• Αναζήτηση
  • Απάντηση στον Κίρο Γκλιγκόροφ

    Απάντηση στον Κίρο Γκλιγκόροφ Η συνέντευξη στο «Βήμα» και πώς τα Σκόπια θα μπορούσαν να γίνουν Ελβετία των Βαλκανίων ΣΤ. ΠΑΠΑΘΕΜΕΛΗΣ Στη συνέντευξη του σκοπιανού Προέδρου στο «Βήμα» αντικατοπτρίζονται αφενός η δυσίατη παθογένεια της ελληνικής διπλωματίας και τα παρακολουθήματά της, και αφέτερου η διαπραγματευτική πανουργία του αντιπάλου. Από την άλλη πλευρά όμως απεικονίζεται η τραγική αδυναμία του

    Απάντηση στον Κίρο Γκλιγκόροφ | tovima.gr

    Στη συνέντευξη του σκοπιανού Προέδρου στο «Βήμα» αντικατοπτρίζονται αφενός η δυσίατη παθογένεια της ελληνικής διπλωματίας και τα παρακολουθήματά της, και αφέτερου η διαπραγματευτική πανουργία του αντιπάλου. Από την άλλη πλευρά όμως απεικονίζεται η τραγική αδυναμία του κ. Γκλιγκόροφ να κάνει την υπέρβαση εκείνη που θα του επέτρεπε να ξεπεράσει το σταλινοτιτοϊκό στερεότυπο του ψευδωνύμου κράτους – έθνους και να προχωρήσει στη συγκρότηση μιας πολυεθνικής κρατικής οντότητας που θα σέβεται και θα αξιοποιεί την πραγματικότητα και θα μπορεί να αναδείξει αυτή η χώρα σε Ελβετία των Βαλκανίων. Ο ηγέτης των Σκοπίων, αν αντί να αναζητεί τις ρίζες του στην ιστορία των γειτόνων του και κατ’ επέκταση τη μυθολογία τη δική του («το αιώνιο όνομα», sic!) χρησιμοποιούσε την αλήθεια, θα οργάνωνε ένα μικρό αλλά υποδειγματικό πολυεθνικό κράτος, χωρίς πλαστοπροσωπίες, αυταπάτες, αναχρονιστικούς μεγαλοϊδεατισμούς, αλυτρωτισμούς και επικίνδυνες παραισθήσεις ότι η μακεδονική δυναστεία πάει κάπως έτσι: Φίλιππος – Αλέξανδρος – Γκλιγκόροφ! Θα αποδείκνυε μάλιστα μεγαλύτερη γενναιότητα και αξία αν διακατεχόταν από το αίσθημα του Ναπολέοντα: «Η αριστοκρατική καταγωγή της οικογένειάς μου ξεκινάει από μένα». Αν λοιπόν αντικαθίστατο το μονοεθνικό μοντέλο που είναι εκτός τόπου και χρόνου με το αρμόζον πολυεθνικό, τότε θα άνοιγαν καινούργιοι ορίζοντες που θα εξασφάλιζαν την επιβίωση, τη συνέχεια, την ασφάλεια και την ανάδειξη του μικρού κράτους σε σταθεροποιητικό παράγοντα της περιοχής. Ειδικότερα:


    α) Δεδομένου ότι σε δέκα χρόνια η πλειοψηφία του πληθυσμού θα είναι Αλβανοί, το μονοεθνικό πρότυπο θα λειτουργήσει ως μπούμερανγκ.


    β) Η επιδίωξη εθνολογικής ομογενοποίησης περνάει από την εθνολογική μετάλλαξη, η οποία εδώ επιτυγχάνεται με μέσα τα οποία δεν συνάδουν με τον σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών υπέρ των οποίων, υποτίθεται, κόπτονται διεθνείς οργανισμοί, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι.


