• Αναζήτηση
  • H «άλλη Αμερική» των μεταναστών

    H «άλλη Αμερική» των μεταναστών * H ευπρόσδεκτη, αλλά και συχνά μάλλον «διακοσμητική», ένταξη στα εκλογικά ψηφοδέλτια υποψηφίων που προέρχονται από φυλετικές, εθνοτικές και θρησκευτικές μειοψηφίες και οι «στρατηγικές» υποσχέσεις για ελληνοποιήσεις συγκεκριμένων ομάδων οικονομικών μεταναστών αποτελούν περιορισμένης εμβέλειας χειρονομίες ΙΩΑΝΝΑ ΛΑΛΙΩΤΟΥ Ο πρόεδρος Μπους με ομάδα μεταναστών κατά

    Ιωάννα Λαλιώτου

    H αντιμετώπιση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων βρίσκεται πάντοτε στο επίκεντρο των εκάστοτε προεκλογικών εκστρατειών. H συγκρότηση και κυρίως η πειστική έκφραση ολοκληρωμένων προτάσεων επίλυσης των καίριων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες αποτελεί δύσκολο εγχείρημα για τα επιτελεία των προεκλογικών εκστρατειών διεθνώς. Ξεχωριστή θέση στην πολιτική ατζέντα των κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία αποτελούν ζητήματα που απασχολούν από κοινού τις σύγχρονες κοινωνίες σε διεθνές επίπεδο και των οποίων η αντιμετώπιση αγγίζει πολλαπλούς και συχνά επικαλυπτόμενους τομείς της δημόσιας σφαίρας, όπως η οικονομία, η εκπαίδευση, η υγεία, η πρόνοια, η ασφάλεια και η εξωτερική πολιτική. H μετανάστευση αποτελεί ένα από αυτά τα πολυπρισματικά ζητήματα και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αποκτά σήμερα ιδιαίτερη προτεραιότητα στην πολιτική ατζέντα διεκδίκησης της εξουσίας διεθνώς.


    Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όπου το ζήτημα της μεταναστευτικής πολιτικής επανήλθε πρόσφατα στο προσκήνιο της πολιτικής συζήτησης. Ηδη από τον Δεκέμβριο του 2003 ο πρόεδρος Μπους ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προχωρήσει σε ριζική μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής νομοθεσίας. Απαντώντας στο πάγιο αίτημα διαφόρων οργανώσεων για γενική αμνηστία των παράνομων μεταναστών που ζουν και εργάζονται για χρόνια στις ΗΠΑ, ο Μπους αντιπρότεινε ένα νέο «πρόγραμμα προσωρινών εργατών». Το πρόγραμμα αυτό στοχεύει στη νομιμοποίηση όσων μεταναστών έχουν εξασφαλισμένη εργασία στις ΗΠΑ, συνδέοντας έτσι την προσφορά εργασίας με τις ανάγκες της αμερικανικής εργασίας για εργατικό δυναμικό. Το σχέδιο αυτό, το οποίο προωθείται από το επιτελείο της προεκλογικής εκστρατείας των Ρεπουμπλικανών και το οποίο ακόμη και σε περίπτωση ψήφισής του δεν αναμένεται να εφαρμοστεί αμέσως, θα παρέχει άδεια νόμιμης παραμονής και εργασίας σε όσους μετανάστες έχουν εξασφαλίσει εργασία και μπορούν να βεβαιώσουν ότι η μετακίνησή τους στις ΗΠΑ δεν έχει μόνιμο χαρακτήρα.


    * Φθηνότερο εργατικό δυναμικό


    Κατά την παρουσίαση της πρότασής του για μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής νομοθεσίας ο Μπους αναφέρθηκε στη μεταναστευτική ιστορία και στις πολυπολιτισμικές παραδόσεις του αμερικανικού έθνους που προτάσσουν το πρότυπο μιας κοινωνίας ανοιχτής προς τους ανήσυχους και φιλότιμους ανθρώπους απ’ όπου και αν προέρχονται, αρκεί να διέπονται από το πνεύμα της επιχειρηματικότητας και της φιλεργατικότητας. Ο αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη ορθολογικοποίησης της μεταναστευτικής πολιτικής, έτσι ώστε αυτή να εξυπηρετεί την αναπτυξιακή ανάγκη της αμερικανικής οικονομίας για ολοένα και φθηνότερο εργατικό δυναμικό. Αξίζει εδώ να θυμίσουμε ότι η μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής πολιτικής ήταν στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας του Μπους και κατά την προηγούμενη προεκλογική αναμέτρηση του 2000. H μεταρρύθμιση όμως αυτή αναβλήθηκε κάτω από την πίεση που άσκησαν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου και η έναρξη του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Βασικό πρόταγμα της μετά την 11η Σεπτεμβρίου πολιτικής ήταν ο αυστηρότερος έλεγχος όσων διακινούνται διαμέσου των συνόρων των ΗΠΑ. Κατά τα πρώτα στάδια του πολέμου κατά της τρομοκρατίας δύσκολα θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει μια πρόταση μαζικής νομιμοποίησης ενός μεγάλου αριθμού παράνομων μεταναστών.


    * Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας


    Δυόμισι μόλις χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου το επιτελείο του Μπους επιχειρεί, ομολογουμένως με επικοινωνιακή τόλμη, να παρουσιάσει το πρόγραμμα μεταρρύθμισης της μεταναστευτικής πολιτικής ως αναπόσπαστο τμήμα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Το «πρόγραμμα προσωρινών εργατών» προτείνεται ως ένα μέσο ορθολογικοποίησης του ελέγχου μιας μεγάλης πληθυσμιακής ομάδας που ως σήμερα δραστηριοποιείται αναγκαστικά εκτός των ορίων της νομιμότητας. Ο Μπους στη σχετική ομιλία του τόνισε: «Ως ένα έθνος που τιμά τους μετανάστες και εξαρτάται από τους μετανάστες, πρέπει να έχουμε νόμους περί μετανάστευσης που να μας κάνουν περήφανους. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Αντίθετα, βλέπουμε πολλούς εργοδότες να στρέφονται στην παράνομη αγορά εργασίας. Βλέπουμε επίσης εκατομμύρια σκληρά εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, να είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα στον συνεχή φόβο και στην ανασφάλεια της παράνομης οικονομίας… H Αμερική ενεργεί με βάση την πίστη στην αρχή ότι τα σύνορά μας πρέπει να είναι ανοιχτά στη νόμιμη μετακίνηση και στο τίμιο εμπόριο… Τα σύνορά μας πρέπει να είναι κλειστά και κλειδαμπαρωμένα για τους εγκληματίες, τους εμπόρους και τους διακινητές ναρκωτικών… και τους τρομοκράτες».


    Ποιο είναι όμως το ζητούμενο της πολιτικής χειρονομίας που πραγματοποιείται μέσω της πρότασης νομιμοποίησης ενός μεγάλου τμήματος των παράνομων μεταναστών; Σήμερα υπολογίζεται ότι ζουν και εργάζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες 10-12 εκατομμύρια παράνομοι μετανάστες. Ενα μεγάλο ποσοστό αυτών των μεταναστών προέρχεται από το γειτονικό Μεξικό. H μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής πολιτικής αποτελεί σταθερά ένα από τα κύρια ζητήματα που απασχολούν τις διακρατικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού. H πρόταση του Μπους φαίνεται αρχικά να ικανοποιεί τον πρόεδρο του Μεξικού Vincente Fox και να συμβάλλει στην αναθέρμανση των σχέσεων μεταξύ των δύο ηγεσιών. Υπολογίζεται εξάλλου ότι στις προεδρικές εκλογές του 2000 το 1/3 τουλάχιστον των ισπανόφωνων ψηφοφόρων στις ΗΠΑ υποστήριξε τους Ρεπουμπλικανούς. Με βάση και αυτό το δεδομένο δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι με την πρόταση για μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής πολιτικής το επιτελείο του αμερικανού προέδρου «κλείνει το μάτι» με νόημα προς αυτή την «άλλη Αμερική» των μεταναστών και των μειονοτήτων που αποτελούν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και κρίσιμη μερίδα του εκλογικού σώματος. Σε αυτή την «άλλη Αμερική» εντάσσονται επίσης και οι ψηφοφόροι που υποστηρίζουν μια «συμπονετική» και ευαίσθητη στα προβλήματα των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων συντηρητική πολιτική, ψηφοφόροι που έχουν ενδεχομένως δυσαρεστηθεί από τη γενικότερη στάση των Ρεπουμπλικανών σε θέματα κοινωνικής πρόνοιας αλλά και από τις επιπτώσεις του πολέμου κατά της τρομοκρατίας στον χώρο των πολιτικών δικαιωμάτων. Μέσω της πρότασης για νομιμοποίηση των παράνομων μεταναστών η σημερινή πολιτική ηγεσία επιχειρεί μια πολυεπίπεδη παρέμβαση στην πολιτική αντιπαράθεση που συνθέτει το προεκλογικό σκηνικό.


