αλλάξουν επάγγελμα ή να αφοσιωθούν σε εκείνες τις μορφές της τέχνης που βρίσκονται εκτός βασιλικής οδού και εξακολουθούν να παράγονται με μπογιές και τελάρο. H παλινόρθωση πάντως πραγματοποιήθηκε με τα μέτρα της εποχής μας: με την παράθεση πυκνών και σύντομων μηνυμάτων τα οποία διαδέχονται το ένα το άλλο, καταιγιστικά και αστραπιαία σαν πυροτεχνήματα, δημιουργώντας ένα momentum, χωρίς να διεκδικούν το ειδικό βάρος της διαρκούς παρουσίας των έργων που τα περιέχουν. Γι’ αυτό μου φαίνεται υπέρογκη η αντιπαροχή που έδωσαν οι καλλιτέχνες αυτών των ρευμάτων: από τα έργα τους δεν έχει μείνει τίποτε, εκτός από τη διαρκώς (και φυσιολογικώς) φθίνουσα εντύπωση που προκάλεσε η ολιγόλεπτη ή ολιγοήμερη παρουσίασή τους στον μάταιο τούτο κόσμο. Και μερικές φωτογραφίες οι οποίες μπορούν να αποδώσουν τις δημιουργίες αυτές όσο πιστά θα αποδιδόταν μια συμφωνία αν σφυρίζαμε τις μουσικές φράσεις.


    Κρατάω την επιφύλαξη του προσωρινού σε αυτόν τον σύντομο απολογισμό με αφορμή την Μπιενάλε της Βενετίας η οποία συνεχίζεται. Και, επίσης, της αναρμοδιότητας, μια και καθ’ ύλην αρμόδιοι για τους απολογισμούς των εγχειρημάτων τους είναι οι ίδιοι οι καλλιτέχνες. Νομίζω όμως ότι δεν είναι άκαιρος, μια και η σύγχρονη τέχνη δίνει όλο και περισσότερες ενδείξεις ότι αφήνει πίσω της τη φάση των παρεμβάσεων στον χώρο εκχωρώντας αυτό που δεν είναι και προχωρώντας σε αυτό που πραγματικά είναι.


    Ο κ. Αντώνης Κωτίδης είναι καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

    Γνώμες