    γ) Στο πολυεθνικό μοντέλο οι εθνοτικές ομάδες ούτε ντρέπονται, ούτε φοβούνται να είναι ο εαυτός τους, ενώ τα εθνικά τους κέντρα δεν έχουν αντικείμενο και φυσικά λόγο (δεν τους το ζητεί ούτε τους το επιτρέπει κανείς) για ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της άλλης χώρας. Ετσι δηλώσεις όπως αυτή του νέου Προέδρου της Βουλγαρίας ότι τα Σκόπια είναι «το πιο ρομαντικό κομμάτι και ένας από τους πιο ανεκπλήρωτους στόχους της πατρίδας του» καταρρέουν αφ’ εαυτών σε αυτή την περίπτωση ελλείψει αποδεκτών. Αντίθετα, το μονοεθνικό πρότυπο έχει ανάγκη και του εσωτερικού αυταρχισμού και του αλυτρωτισμού για να επιζήσει. Η κρατική ιδεολογία που διαμορφώνεται στα πλαίσιά του είναι εκ των πραγμάτων διεκδικητική και προκλητική προς τους γείτονες και γεννά σε αυτούς αντίρροπες δυνάμεις με απροσδιόριστες μεταπτώσεις. Από την άλλη μεριά στο πολυεθνικό σχήμα ο στόχος της εξουσίας και της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι η ευημερία και η πρόοδος. Ετσι παύει αυτομάτως ένα τέτοιο κράτος να αποτελεί εργαλείο εδαφικών και άλλων διεκδικήσεων και πιθανό εξάρτημα ισχυρότερης «προστάτιδος» δύναμης που αύριο θα θελήσει να το χρησιμοποιήσει για τα σχέδιά της. Το πολυεθνικό σχήμα όλοι οι γείτονες, εκτιμώντας το καλώς νοούμενο συμφέρον, το δικό τους αλλά και των εκεί ομοεθνών τους που θα το απαιτούν άλλωστε, θα θελήσουν να το στηρίξουν. Σε αυτή την εκδοχή βέβαια το όνομα, που συνιστά το κύριο όχημα των αλυτρωτικών διεκδικήσεων, θα εγκαταλειπόταν ως άχρηστο.


    Δυστυχώς, στο σύνολό τους οι τοποθετήσεις του Κίρο Γκλιγκόροφ κινούνται στο ακριβώς αντίθετο μήκος κύματος. Ο σκοπιανός ηγέτης επιμένει να ζει στον γυάλινο κόσμο της μεγαλύτερης απάτης της ιστορίας εναντίον της ιστορίας. Και δεν αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί ένα λαός να ζει συνεχώς σε θερμοκοιτίδα. Το ψέμα είναι ο χειρότερος σύμβουλος ζωής του ανθρώπου και το συλλογικό ψέμα είναι ο τρισχειρότερος.


    Ισχυρίζεται ο κ. Γκλιγκόροφ:


    Πρώτον: Οτι «για μας το όνομα είναι η ταυτότητά μας», «αν δεν έχουμε το όνομά μας, την εθνότητά μας, αν το κράτος μας δεν έχει το αιώνιο όνομά του».


    Είναι δεδομένο ότι για κάθε άτομο ή λαό το όνομά του είναι η ταυτότητά του και αυτά είναι μοναδικά. Αρα, δεν μπορούν δύο άτομα ή δύο λαοί να έχουν την ίδια ταυτότητα και, επομένως, το ίδιο όνομα. Εδώ υπάρχει σφετερισμός ονόματος, δηλαδή ταυτότητας. Και ευθεία αναγωγή σε «αιώνιο» όνομα, δηλαδή στον… Μεγαλέξανδρο!