    * Το εγχείρημα και οι επικρίσεις


    Πρόκειται βεβαίως για ένα τολμηρό πολιτικά και επικοινωνιακά εγχείρημα, καθώς έχει ήδη προκαλέσει έντονες και ποικίλες αντιδράσεις από κόμματα, φορείς και οργανώσεις. Πολλοί επικριτές τονίζουν ότι παρόμοια προγράμματα μαζικών νομιμοποιήσεων έχουν αποτύχει στο παρελθόν, θυμίζοντας πως η αντίστοιχη πρωτοβουλία του προέδρου Ρίγκαν το 1986 να νομιμοποιήσει 2 εκατομμύρια παράνομους μετανάστες είχε οδηγήσει σε πολλαπλασιασμό του αριθμού των παρανόμων στα επόμενα χρόνια μέσω της αλυσιδωτής παράνομης μετακίνησης μελών των οικογενειών των νομιμοποιημένων, που επιζητούσαν με τη σειρά τους τη μετεγκατάστασή τους στις ΗΠΑ. Αλλοι επικριτές της πρότασης του Μπους, όπως το Εθνικό Φόρουμ Μετανάστευσης, θεωρούν ότι η άμεση σύνδεση της νομιμοποίησης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας θα οδηγήσει στη δημιουργία μιας νέας υπάλληλης τάξης ημιμόνιμων εργαζομένων των οποίων η νομική και κοινωνική υπόσταση θα εξαρτάται από τα συμφέροντα των εργοδοτών. Κάποιοι, τέλος, υποστηρίζουν ότι το πρόγραμμα νομιμοποίησης που προτείνεται έχει ιδιαίτερα έντονο εισπρακτικό χαρακτήρα, αφού για να συμμετάσχουν σε αυτό όσοι ήδη ζουν και εργάζονται παράνομα στις ΗΠΑ θα πρέπει πρώτα να καταβάλουν πρόστιμο 1.500 δολαρίων.


    * Οι εκλογές και τα διδάγματα


    Το σίγουρο είναι ότι το τολμηρό πολιτικά και επικοινωνιακά εγχείρημα των Ρεπουμπλικανών να προτείνουν μια ριζική μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής πολιτικής έχει ανοίξει στις ΗΠΑ έντονο διάλογο γύρω από ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο και πολύπλοκο κοινωνικό ζήτημα. Σε αυτόν τον διάλογο καλούνται αναγκαστικά πια να τοποθετηθούν πολιτικά κόμματα, επιτελεία, οργανώσεις και κοινωνικοί φορείς. H πολιτική έμπνευση που προκύπτει από αυτό το παράδειγμα – για όσους τουλάχιστον εξακολουθούμε να εμπνεόμαστε από τις πολιτικές παραδόσεις και την κουλτούρα των Ηνωμένων Πολιτειών – αφορά την ανάγκη για τολμηρή ανάδειξη στο πλαίσιο της προεκλογικής αναμέτρησης ιδιαίτερα ευαίσθητων ζητημάτων, ζητημάτων δηλαδή για τα οποία δεν υπάρχει καταγεγραμμένη ήδη η μέγιστη συναίνεση της κοινής γνώμης και των μελών του εκλογικού σώματος. Στη χώρα μας τέτοια τολμηρά εγχειρήματα έχουν ως τώρα αποφευχθεί στο πλαίσιο των προεκλογικών εκστρατειών που συνήθως αναλώνονται στην προσπάθεια της πειστικότερης κατά το δυνατόν έκφρασης του «κοινού τόπου». H ευπρόσδεκτη, αλλά και συχνά μάλλον «διακοσμητική», ένταξη στα εκλογικά ψηφοδέλτια υποψηφίων που προέρχονται από φυλετικές, εθνοτικές και θρησκευτικές μειοψηφίες και οι «στρατηγικές» υποσχέσεις για ελληνοποιήσεις συγκεκριμένων ομάδων οικονομικών μεταναστών αποτελούν περιορισμένης εμβέλειας χειρονομίες και δεν ικανοποιούν την ανάγκη για δυναμικό και τολμηρό διάλογο γύρω από το φλέγον ζήτημα της μετανάστευσης και της σταδιακής συγκρότησης ενός πολυπολιτισμικού περιβάλλοντος στη χώρα μας σήμερα. Με δεδομένες τις απαιτήσεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας αλλά και τις πρόσφατες εξαγγελίες για νέο ύφος και νέες πρακτικές πολιτικής αναμέτρησης, μπορούμε άραγε να προσδοκούμε σε τολμηρά εγχειρήματα για ανοιχτό διάλογο γύρω από τα ζητήματα για τα οποία δεν έχει ίσως ακόμη προκύψει μια συναίνεση και τα οποία άρα δεν αποτελούν ήδη κοινό τόπο;


    H κυρία Ιωάννα Λαλιώτου είναι ιστορικός και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης.

    Γνώμες