    Ο συνεντευξιαζόμενος φυσικά χρησιμοποιεί το σταλινοτιτοϊκό ιδεολόγημα των τριών Μακεδονιών: σύμφωνα με αυτό η Μακεδονία με τη βία διαιρέθηκε και προσαρτήθηκε κατά τους Βαλκανικούς πολέμους σε τρία κράτη. Φυσικά το «ελεύθερο», αν και όχι το μεγαλύτερο, είναι το δικό του. Με τους Βαλκανικούς πολέμους όμως δεν διαιρέθηκε καμία Μακεδονία. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913 ορίζει ότι οι περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που κατέλαβαν οι στρατοί των εμπολέμων προσαρτώνται στα αντίστοιχα κράτη. Ούτε μεζούρα πήρε, ούτε ποσοστά έβγαλε, ούτε Μακεδονία μοίρασε, τουρκικά βιλαέτια μοίρασε.


    Δυστυχώς εδώ ορισμένα κείμενα ελλήνων επιστημόνων χωρίς προβληματισμό και περίσκεψη αναπαράγουν το φρικτό αυτό ιδεολόγημα, που δεν έχει σχέση με την επιστήμη, την ιστορία και την πραγματικότητα, ως αληθινό ρίχνοντας ακούσια νερό στον μύλο του αντιπάλου.


    Δεύτερον: Φρονώ ότι ο Κίρο Γκλιγκόροφ προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει γιατί οι Ελληνες αντιτίθενται στην ψευδωνυμία του κράτους – έθνους τους, στην ιστορική νομιμοποίηση του σφετερισμού.


    Το σύνταγμα των Σκοπίων στο προοίμιό του παραπέμπει ως προς υπερσυνταγματικό στήριγμα στις λεγόμενες ιστορικές αποφάσεις της «Αντιφασιστικής Συνελεύσεως της Απελευθερώσεως του Λαού της Μακεδονίας, και στη συνταγματική ­ νομική ­ συνέχεια του μακεδονικού κράτους». Πρόκειται για το περιβόητο ASNOM της 2.8.1944 που διακηρύσσει «τον δίκαιο και σταθερό πόθο για την ενοποίηση όλου του μακεδονικού λαού» και διαβεβαιώνει ότι: «Το αγωνιζόμενο Πεδομόντιο της Μακεδονίας έχει με πάθος διακηρύξει ότι θα προσφέρει κάθε βοήθεια και δεν θα φεισθεί θυσιών για την απελευθέρωση και των άλλων δύο τμημάτων του έθνους μας για την τελειωτική ένωση ολόκληρου του μακεδονικού λαού».


    Ο λεγόμενος εν τούτοις μακεδονικός λαός ιδού πώς συμπεριφέρθηκε, κατά τη μαρτυρία και του Βουκμάνοβιτς Τέμπο, όταν οι φασίστες Βούλγαροι μπήκαν στα Σκόπια το 1941: «Χαιρετίσθηκαν ως απελευθερωτές από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ακόμη και από ορισμένους «αντιφασιστικούς κύκλους». Αφότου δε οι κύκλοι αυτοί πίστεψαν ότι η χώρα τους είχε «απελευθερωθεί» άρχισαν να αγωνίζονται κατά των Βουλγάρων για τα κοινωνικά μάλλον παρά τα εθνικά τους δικαιώματα». (Ολα τα κείμενα από το: Η επεκτατική πολιτική των Σκοπίων, ΙΜΧΑ, 1993).


    Αυτά για να μην πουλάνε οι Σκοπιανοί και συμμετοχή στην αντίσταση των λαών κατά του Χίτλερ.


    Βέβαια είναι κατηγορηματική ή τότε αμερικανική στάση (εγκύκλιος αμερικανικού ΥΠΕΞ 26/12/44 ένθ’ ανωτ. σελ. 47): «Η Κυβέρνησή μας θεωρεί οποιαδήποτε συζήτηση περί Μακεδονικού «έθνους», Μακεδονικής «πατρίδας» ή Μακεδονικής «εθνικής συνείδησης» ως αβάσιμη δημαγωγία η οποία δεν ανταποκρίνεται σε καμία εθνική ή πολιτική πραγματικότητα και βλέπει στη σημερινή αναβίωσή της ένα πιθανό κάλυμμα των επιθετικών διαθέσεων εναντίον της Ελλάδος».


    Η αμερικανική δήλωση Stetinius θα είχε μόνον ιστορική σημασία αν σε ώρες νηφαλιότητας (και ανάγκης του για τον αμερικανικό Ελληνισμό 2.10.1992) δεν τα επανελάμβανε ο Μπιλ Κλίντον με αυτό το ανεπιφύλακτο ύφος: «Για πολλούς Αμερικανούς το πρόβλημα της χρήσης του ονόματος Μακεδονία μπορεί να φαίνεται δύσκολο να κατανοηθεί. Ομως στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου… χαρακτηρίσθηκε από τον τότε


    ΥΠΕΞ πρόσχημα επιθετικών ενεργειών εναντίον της Ελλάδος. Και μπορεί ξανά να γίνει αιτία αστάθειας και σύγκρουσης».


    Τρίτον: Ο συνεντευξιαζόμενος υπόσχεται να μη διεκδικήσει το μονοπώλιο της χρήσης του ονόματος. Συγκατατίθεται να… επιτρέπει και σε μας να το χρησιμοποιούμε.


    Υποθέτω ότι όλοι συνειδητοποιούν ότι όταν ένα όνομα χρησιμοποιείται για να δηλώσει κράτος επιβάλλεται μονοπωλιακά. Αλλά όχι μόνον αυτό, τα Σκόπια πέρσι κίνησαν δίκη στη Ρώμη, εναντίον της Ελλάδος και των ιταλικών αρχών, για μη χρησιμοποίηση σε έκθεση αρχαιοτήτων του όρου Μακεδόνες οι Ελληνες του Βορρά. Αργότερα απέσυραν, για γνωστούς λόγους, το δικόγραφο, αλλά η κίνηση έγινε, το μήνυμα εστάλη και είναι σίγουρο τι πρόκειται να επακολουθήσει.


    Τέταρτον: Ο συνομιλητής του «Βήματος» δηλώνει ότι η χώρα του σέβεται τα διεθνή νόμιμα και τα υπάρχοντα σύνορα. Δεν λέει την αλήθεια.


    Τα τωρινά σχολικά του βιβλία, το εκπαιδευτικό του σύστημα, η κρατική του ιδεολογία διδάσκει και διακηρύσσει (βλ. Κωφού: το όραμα της «Μεγάλης Μακεδονίας», σελ. 8 επ.) ότι «τα εθνικά – γεωγραφικά σύνορα» του κράτους είναι στο Αιγαίο και στις κορυφογραμμές του Ολύμπου. Εύγλωττοι ιδιαίτερα οι χάρτες που κοσμούν τα βιβλία ιστορίας και γεωγραφίας.


    Σε άλλο σημείο ο συνομιλητής αναφέρεται στους αγώνες και στις εξεγέρσεις του λαού του. Ξέρετε ποιες εξεγέρσεις εννοεί; Οικειοποιείται την επανάσταση των Ελλήνων στη Νάουσα και το ολοκαύτωμα της Αραπίτσας στα 1821! Και βέβαια ό,τι στην Ιστορία ονομάζεται Μακεδονικό – Μακεδών, όπως π.χ. η Μακεδονική Σχολή στην αγιογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου, οι Θεσσαλονικείς άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, όλοι πολιτογραφούνται υπήκοοι του κ. Γκλιγκόροφ. Ο ίδιος, ξέροντας ότι δημόσια αναφορά σε αυτά που η κρατική του ιδεολογία τα έχει αλατοπίπερο θα τον καθιστούσε γραφικό, τα αποφεύγει, αλλά είναι η πολιτική του κουλτούρα, η πολιτική του φιλοσοφία και η πολιτική του πράξη. Και δεν μπορεί να τα αποκρύψει ούτε σε μια τόσο προσεκτικά ζυγισμένη συνέντευξη.


    Πέμπτον: Οι αναφορές του ξένου πολιτικού στο ebargo δείχνουν πόσο τους κόστισε και η ανικανότητα των ημετέρων να το αξιοποιήσουν, πόσο ανήμποροι, αδαείς και παράξενοι είμαστε. Είχαμε μέσο πίεσης τρομερό, το πήραμε από το κεντρικό γήπεδο, το όνομα, το μεταφέραμε στο συνοικιακό, τη σημαία, και το «κάψαμε» για το μηδέν!


    Ο Κίρο Γκλιγκόροφ ταπείνωσε κατ’ εξακολούθηση την ελληνική διπλωματία. Τώρα μας λοιδορεί δηλώνοντας ότι μας επιτρέπει να ονομάζουμε τη χώρα του όπως θέλουμε!


    Ο Σκοπιανός μετράει σε μάρκα τα κέρδη των ελλήνων επιχειρηματιών. Η πύκνωση των οικονομικών συναλλαγών είναι ευκταία και αμοιβαία χρήσιμη. Αλλο κεφάλαιο όμως η οικονομία και άλλο τα μείζονα εθνικά συμφέροντα. Το έλασσον, που είναι οι οικονομικές σχέσεις, ούτε προϋποθέτει ούτε απαιτεί θυσία του μείζονος. Ενα το κρατούμενο. Από εκεί και πέρα πώς και γιατί μια συγκριτικά πολλαπλώς υπέρτερη Ελλάδα σύρθηκε στις θέσεις των Σκοπιανών είναι ζήτημα και ψυχοκοινωνιολογικής ανάλυσης.


    Είναι καταφανής η ψυχολογική στάση του ηγέτη των Σκοπίων στο κείμενο. Μιλά με τον αέρα του νικητή. Εμείς του τον χαρίσαμε. Οπως όμως είπαμε και στην αρχή, ο Κίρο Γκλιγκόροφ αν στόχευε πέραν του σταλινικού προτύπου σε ένα βιώσιμο μόρφωμα έπρεπε να αναζητήσει αλλού τα στοιχεία της διάρκειάς του.


    Ο βίαιος «εκμακεδονισμός» των συνειδήσεων δεν προοιωνίζεται καλό τέλος. Τα δύο εκατομμύρια των Σκοπιανών έχουν δικαίωμα στην ειρήνη και στην ευημερία και μπορούν σταθερά να τα έχουν όχι στα πλαίσια ενός αναγκαστικά ομογενοποιημένου κράτους που συγκολλητική του ουσία θα έχει τον αλυτρωτισμό με όχημα ένα κατά συνθήκην ψεύδος. Αλλά στα πλαίσια ενός δημοκρατικά λειτουργούντος και σεβόμενου τα δικαιώματα όλων των πολιτών και των εθνικών ομάδων συστήματος. Ο Πρόεδρος των Σκοπίων έχει να επιλέξει ανάμεσα στη βεβαιότητα μιας Βαλκανικής Ελβετίας και στην αβεβαιότητα ενός εκρηκτικού εθνικιστικού μορφώματος. Για την ώρα παρά την ομολογούμενη μετριοπάθειά του έχει κάνει λάθος επιλογή.


    Και κάτι ακόμη: μπορεί στην Ελλάδα να λιθοβολούν κάποιοι τον πατριωτισμό και μπορεί ακόμη η γενιά που διαχειρίζεται τις αποφάσεις να δηλώνει απλά ότι έχει δικαιώματα, αλλά να μην προχωρεί σε αξιώσεις. Ερχεται όμως μια άλλη γενιά, αυτή της Βουλής των Εφήβων, που μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς, αμυνόμενη να αντιστρέψει αλυτρωτισμούς, να αντισταθεί, να αντεπιτεθεί και να κάνει πράξη τον όρκο των αρχαίων Αθηναίων Εφήβων: «Και την πατρίδα ουκ ελάσσω παραδώσω, πλείω δε και αρείω όσης αν παραδέξωμαι».

    Γνώμες